Τὸ ἀρχαιότερο εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. «Ἑλληνικὸν»παρεκκλήσιον Κατακόμβης τῆς Πρισκίλλης. Ρώμη Β´αἰώνας
ΤΑ  «ΔΕΣΠΟΤΙΚΑ»   ΤΟΥ   ΧΡΙΣΤΟΥ  ΣΚΕΥΗ
  Εἰσήγηση  στὸ  Γ !  Λειτουργικὸ Συμπόσιο.   Νεάπολη  Θεσσαλονίκης, 16   ‘Οκτωβρίου  2001

Ἡ αναζήτηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεού βιώνεται από τὸν ἂνθρωπο ἀπὸ τὴν αὐγή τῆς προϊστορίας του σὲ ὂλα τὰ μήκη καὶ τὰ πλάτη της γῆς.  Σὲ ὃλες τὶς προϊστορικές και ἱστορικὲς περιόδους τῆς παρουσίας του στον πλανήτη αὐτό βεβαιώνεται , ὣστε σήμερα ἡ  επιστήμη τῆς Θρησκειολογίας νὰ αναβαθμίζει τὸ θρησκευτικὸ βίωμα στὸ ἒνστικο τοῦ «ιεροῦ» που υπάρχει καὶ ἀντιστοιχεῖ στὴν  στὴν πραγματικότητα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ!  Ἡ ἒκφραση αὐτοῦ τοῦ ἐνστίκτου εἲτε υπό τὴν χθόνια, εἲτε τὴν ὑψηλή μορφή της κατά την λατρεία της μεταχειρίζεται σύμβολα καὶ σκεύη για τούς καθαρμούς και τις ἱεροπραξίες ποὺ αντιφεγγίζουν τις βαθύτερες προσεγγίσεις του θείου μυστηρίου. Βέβαια τὰ τελετουργικὰ κατάλοιπα ἀπὸ θρησκευτικές πράξεις στὰ παλαιολιθικὰ χρόνια στὸ ἑλληνικὸ ἒδαφος εἶναι μέχρι τώρα σχεδὸν ἀνύπαρκτα.  Μόνον οἱ ἂνθρωποι ποὺ ἒζησαν ἀπὸ τὴν νεοντερτάλια ἐποχή, δηλαδὴ  πρὶν 30 χιλιᾶδες χρόνια καὶ κάτω, ἐμφανίζονται νὰ εξέφραζαν τὸ ἱερό τους δέος πρὸς τὴν Ὑπερκείμενη Δύναμη  μὲ σύμβολα και σκεύη γιὰ νὰ γαληνεύσει ¨η βούληση καὶ τὸ συναίσθημά τους. Στὰ προϊστορικὰ καὶ στὰ αρχαϊκὰ χρόνια οἱ ἀνασκαφικὴ ἒρευνες ἀπεκάλυψε ἂφθονα εὑρήματα σκευῶν καὶ συμβόλων τῆς λατρευτικῆς ζωῆς ὃλων των λαῶν ποὺ  μελετᾶ ἡ ἐπιστήμη τῆς Θρησκειολογίας. Ὃμως ἐκεῖνο ποὺ ἒχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ  τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ἡ σύντομη ἐξιστόρηση τῶν ἱερῶν σκευῶν  τῆς  μόνης καθαρής  Μονοθεϊστικῆς Ἀποκαλύψεως ποὺ παρεδόθη διὰ τοῦ Ἀβραάμ στον λαὸ τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ καὶ ὀργανώθηκε λατρευτικὰ ἀπὸ τὸν Μωϋσέα καὶ τὸν Ἀαρών.

Ἡ Κιβωτὀς. Τὸ θυμιατήριο. Ἡ Μενορὰ. κτλ.

  1. Περί εὐχαριστιακῶν ειδῶν.

