Αφιέρωμα στην Θρονική εορτή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Η «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος της Πετρουπόλεως το 1911 υπό την σκιάν της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄και όχι εικόνα του Κυρίου της Εκκλησίας καιπροκάθεται ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος»!

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ   ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ  ΑΠΟΛΥΤΑ  ΕΛΕΓΧΕΙ

ΤΗΝ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ   ΚΑΙ

                       ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΣ .

.

Στα τέλη του 19ου  αιώνα η προσπάθεια της σχισματικής Βουλγαρικής «Εξαρχίας» να μεταλλάξειγλωσσικά βίαια την διγλωσσία περιοχών της Μακεδονίας που ανήκαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο,προκάλεσε την αγανάκτηση των ελεύθερων Ελλήνων που το 1897 παρέσυραντην απαράσκευη ελληνική κυβέρνηση στο να εμπλακεί στον ατυχή  «Ελληνοτουρκικό Πόλεμο» που είχε σοβαρές συνέπειες στην εκκαθάριση του  λεγόμενου «Μακεδονικού ζητήματος». Τότε αγανάκτησε ένας Ρώσος άριστος γνώστης των εκκλησιαστικών πραγμάτων στην  Τσαρική Ρωσία για τον αγώνα της υπέρ του «Βουλγαρισμού»,  απηύθυνε ανώνυμη  επιστολή στον πατριάρχη Κων/πόλεως Κωνσταντίνου Ε΄ (1897-1901) «Περί της εν Ρωσία τελουμένηςδράσεως κατά των Ορθοδόξων της Ανατολής Εκκλησιών». Το γράμμα αυτό είναι μια «συστηματική έκθεση» των  δρώμενων στην Ρωσία προς επίλυση των ζητημάτων της Εκκλησίας προς αθέτηση της κανονικής τάξεως που υπερασπίζεται μέχρι σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο. .  Ο εκδοτικός οίκος των Αθηνών  του Ανέστη  Κωνσταντινίδη το δημοσίευσε το 1899  σε τεύχος 32 σελίδων.  Εκ των υστέρων το κείμενο αυτό αποδείχθηκε πολύτιμη Έκθεση ότι το κράτος είναι ο απόλυτος  ρυθμιστής των εκκλησιαστικών πραγμάτων στη Ρωσία  και τον 19ον  αιώνα!   Η ταυτότητα του αποστολέα αποκαλύφθηκε μετά εξαετία όταν εξελέγη καθηγητής στην Θεολογική Ακαδημία της Πετρουπόλεως και  δημοσίευσε το έργο του «Περί των Πατριαρχών της Κων/πόλεως του 19ουαιώνα». Ητανο Ιβάν Ιβάνοβιτς  Σοκολόφ που το 1905 ως οεντεταλμένος καθηγητής οδήγησε τον τότε εκεί σπουδάζοντα θεολογία Γρηγόριο Παπαμιχαήλ να ασχοληθεί με την   Θεολογία του Γρηγόριου Παλαμά και ο οποίος το 1945 με κλήτευσε ως μειράκιο για να σπουδάσω τα θεολογικά γράμματα στη Χάλκη  όπως εκείνος αρχικά έπραξε προ του μεγάλου σεισμού 1894 που κατέστρεψε την εκεί Θεολογική  Σχολή    και μετά στάλθηκε  στην Ακαδημία της Πετρουπόλεως.  Ο Ιωακείμ Γ΄, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του, αναγνώρισε την σπουδαιότητα της προσφοράς του Σοκολόφ στην Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τον τίμησε με το οφφίκιο του Μεγάλου Ιερομνήμονος. Ο Ρώσος καθηγητής από την αρχή του 20ου  αιώνα αγωνίστηκε για την επαναφορά της πατριαρχίας στη Ρωσία. Πρωτοστάτησε στην οργάνωση της «Πανρωσικής Τοπικής Συνόδου» του Αυγούστου-Οκτωβρίου 1917, που αποφάσισε την επανίδρυση του Πατριαρχείου Μόσχας και μάλιστα υπό τις οδηγίες του διεξήχθη η εκλογή του νέου Πατριάρχη  από τριπρόσωπο διά κληρώσεως. Ίσως γι΄αυτό  όταν επικράτησε το σοβιετικό καθεστώς  σκληρά τον καταδίωξε στην Πετρούπολη και στο Κίεβο ως καθηγητής των «Ελληνικών» και τελικά τον εξόρισε στην Ούρφα όπου και απεβίωσε πένης τον Μάϊο του  1939.

Ο  Σοκολόφ  στην επιστολή που απευθύνει στον πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε΄ εξιστορεί την ιστορία  του επιθέτου «Οικουμενικός Πατριάρχης»σε σχέση με τον  αρχιεπίσκοπο της Κωνσταντινουπόλεως και  γιατί στην τοπική Σύνοδος του 381 αδείχθηκε ως «Οικουμενική»για το δόγμα περί  του Αγίου Πνεύματος  ο επίσκοπος της Πρεσβυτέρας Ρώμης ως εκ παλαιού  «Πρώτος» της τότε Ιεραρχίας  απένειμε στον προκαθήμενο της Νέας Ρώμης τα  «ίσα πρεσβείων τιμής». Η  τιμή αυτή της «ομοταξίας» των «δύο» είναι μόνον λειτουργική διάκριση τάξεως ή σχετίζεται  και με το μοίρασμα της αποστολικής κληρονομίας του «Στυλοβάτη» της γνήσιας ευαγγελικής αληθείας για την Εκκλησίας της Ανατολής; Το «ίσο πρωτείο τιμής»ανακαλεί στη μνήμη μας  πράξη του Ιδρυτή της Εκκλησίας εν ζωή, ο οποίος όταν αναθέτει ειδική αποστολή στους μαθητές του και χρησιμοποιεί συνήθως την«δυάδα»(Ματθ. κα΄1 κ.α..),. Ακόμα και την Ανάσταση του Κυρίου  Ιησού  διαπιστώνουν οι δύο μαζί ο Πέτρος και ο Ιωάννης (Ιω. κ΄,3-4).  Αυτοί οι «δοκούντες είναι Στύλοι»( Γαλ. β΄. 9) αποτελούν τους εγγυητές της ακριβείας της εις Χριστόν πίστεως και των Διπτύχων της Εκκλησίας.  Η συμπροεδρία αυτή είναι προφητική γιατί μετά τον θάνατον του Μεγάλου Θεοδοσίου  το 395 διαιρέθηκε στα δύο η  Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με κέντρα την «Πρεσβυτέρα και την Νέα Ρώμη». Μετά περίπου μισό αιώνα από την   Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος ο αρχιεπίσκοπος της Νέας Ρώμης, είναι ο  μόνος που επιφορτίζεται την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου του 451  με  την «υπερόρια» διακονία κατοικουμένην γην της δικαιοδοσία του  «εν τοις βαρβαρικοίς» (28οςκανών),  Αυτόν τον κανόνα  περι των του Κ)πόλεως προνομίων την   αναγνώρισαν δια κανόνων όλες οι μετά ταύτα Οικουμενικές Σύνοδοι.  Η σταθερή άσκηση  αυτού του διακονήματος από την ΝέαΡώμη  αρχίζει στα τέλη του 6ου  αιώνα από τον πατριάρχη Ιωάννη Νηστευτή (575-590) και όπως γράφει ο Σοκόλοφ«υπό Αγίων και ενδόξων Πατριαρχών, οίτινες ουδέποτε διαλιπόντων το της Εκκλησίας συμφέρον και ως ασπίδα αδιατριτον την προς τον Ιησού πίστινπροβάλλοντες, δεν απεδειλίων, ουδέ ἐπλησσον προ των αντιξόων και μαινομένων καταιγίδων, ουδέποτε  αφιέμενος βοράν και έρμαιον σκοπών πλεονεκτικών και βλέψεων υπονομευτικών».  Και συνεχίζει ο Σοκολόφ για την εκλογήν των Ελλήνων ιεραρχών στην Καθέδρα της Νέας Ρώμης:«εφ’όσον χρόνον η θεία Πρόνοια ώρισεν ίνα υφίσταται το Ορθόδοξον Ελληνικόν έθνος». Εξ  αυτών και ο Ρωσικός λαός παραμένει πιστός στην παραδοθείσα πίστη της Ορθοδοξίας: «μηδέποτε τα προς την Μητέρα Εκκλησίαν οφειλόμενα τροφεία επιλανθανομένου», και ως εκ τούτου «φέρω εις γνώσιν υμών και παντώς ενδιαφερομένου την εν Ρωσία τελουμένην κατά των Ορθοδόξων της Ανατολής Εκκλησιών  συστηματικήνεργασίαν.. ίνα ληφθεί φροντίς δραστική  και σύντονος προς ανακοπήν και επίσχεσιν του τελουμένου κακού».  Ο ιστορικός Σοκολόφ επισημαίνει ότι:«πολλοί κατέχοντες αξιώματα στη Ρωσία σκοτισθέντεςυπό υπερηφάνων εθνικών πανσλαυϊστικώνβλέψεων, λησμονούν ότι τα έθνη και τα βασίλεια κυβερνά η θεία Πρόνοια και δεικνύουσιεπιθυμίαν όπως ανατρέψουν άπαντα τα εν τη Ανατολή Ορθόδοξα Πατριαρχεία, ίνα αρπάξωσι και αυτήν την Κων/πολιν»!  Ως τέτοια πρόσωπα καταγγέλλονται: «η αυτόκλητη κεφαλή της Ρωσικής Εκκλησίας» που είναι ο Αυτοκρατορικός Επίτροπος της ονομαζόμενης Διοικούσης Συνόδου Κ.Π. Ποπεδονόστεφ, «ουχί άπαξ εκφράσας και δια του Τύπου  την επιθυμίαντου πειθαναγκασμού των Πατριαρχών Ανατολής για να εξώσουν εκ της Συρίας και της Παλαιστίνης την Ελληνικήν Ιεραρχίαν»,σε συνεργασία μετά της «Παλαιστίνειας Εταιρείας», που τότε διευθύνει ο Β.Ν. Χιτροβώκαι μαζί με τον πανίσχυρο διευθυντή του Ρωσικού Τύπου Μ.Π. Σαλαβιώφ, ο οποίος  έφθασε στην ακρότητα να λέγει: «να αφεθούν να εξισλαμιστούν όλοι οι Ελληνορθόδοξοι Μικρασιάτες η να εξωστούν εκ της πατρίδος των» ώστε να μην υπάρχουν εκεί ποίμνια Μητροπόλεων προκειμένου να εξουδενωθεί το γόητρον των Ελλήνων Πατριαρχών(Βλ. Εφημερίς της Μόσχα 1896, αρθμ. 11)!