ἄρτος κατὰ τὴν βιβλικὴ παράδοση εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο βασικὸ εἶδος διατροφῆς ποὺ στὰ  μεταπτωτικὰ χρόνια μὲ κόπο ἐξασφαλίζεται (Γεν.γ´19 ). Σὰν ἐπιούσιος ἄρτος γιὰ τὴ διατροφὴ τοῦ λαοῦ τῆς Παλαιστίνης,  κατασκευάζετο συνήθως ἀπὸ κριθάρι, ἐνῶ οἱ εὐκατάστατοι χρησιμοποιοῦσαν τὸ ἀλεύρι τοῦ σίτου. Ὅμως καὶ οἱ δύο ἄρτοι ἦταν ἔνζυμοι-ζυμῖτες. Ὁ ἄρτος ἀπὸ σιτάρι ἐθεωρεῖτο καθαρώτερος καὶ γι’αὐτὸ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σόλωνα πρόσφεραν στοὺς θεοὺς τους μόνον ἔνζυμο ἄρτο ἀπὸ σιτάρι. Οἱ τελετουργικὲς ὁδηγίες τοῦ Λευϊτικοῦ γιὰ τὴν κατασκευὴ τῶν ἅρτων τῆς προθέσεως, ἀπαιτοῦν νὰ χρησιμοποιεῖται τὸ ἄνθος τοῦ ἀλεύρου ἀπὸ σκληρὸ  σιτάρι, ὅπως εἶναι τὸ σιμιγδάλι (κδ´ 5-8).  Αὐτὸ πρέπει νὰ ζυμώνεται μὲ φρέσκια καὶ ἐνεργὸ μαγιὰ, ἐκτός  βέβαια ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Πάσχα, ποὺ παρατίθετο ὁ ἄζυμος ἄρτος. Ὁ ἄρτος ψηνόταν στὸ φοῦρνο ἤ σὲ προθερμασμένη πέτρα καὶ ἡ βρώση του ἔγινε συνώνυμη μὲ τὸ βασικὸ γεῦμα διατροφῆς ( Λουκ. ιδ´.15, Πραξ.β´. 42 ). Μεταφορικὰ ὁ ἄρτος συνδέθηκε καὶ μὲ τὸν λόγο  τοῦ Θεοῦ ( Δευτ. η´.3, Ἀμ. η´ . 11, Ματθ. δ´ . 4 ). Γνωρίζουμε ὅτι οἱ κοινοὶ ἄρτοι ἐχαράσσοντο ἀπὸ ἐπάνω ἤ ἔφεραν τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀρτοποιοῦ γιὰ τὴν ἐγγύηση τῆς ποιότητός τους. Ἀλλὰ καὶ οἱ προσφερόμενοι στοὺς θεοὺς ἄρτοι ἦταν ἐνσφράγιστοι μὲ τὸ σύμβολο ἤ τὸ σημεῖο γιὰ νὰ δείχνουν πὼς εἶναι ἀφιερωμένοι.  Ἡ  σφράγιση γινόταν ἀκόμη καὶ γιὰ νὰ προστατευθεῖ ἡ  ὑγεία ὅσων  θὰ τοὺς κατέλυαν. Ὅμως, ἡ σφράγιση τοῦ ἄρτου  μὲ κάποιο εἰδωλολατρικὸ  σύμβολο, τοῦ  ἔδινε τὸν  χαρακτῆρα  τοῦ εἰδωλόθυτου καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀπόφευγαν τὴν βρώση του γιὰ νὰ μὴ μολυνθοῦν ἀπὸ τὰ εἴδωλα ( Α´ Κορ.ι´ 21).