Από την εποχή της πατριαρχίας του Μόσχας Φιλάρετου Ρομανώφ (1619-1633) η Εκκλησία εν Ρωσία ταυτίστηκε με το κράτος κάτι που απάρεσκε στην κοσμική εξουσία. Έτσι μετά την συνθήκη  του «Περεγιεσλάβ» η Μόσχα υπό  τις πιέσεις των πολιτικών επιδιώκει να ανατρέψει την κανονική τάξη  χρησιμοποιώντας το κράτος γιά να υπαρπάξει τη Μητρόπολη Κιέβου. Οι  προσπάθειες αρχίζουν  επί του Μόσχας Νίκονα(1652-1658) και αυτό τελικά το το κατορθώνει αυθαίρετα το 1685 ο Μόσχας Ιωακείμ! Επί Μεγάλου Πέτρου καταργήθηκε η πατριαρχία στην Ρωσία και το 1721 η τοπική Εκκλησία υποκύπτει στον «Κρατισμό» με εκτελεστικό όργανο τον «πραίτορας» του κράτους στην Εκκλησία που καλείται «Αυτοκρατορικός Επίτροπος »,  που είναι. Η τσαρίνα Αικατερίνη Β΄ όταν ανέλαβε με πραξικόπημα το 1767 την εξουσία από τον σύζυγό της, θέλησε να περάσει από τον παραδοσιακό τρόπο διοικήσεως του κράτους στο μοντέρνο κόσμο της “πεφωτισμένης δεσποτείας“.Στα φιλόδοξα σχέδιά της ήταν ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορία. Η εκδίωξη των Οθωμανών από την Ευρώπη ἠταν στὀχος στην εξωτερική πολιτική της υπό το τίτλο το «Ελληνικό Σχέδιο».Αυτού του σχεδίου η πρώτη εφαρμογή έγινε στα Ορλοφικά (1768-1774) όταν  ο Ρωσικός Στόλος κατέλαβε τις Κυκλάδες και τις κατέστηκε  ρωσοκρατούμενη αυτόνομη  επικράτεια! Τότε υποχρέωσε τους κανονικούς αρχιερείς των νήσων που ανήκαν στον Οικουμενικόν Θρόνον να διακόψουν  την «μνημόνευση» του Κων/πόλεως και αντ’ αυτής να «μνημονεύται» ως «Αρχή» η Σύνοδο της Πετρουπόλεως. Το ίδιο είχε πράξει η Μόσχα και στο Κίεβο το 1686 για να ενσωματώσει την Ουκρανία  στην  ρωσική  επικράτεια! Όμως όταν υπεγράφη το 1774 η «Συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζ» επέστρεψε στις Κυκλάδες ο καπουδάν πασάς και συνέλαβε τον αρχιεπίσκοπον Τζίας και Θερμίων Γρηγόριον Μιγαδά,  που παρέμεινε κοντά   στο ποίμνιό του και τον κρέμασε στο κατάρτι της ναυαρχίδας του στο λιμάνι της Κορησσίας!