Ἡ παρασκευή τοῦ οἴνου ἀπὸ τὸν γεωργὸ Νῶε ἔγινε μετὰ τὸν Κατακλυσμό(Γεν.θ´.20-21). Ὁ οἶνος στὸ ‘Ισραὴλ ἦταν βαθυκόκκινος, γλυκὸς, πλούσιος σὲ οἰνόπνευμα καὶ τανίνι καὶ γι’αὐτὸ ἦταν καὶ φάρμακο ἀπολυμάνσεως. Δὲν τὸν χρησιμοποιοῦσαν καθημερινὰ οἱ ‘Εβραίοι παρὰ μόνον τὸ Σάββατο καὶ τὶς ἑορτὲς. Ὁ οἶνος ἔτερπε τὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ ( ψαλμὸς ρδ´ (104). 15) καὶ προτύπωνε τὴ συμμετοχὴ στὸ ²μεσσιανικὸ² συμπόσιο. Ἐθεωρεῖτο ἐκλεκτὸ προϊὸν καὶ εἶχε τὴ θέση του ἀπὸ παλαιὰ στὶς θυσίες. Προερχόταν ἀπὸ σταφύλια, ποὺ εἶχαν, μετὰ τὸν τρύγο, ἐκτεθεῖ στὸν ἥλιο δέκα μερόνυκτα καὶ ἄλλες πέντε μέρες στὴν σκιὰ καὶ τὴν δεκατηέκτη ἡμέρα ἐτοποθετοῦντο στὸ ληνὸ (πατητήρι). Τότε ἄρχιζε νὰ ρέει ὁ γλυκύτατος μοῦστος, ποὺ ἀποθηκευόταν σὲ πιθάρια ἤ καὶ σὲ ἐνσφράγιστους ἀμφορεῖς. Ἡ πύκνωση τοῦ οἴνου γινόταν γιὰ λόγους συντηρήσεώς του καὶ γι’αὐτὸ ἀπαιτεῖτο ἡ κράση του μὲ ποσότητα νεροῦ καὶ ἠ προσεκτικὴ χρήση του. Ἡ ἀραίωσή του ἦταν, ἕνα μέρος οἴνου, πρὸς δύο μέρη νερό. Ἡ ἀνάμειξη αὐτὴ γινόταν σὲ εὐρύστομο  ἀγγεῖο, μὲ βραχὺ λαιμὸ καὶ δυὸ λαβὲς, τὸν κρατῆρα, ὅπου ὁ ἄκρατος οἶνος, κρατηρίζετο, γιὰ νὰ μεταβληθεῖ σὲ κρασί.κράση αὐτὴ γινόταν στὰ ἐπίσημα συμπόσια ἐνώπιον τῶν συνδαιτυμόνων μὲ δυὸ ἀκόμη σκεύη, τὴν οἰνοχόη καὶ τὴν ὑδροχόα.ἄκρατος οἶνος, ἐχρησιμοποιεῖτο κυρίως γιὰ τελετουργικὴ χρήση, ὅπως γινόταν σὲ κάθε δεῖπνο τοῦ Πάσχα. Στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος  κάθε συμποσίου, ἐπιβαλόταν ἡ νίψη τῶν χειρῶν μὲ τὸ εἰδικὸ σκεῦος τοῦ χερνιβόξεστου (κανάτα μὲ λεκάνη).

σῖτος, ὁ οἶνος καὶ τὸ ἔλαιον εἶναι κατὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ πεμπτουσία τῶν προϊόντων γιὰ τὴ συντήρηση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ τὰ εὐγενέστερα ἀντίδωρα εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεόν καὶ  στοὺς φίλους του. Ἕνας κατ’ἐξοχὴν φίλος τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ Ἄβραμ (Γεν.ιβ´.25),  τὸν ὁποῖον ὑποδέχθηκε στὴν Ἰερουσαλὴμ ὁ «ἀγενεολόγητος» ἱεροβασιλέας Μελχισεδὲκ μὲ ἄρτο καὶ οἶνο(Γεν.ιδ´18), ποὺ ἦταν κάτοχος μιᾶς εἰδικῆς ἱερωσύνης, ἀνώτερης ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔδωσε ἀργότερα ὁ Θεὸς στὸν Ἀαρὼν(Ἑβρ.α´-ιζ´).

προσφορὰ τοῦ Μελχισεδὲκ. Δεξιὰ, τὸ ψηφιδωτὸ ἀπὸ τὴν Παναγία τὴν Μείζονα τῆς Ρώμης   ε´αἰῶνας καὶ ἀριστερὰ,  ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀπολλινάριο ,παρὰ τὸν λιμένα στ´ αἰῶνας.

Στὴν ἱερωσύνη τοῦ Μελχισεδὲκ προτυπώνεται τὸ θεῖο πρόσωπο τοῦ Μεσσία Ἰησοῦ( Ἑβρ.ε´.6,10 καὶ στ´20), ποὺ κατέστησε τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο ἱερὰ ἀντίτυπα τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματός Του. Τὸν συμβολισμὸ αὐτὸ τονίζει ἡ σημερινὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν ἀρχαίων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν(Συροϊακωβιτῶν κ.ἄ.), ποὺ θεωροῦν τὴν Πρόθεση τῶν δώρων τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ὡς προσφορὰ κατὰ τὴν τάξη Μελχισεδὲκ. Εἶναι γνωστὸ πὼς ὁ ἄρτος στὴν Ἀνατολὴ εἶχε κυκλικό σχῆμα, ὅπως εἶναι μέχρι σήμερα. Πιθανὸ νὰ ἀκολουθοῦσε παραδοσιακὰ τὸ σχῆμα τοῦ πιάτου καὶ ἦταν συνήθως λεπτὸς στὸ πάχος, γι’αὐτὸ γιὰ νὰ κοπεῖ δὲ χρειαζόταν μαχαίρι. Τεμαχιζόταν μὲ τὰ δύο χέρια ἐπάνω  στὸ  τραπέζι. Ὁ τρόπος εὐλογίας  καὶ τεμαχισμοῦ  τοῦ  ἄρτου ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ,  ἐνώπιον τοῦ  Λουκᾶ καὶ  τοῦ Κλεώπα (Λουκ. κδ´,13-32),  στὴν Ἐμμαοὺς εἶναι χαρακτηριστικός.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ Εὐχαριστία εἶναι τὸ  κέντρο  τῆς  ζωῆς  καὶ  τῆς ἑνότητος  τῆς ‘Εκκλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ  συντελέσθηκε  στὸ  τελευταῖο  Δεῖπνο ἑνώνει  ὀργανικὰ  τὴν θεία  Χάρη  σ’ὅλα  τὰ λοιπὰ  μυστήρια. Κατὰ τὴν πρώτη ἱερουργία τοῦ μυστηρίου  χρησιμοποιήθηκε βασικὰ ἕνα μόνον σκεῦος  τὸ ποτήριο. Τὸ σκεῦος αὐτὸ δὲν ἦταν πήλινο, ἀφοῦ τότε ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψη περὶ ἀκαθαρσίας τῆς χοϊκῆς ὕλης. Βέβαια μαρτυρεῖται καὶ ἄλλο ἕνα σκεῦος, τὸ τριβλίον, δηλαδὴ μιὰ πιατέλα ποὺ εἶχε φαγητὸ, ὅμως δὲν χρησιμοποιήθηκε στὴν Κλάση τοῦ Ἄρτου, παρὰ γιὰ τὴν ὑποδείξει τοῦ ‘Ιούδα!  Τὸ ποτήριο ὡς σύμβολο χρησιμοποιήθηκε πολλὲς φορὲς  ἀπὸ τὴν προφητεία τῆς Π.Διαθήκης γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ πλησμονὴ τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ (Ἠσ.να´17.22.Ἰερ.κε´,15-22)καὶ γιὰ νὰ ὑψωθεῖ ἡ προσδοκία τῆς σωτηρίας (Ψαλμ.ριστ´.13). Ὁ Ἰησοῦς χρησιμοποίησε τὸ ποτήριο καὶ τὸ πιᾶτο, ὡς σύμβολο γιὰ νὰ δείξει στοὺς Φαρισαίους τὸν τρόπο τοῦ καλοῦ ἐσωτερικοῦ καθαρμοῦ( Μαρκ.ζ´4.Ματθ.κγ´25.).  Ἀνέφερε τὸ ποτήριο καὶ στοὺς υἱοὺς Ζεβεδαίου(Ματθ.