Η γερμανικής καταγωγής τσαρίνα διευρύνει το κράτος της με πολέμους και συνθἠκες.  Πίστευε ότι: «όπου υπάρχει η παρουσία της ρωσικής Εκκλησίας εκεί απλώνονται και τα όρια του ρωσικού κράτους της» και υποστήριξε με μεγάλες οικονομικές χορηγίες τις ρωσικές ιεραποστολές πέραν της Σιβηρίας και των Ουραλίων μέχρι του Βεριγγείου  πορθμού για να φθάσει δια της Αλάσκας στην Αμερική! Στα χρόνια της και  δια των ιεραποστολών σχηματίστηκε αυτός ο κρατικός Γολιάθ  που υπέκρυψε ιμπεριαλιστικούς στόχους. Όταν απεβίωσε το 1796 στέφθηκε τσάρος ο γιός της  Παύλος Α΄  πρόσωπο περίεργης ιδιοσυγκρασίας  που βασίλευσε μέχρι τη δολοφονία του το Μάρτιο του 1801. Τον διαδέχθηκε ο εγγονός της  Αλέξανδρος Α΄ (1801-1825), ο οποίος το πρώτο μισό της βασιλείας του στηρίζει τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, αλλά μετά  συνέχισε  την τακτική της γιαγιάς του Αικατερίνης Β΄ στα της Εκκλησία. Κυβερνά «εθνοφυλετικά» τις τοπικές ορθόδοξες Εκκησίες και επιβάλλει υποχρεωτικά τον εκρωσισμό της λατρείας τους από την γλώσσα μέχρι την ναοδομία.