κ´.22) καὶ ἀργότερα στὴν κρίσημη ὥρα τῆς προσευχῆς του στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὡς σύμβολο «τοῦ πάθους» του (Ματθ.κ´.22).  Τέλος παραδόθηκε ἀπὸ τὸν Ἴδιο ὡς ποτήριο ποὺ περιέχει τὸ Αἵμα του «τὸ τῆς Καινῆς Διαθήκης» (Μαρκ.ιδ´.24).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, τὶς ἑσπερινὲς ὥρες τῆς Πέμπτης 13 τοῦ μηνὸς Νισὰν, παραθέτει στοὺς μαθητὲς Δεῖπνο κατὰ τὸ ὁποῖο κατέστησε τὰ δυὸ εἴδη, τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνον, εὐχαριστιακὰ καὶ ἐχέγγυο τῆς ὕψιστης λυτρώσεως: «Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου·.., τοῦτό γὰρ  ἐστι τὸ αἷμά μου…»(Μαρκ.ιδ´.22-23. Ματθ.κστ´.26-28.Λουκ.κβ´. 19-20. Α´Κορ. ια´. 24-25.). Στὸ ἀδελφικὸ  αὐτὸ ἀποχαιρετιστήριο Δεῖπνο, μὲ τὸν εἰδικὸ  πασχάλιο χαρακτῆρα, ἡ πόση ἐγινόταν μὲ κάποιο γιὰ τὴν περίσταση κατάλληλο ποτήριο ἀπὸ μέταλλο, ὅπως ὥριζε καὶ τὸ τυπικὸ τοῦ ἐπίσημου δείπνου τοῦ Πάσχα.  Τὶ ἀκριβῶς εἶπε καὶ τὶ ἔπραξε ὁ Ἰησοῦς σ’αὐτὸ τὸ Δεῖπνο τὸ ἐγνώριζαν ὅλοι οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ πρώτη χριστιανικὴ γενεά. Τὰ ἀκριβῆ λόγια του πρῶτος τὰ κατέγραψε ὁ  Παῦλο στὴν Α´ Ἐπιστολὴ στοὺς Κορινθίους (Α´,ια´.23-26). Τὰ διηγήθηκαν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια μιὰ περίπου δεκαετία μετὰ καὶ οἱ εὐαγγελιστὲς. Σύμφωνα μὲ τὰ ἱερὰ κείμενα:   ὁ Ἰησοῦς εὐλόγησε, ἁγίασε καὶ διαμοίρασε πρῶτα τὸν ἄρτο μὲ τὰ χέρια του. Μόνον ὁ Λουκᾶς καὶ ἡ «Διδαχὴ»τῶν Ἀποστόλων (ΙΧ,2)  δίνουν προτεραιότητα στὸ κέρασμα μὲ τὸ ποτήριο(κβ´,17), ἵσως ἀπὸ ἐπίδραση τῆς ἰουδαϊκῆς τάξεως τοῦ  πασχάλιου δείπνου.  Ὁ Παῦλος μάλιστα δὲν παραδίδει μόνον τοὺς «Κυριακοὺς Λόγους»  συστάσεως τοῦ μυστηρίου, ἀλλὰ καὶ διευκρινίσει (κεφ.ι´.16-17)  καὶ τὸν τρόπο τελέσεως τῆς Εὐχαριστίας ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς συνεργᾶτες τους στὸ δεύτερο περίπου τέταρτο τοῦ α¢ αἰῶνα. Γράφει:« τὸ ποτήριο τῆς εὐχαριστίας, μὲ τὸ ὁποῖο κοινωνοῦμε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅταν κόβουμε καὶ μοιράζουμε τὸν ἄρτο, τρώγοντάς τον δὲν κοινωνοῦμε μὲ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ;». Μετὰ ἀπὸ ἑξήντα χρόνια ἕνα ἀποστολικὸς πατέρας, ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Ἰγνάτιος, ἐπαναλαμβάνει πάλι τὴν ἴδια τάξη. Γράφει στοὺς Φιλαδελφεῖς:« Φροντίστε νὰ ἔχετε μία λειτουργία. Διότι μία εἶναι ἡ σάρκα (δηλ. ὁ ἄρτος) τοῦ Κυρίου ἡμῶν ‘Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἕνα ποτήριον σὲ ἕνωση τοῦ αἵματός του, ἕνα θυσιαστήριο, ὅπως ἕνας ὁ ἐπίσκοπος μαζὶ μὲ τὸ πρεσβυτέριο καὶ τοὺς διακόνους συνδούλους μου»(Φιλαδ.δ´.5-6.πβλ γιὰ τὸν ἄρτο καὶ εἰς  τοῦ ἰδίου Ρωμ.γ´.3-5). Ὕστερα ἀπὸ ἑκατὸ περίπου χρόνια ἀπὸ τὴν παύλεια μαρτυρία, περὶ τὸ 150 μ.Χ., ὁ Ἰουστῖνος στὴν «Α´ Ἀπολογία» του πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο τὸν Εὐσεβῆ, γράφει ὅτι δίδεται: «τῷ προεστῶτι τῶν ἀδελφῶν ἄρτος, καὶ ποτήριον ὕδατος καὶ κράματος  … οὐ γὰρ ὡς κοινὸν ἄρτον,οὐδὲ  κοινὸν πόμα ταῦτα λαμβάνομεν»(Μinge Ρ.G.6.420 ἐξ., ὅπου καὶ τὸ διάγραμμα τῆς τότε καὶ σήμερα εὐχαριστιακῆς λατρείας). Βεβαιώνεται ἡ χρήση τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ «κλάσματος»τοῦ ἄρτου καὶ ἀπὸ τὸ ἀρχαϊκὸ κείμενο τῆς «Διδαχῆς», ποὺ εἶναι ἔργο τοῦ τέλους τοῦ α´ καὶ τῶν μέσων τοῦ β´ αἰῶνα( Μinge Ρ.G. 1.κεφ.9-10 ). Τὸν γ´ αἰῶνα ἡ «Ἀποστολικὴ Παράδοσις»τοῦ Ἰππολύτου διέσωσε τόσα σημαντικὲς πληροφορίες καὶ μάλιστα τὸν λειτουργικὸ σύνδεσμο Ἀλεξανδρείας καὶ Ρώμης (βλ.«Tradition  Apostolique» ἔκδ.καὶ μετ. Β.Βοtte, Μünster 1963 σ 28-29).

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν δύο πρώτων αἰώνων ὑπάρχουν καὶ σπουδαῖες παραστάσεις ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὴν χρήση τοῦ ποτηρίου ὡς κύριου εὐχαριστιακοῦ σκεύους. Ὅμως τὸ μοίρασμα καὶ ἡ περισυλλογὴ τῶν ὑπολειμμάτων τῶν κλασμάτων τοῦ Ἄρτου ἀπαιτοῦσε τὴν χρησιμοποίηση καὶ ἑνὸς δίσκου. Τὰ κείμενα μιλοῦν γιὰ τεμαχισμὸ κατὰ τὴν Κλάση τοῦ Ἄρτου. Γνωρίζουμε ὅτι κατὰ τὸν χορτασμὸ τῶν πεντακισχιλίων ὁ Ἰησοῦς προσευχήθηκε ²εὐχαριστιακὰ² καὶ: « πῆρε τοὺς ἄρτους τοὺς ἔκοψε σὲ κομμάτια καὶ τοὺς μοίρασε στοὺς μαθητὲς του καὶ ἐκεῖνοι στὸ πλῆθος»(Ματθ.ιδ´.19). Τελικὰ μάζεψαν τὰ περισσεύματα σὲ δώδεκα κοφίνια. Τὸ ἴδιο φαίνεται πὼς ἐπαναλάμβαναν οἱ ἱερουργοὶ τῆς Εὐχαριστίας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες μὲ ἕνα μικρότερο σκεύος, ὅπως εἶναι ὁ δίσκος,  ἀντὶ κοφινιοῦ.