Το 1811 προσάρτησε στο κράτος του τις επαρχίες της  Βεσσαραβίας, χώρα  κατοικούμενη υπό Μολδαβών ανήκουσα  εκκλησιαστικά  στην Ιερή Μητρόπολη της Μολδοβλαχίας υπαγόμενη  στον  Οικουμενικόν  Θρόνο. Τον   Μολδαβικό πληθυσμό τον αποτελούσαν 1,400,000 ψυχές τις οποίες  οι Ρώσοι  ενσωμάτιωσαν βίαια στο κράτος τους. Τότε η  «Διοικούσα Σύνοδος» της Πετρουπόλεως απαγόρευσε κάθε ιεροπραξία στην μητρική τους γλώσσα και αντικατέστησε  τους αρχιερείς τους και τον κλήρο τους με Ρώσους  για να διακόψουν  κάθε επαφή με την μακράν ιστορικήν κληρονομία των λαών προς νότον του Δουνάβεως προς την Κων/πολη.  Τα ίδια έπραξαν και το 1821 όταν τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν τα εδάφη της Ιβηρίας και της Ημερετίας. Η «Σύνοδος της Πετρουπόλεως» δεν σεβάστηκε την αρχαία αυθυπαρξία των Εκκλησιών της ανατολικής πλευράς του Εύξεινου Πόντου και  αμέσως εκμηδένισε το αρχαίο «αυτοκέφαλό» των Ιβήρων και παρά την θέληση των Γεωργιανών ιεραρχών,  έπαυσε τον Ίβηρα «Καθολικόν» αρχιεπίσκοπονΑντώνιον  και αφού  διέλυσε τις  20 εκκλησιαστικές επαρχίες της Ιβηρίας, της Ιμερετίας, στην Μιγγρελία και στην Γουρία και έπαυσε  όλη τη χορεία των ιεραρχών τους. Οι Γεωργιανοί ιερείς εκδιώχθηκαν από τα θυσιαστήρια τους και αυτά τα κατέλαβαν Ρώσοι κληρικοί και: «απεστέρησαν τον λαόν το μέσον του προσεύχεσθαι εν τη μητρική αυτών γλώσση και εν αυτώ ακόμη τω τάφω της την Γεωργίαν  διαφωτισάσης ισαποστόλου Αγίας Νίνας».  Οι Ρώσοι  ως κατακτητές της χώρας των Ιβηρων δεν σεβάστηκαν  την ρητή  απόφανση των Πατριαρχών της  Συνόδου του 1593 που καθόρισε ότι για να λάβει την  πατριαρχία η Μητρόπολη  Μόσχας πρέπει να σέβεται εσαεί την τάξη των αρχαιοτέρων Εκκλησιών που είναι καθορισμένη στα «Ιερά Δίπτυχα της Ορθοδοξίας». Μάρτυρες αυτού του όρου είναι  ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος και ο Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς. Αυτά που επιβλήθηκαν  στην Γεωργία επεκτάθηκαν κατά «άνωθεν εντολήν» και  στην γειτνιάζουσα επαρχία της Σουχούμης και ο Ρώσος επίσκοπος Αρσένιος επέβαλε την τέλεση των ιεροπραξιών στη ρωσική γλώσσα, όταν εκεί διαβιούσαν το 65% Γεωργιανοί και Έλληνες  μέχρι την Μαριούπολη και το Νοβορροσσίσκη. Ο  Αλέξανδρος Α΄   απεβίωσε  από  τύφο  στις 19 Νοεμβρίου 1825  και υπάρξε  προβληματισμός για τον τρόπο επιλογής της διαδοχής του. Στις 14 Δεκεμβρίου 1825 εκδηλώθηκε  το πραξικόπημα των «Δεκεμβριστών», που ζήτησαν  από τον  μητροπολίτη Μόσχας ΙννοκέντιονΒενιαμίνοβιτς να αρνηθεί να στέψει τσάρο τον Νικόλαο γιατί είναι διορισμένος από παράνομη αυτοκρατορική κυβέρνηση. Τελικά ο Νικόλαος τέθηκε επικεφαλής των δυνάμεων καταστολής και αμείλικτα διέλυσε τους στασιαστές και εκτέλεσε τους πρωταίτιους αξιωματικούς και στις 3 Σεπτεμβρίου 1826 και γίνεται η ανάρρηση στον Τσαρικό θρόνο του Νικόλαου Α΄ και της   αυτοκράτειρας Αλεξάνδρας στον Καθεδρικό Ναό του  Κρεμλίνου.  Όμως η βασιλεία του αρχίζει μέσα σε  τεταμένη επαναστατική ατμόσφαιρα στη Ρωσία και για να επιβληθεί  ο νέος τσάρος αναζήτησε στήριγμα: α) στην Ορθόδοξη Εκκλησία,  β) στην δοξασία πως συνεχίζει την Βυζαντινή μοναρχία και γ) στον εθνικό πατριωτισμό την Σλαβικής φυλής. Αυτά εκφράστησαν  με την τριλογία «Ορθοδοξία, Απολυταρχία και Έθνος» που απετέλεσαν  το ρητό του θυρεού του τσαρικού οίκου. Αυτή η τριλογία αναδείχθηκε  εθνικό αξίωμα των Ρώσων   μετά το 1840  και απετέλεσε το  ιδεώδες ενότητος των Σλαβικών φυλών σε μία ενότητα και το 1845 ιδρύθηκε στη Μόσχα το πρώτο «Κεντρικό Σλαβικό Κομιτάτο», αυτό που διοργάνωσε το «Α΄ Πανσλαβιστικό Συνέδριο» στη Πράγα το 1848 και φιλοδόξησε να αφυπνίσει το σλαβικό στοιχείο της Ανατολικής Ευρώπης και μετά  να συνενώσει τους ορθόδοξους υπόδουλους λαούς των Βαλκανίων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας . Στο μέσο του 19ου  αιώνα συμβαίνει ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856) που εξ αυτών ανέπτυξε  υπό την μορφήν κινήσεως του τσαρικού κράτους την θεωρία του «Πανσλαβισμού» που άναψε τον πόθο της εθνικής αποκαταστάσεως με διάφορα κινήματα,  όπως  του «Βουλγαρισμού» και του «Βλαχισμού» το 1854. Το κινητήριο αυτο ιδεολόγημα το  επισήμανε ο Ελληνισμός το 1855 και   επέδρασε  το 1862 στον «Νοτιοσλαβισμό», αλλά και το 1870  στον  «Πανρουμανισμό» .

Οι  ομόφυλοι  αρχιερείς των Βουλγάρων «Εθνικιστών» έχοντες γνώση την εφαρμοσθείσα τακτική της «Αντιβασιλείας»  για την εκκλησιαστική ανεξαρτησία των ελευθερωθέντων επαρχιών της Παλαιάς Ελλάδος και την έκδοση του σχετικού Πατριαρχικού και Συνοδικου Τόμου του  1850 μετά δεκαετία το 1860 εκδήλωσαν «ανταρσία» κατά της Μητρός τους Εκκλησίας. Με τις συνέπειες προστασίας των ελληνόφωνων ποιμνίων των περιοχών της Θράκης και Μακεδονίας ασχολήθηκαν την δεκαετία 1860-1970 τέσσερις Οικουμενικοί Πατριάρχες : οι Ανθιμος Δ΄, Κύριλλος Ζ΄, Ιερεμίας Β΄και Γρηγόριος Στ΄, μέχρι  την παρέμβαση  της σουλτανικής εξουσίας,που το 1870 συνέστησε  την «Βουλγαρική Εξαρχία» με την συμπαράσταση της Ρωσίας. Αυτό θεωρήθηκε παρέμβαση αλλόθρησκης εξουσίας στο Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και προς αντιμετώπιση αυτής της αναμείξεως συνέρχεται το 1872 η Μεγάλη Σύνοδος,  μόνον εκ των «πρεσβυγενών» Πατριαρχείων και της Εκκλησίας της Κύπρου που προ 14 αιώνων απετέλεσαν την ύπατην Αρχήν της  «Πενταρχίαν» των Ορθοδόξων Εκκλησιών  προς επίλυση  του «Εθνοφυλετισμού» που από την αποστολική εποχή καταδικάστηκε η «φυλετική καταγωγή» διότι εισάγει τον «Εθνισμόν» στην ζωή της Εκκλησίας και προσβάλλει την ενότητα και  καθολικότητα της  Εκκλησίας των Εθνών.

Οι Ρώσοι «Πανσλαβιστές», που ταύτιζαν το κράτος τους με την επέκταση της Εκκλησίας τους,  οργάνωσαν επιχείρηση αμφισβητήσεως της ομόφωνης συνοδικής αποφάσεως με τα γνωστά έκτροπα στην Ιερουσαλήμ και όταν αυτά ανατράπηκαν  επιδίωξαν την  διασπάση της Ιεραρχίας του Αντιοχειανού θρόνου σε «Αραβιστές»  και ελληνοφώνους Ορθοδόξους! Τους «Αραβιστές»   τους χρηματοδοτούσε  οικονομικά το τσαρικό ταμείο  δια του πρεσβευτής της Ρωσίας στην Πόλη Νικολάϊ Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ (1864-1877) που επιδίωκαν  την εκπόρθηση της πατριαρχίας της Δαμασκού. Εμφανίζεται αρχικά τότε ως προσκυνητής στη Μέση Ανατολή ο γνωστός αρχιμ.  Πορφύριος Ουσπένκη γνωστός Πανσλαβιστής για να προωθήσει τα ρωσικά συμφέροντα. Το 1882 συνεστήθη στη Ρωσία η«Ορθόδοξη Ρωσική Αυτοκρατορική Παλαιστίνεια Εταιρεία», η οποία έδρασε  για να αναγκασθεί  να παραιτηθεί ο Ιεροσολυμίτης Πατριάρχης Αντιοχείας Σπυρίδων (1891-1898)και για την νέα εκλογή να αποκλεισθούν πλέον οι Ιεροσολυμίτες και να γίνει κατάλογος εκλόγιμων με πρόσωπα από τα άλλα Πατριαρχεία. Με την παρέμβαση  του προξένου της Ρωσίας στη Δαμασκό Μπελιάεφ συγκατενεύσε η Υψηλή Πύλη να εξελέγη Πατριάρχης ο από Λαοδικείας αραβόφωνος Μελέτιος Ντουμάνι (1899-1916) και τότε προκαλείται   το εικοσάχρονο «σχίσμα» μεταξύ του εκλεγέντος και των Ορθοδόξων Εκκλησιών που έληξε  με τον θάνατό του το 1916. Η  χηρεία του θρόνου συνέπεσε με την πτώση  του τσαρικού καθεστώτος στην Ρωσία το  1917  που τερμάτισε κάθε χρηματοδότηση εκ Μόσχας και εξελέγη πατριάρχης Αντιοχείας ο Γρηγόριος Δ΄ (1916-1928), που επικοινώνησε με την Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και ήρθη η «ακοινωνησία» της Αντιοχειανής Εκκλησίας. Με την κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος  εξαφανίστηκε και ο εικονιζόμενος στην φωτογραφία  «Αυτοκρατορικός Επίτροπος» εξοχώτατος Κ.Π. Ποπεδονόστεφ!!

Όλο τον 19ον  αιώνα η εν Ρωσία Εκκλησία δεν «προκάθηται της Αγάπης»παρά μόνον με αντάλλαγμα να επικάθεται στη ζωή των πενέστερων ορθοδόξων Εκκλησιών  ως επιβάτης»!   Το Ρωσικό κράτος με τα «αργύρια της δωροδοκίας»επιδίωξε να είναι ο ρυθμιστής των πραγμάτων της Εκκλησίας,  όχι μόνον στην ρωσική επικράτεια αλλά και εκτός αυτής. Αυτό πληρώθηκε πανάκριβα από τον ευσεβή κλήρο και λαό με τον αμείλικτο  διωγμό μισού περίπου αιώνα. Όμως ο κρατικός έλεγχος της Εκκλησίας επανήλθε στην εν Ρωσία Εκκλησία κατά τον  λεγόμενο «Ιστορικό  Συμβιβασμό» του 1943 επί Στάλιν. Από τότε το αθεϊστικό σοβιετικό κράτος  επέβαλε «εν ετέρα μορφή» «πραίτορα» επί της Εκκλησίας που λεγόταν «Επίτροπος του Λαού».  Πρώτος  ήταν ο σύντροφος  Γεώργιος Καρπώφ, πρώην ιεροσπουδαστής,  όπως και  ο Στάλιν,  ο οποίος ως  εντολοδόχος της K.G.B., διόριζε από τότε όλους τους επικαθήμενους σε αρχιερατικούς θρόνους,  μερικοί των οποίων ζούν ακόμη και ταλαιπωρούν την Εκκλησία της Ουκρανίας.…!

Τα γεγονότα της «Περεστρόϊκας»,  εκτός των άλλων,  πρόσφεραν    και «ιεροκρύφιες» συγκαλύψεις των  αντικανονικών δρώμενων της «ύφαλης πατριαρχίαν».  Στο «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» εκείνοι που αθετούν τα αποφασισθέντα στην  Δ΄και Ε/Στ. Οικουμενικές Συνόδους για τα δίκαια  και προνόμια του Οικουμενικού Πατριαρχείου «κανονίστηκαν» να είναι «αναθεματισμένοι».  Όλα τα ανωτέρω  ιστορικά συμβάντα είναι  ενδεικτικά ότι στην Κύπρον και στον Άθωνα «χορεύουν τον Ησαΐα»   υπό τους ήχους του ντεφιού της Άρκτου. Γι’ αυτό  αγνοούν τις συνέπειες της παρακοής στην συνοδική  «ψήφο των πλειόνων»  και  ότι «το προνόμιον της Εκκλήτου» λειτουργεί μετά από έκκληση στην ζωή της Εκκλησίας και επιτρέπει την κανονικήν αποκατάσταση της αμφίβολης αποστολικής διαδοχής των ιερομένων και ότι δυνάμει του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου   απενεμήθη το 1593 η πατριαρχική τιμή! Τα γραφόμενα από Κύπριο ιεράρχη η από συνεργάτη του περί του «Ουκρανικού θέματος» δείχνουν θεολογική και κανονική αμορφωσιάς άξια οίκτου και  μνημονεύονται μόνον στις επίσημες σελίδες της «ύφαλης»  Μοσχόβιας πατριαρχίας.- Α.Π.

Βασική βιβλιογραφία  Ιβάν Σοκολόφ. Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως κατά τον 19ον αιώνα. Πετρούπολη 1904 – Θεσσαλονίκη 2011.  έκδ. University  Studio  Press.