Ἄς ἔλθουμε τώρα στὶς πρῶτες παραστάσεις τῶν εὐχαριστιακῶν δείπνων τοῦ ἑλληνικοῦ παρεκκλησίου τῆς Κατακόμβης τῆς Πρισκίλης τῆς Ρώμης, ποὺ  χρονολογοῦνται τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ β´αἰῶνα. Στὴ ἀρχαιότερη ἀπεικόνιση συμμετέχουν ἑπτὰ πρόσωπα γύρο ἀπὸ ἡμικύκλιο ἀνάκλιντρο ὅπως τότε ἐσυνήθιζαν. Ἀπ’αὐτὰ τὰ πρόσωπα μιὰ εἶναι πεπλοφοροῦσα γυκαῖκα, ποὺ μᾶλλον συμβολίζει τὴν Ἐκκλησία.  Στὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ τραπεζιοῦ παρατίθεται δισκόμορφο πιάτο μὲ δύο «ἰχθύες», ἐνῶ στὸ δεξιὸ μέρος ἕνα ἄλλο πιάτο μᾶλλον μὲ πέντε «κλάσματα» ἄρτων. Στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ ἕνα γενειοφόρο πρόσωπο, ποὺ φέρει χιτώνα (τούνικα) καὶ ἰμάτιο (πάλλιον),  «ἐκτείνει» τὰ δυὸ χέρια του σὲ στάση εὐλογίας πρὸς ἕνα ποτήριο σὰν κάνθαρος, μὲ δυὸ λαβὲς γιὰ τὴν πόση τοῦ «κράματος». Οἱ ἕξη συναχθέντες ἁπλώνουν τὴν δεξιά τους πρὸς στὸ κεντρικὸ δίσκο γιὰ νὰ «γευθοῦν» κάτι ἀπὸ τὸν «ἰχθύν». Ἡ σκηνὴ διευρύνεται δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀπὸ κοφίνια μὲ ἄρτους, σκηνὴ ποὺ ὑπενθυμίζει τὸ θαῦμα τῶν πεντακισχιλίων(Ἰω.στ.32), θεωρούμενο  σύμβολο τῆς  Εὐχαριστίας. Ὁ Ἰωσὴφ Βίλπερ τὸ 1894 συνέκρινε τὸ δεῖπνο αὐτὸ μὲ ἄλλα 38 δεῖπνα ποὺ ἀπεικονίζονται σὲ διάφορες Κατακόμβες τῆς Ρώμης καὶ κατέληξε στὸ συμπέρασμα πὼς τὸ εἰκονιζόμενο δεῖπνο εἶναι ἡ ἀρχαιότερη γνωστὴ εὐχαριστιακὴ Κλάση τοῦ Ἄρτου.

Ἡ παρουσία τοῦ ἰχθύος εἶναι ἀσφαλῶς οὐσιωδῶς συμβολικὴ.       Στὴν ἀκροστιχίδα τοῦ ΙΧΘΥΣ κρυπτογραφεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαϊκώτερα ὁμολογιακὰ σύμβολα τῶν χριστιανῶν, ὅτι  : ὁ ησοῦς Χριστὸς, εἶναι τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου καὶ ὄχι τὰ εἴδωλα καὶ ἡ θεοποιημένη ἐξουσία τῶν αὐτοκρατόρων. Ἐξ ἄλλου κατὰ τὸν Ὠριγένη,  ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ τροπικῶς ἰχθὺς» καὶ κατὰ Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα (Παιδ.Γ´.11), πρὸς ἐξορκισμὸ πρέπει νὰ «σφραγίζωνται» μὲ τὸ σύμβολο αὐτὸ ἀκόμη καὶ τὰ οἰκιακὰ σκεύη τῶν χριστιανῶν. Ἡ σφράγιση αὐτὴ τῶν σκευῶν ἀσφαλῶς ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι πολὺ ἐνωρὶς (β´αἰῶνας) ὁ ἰχθὺς ταυτιζόταν συμβολικὰ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀφοῦ ἐσφράγιζαν τὰ σκεύη μὲ τὸν ἰχθὺν, πολὺ περισσότερο θὰ ἐνδιαφέροντο νὰ σφραγίσουν μὲ τὸ σύμβολο αὐτὸ  καὶ τὸν ἄρτο τῆς Εὐχαριστίας,  ὅπως συνήθιζαν νὰ κάνουν οἱ ἐθνικοὶ γιὰ τοὺς ἄρτους ποὺ ἀφιέρωναν στοὺς θεούς τους. Φαίνεται πὼς  καὶ οἱ χριστιανοὶ ἐμιμήθηκαν τὴν ἀντίστοιχη συνήθεια. Ἡ ἀρχαϊκὴ ἀπεικόνιση  τοῦ ἰχθύος-Χριστοῦ νὰ φέρει ἐπάνω του ἕνα κοφίνη μὲ ἄρτους καὶ φιάλη μὲ ἐρυθρὸ οἶνο, εἶναι σαφὴς εὐχαριστιακὴ ταύτιση.

Τὸ μεμονωμένο αὐτὸ θέμα ὑπενθυμίζει τὸν «Ἄρτο τῆς ζωῆς», ἀλλὰ καὶ τὸν οἶνον τῆς  θείας Εὐχαριστίας. Αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ στὸ τέλος τοῦ β¢ αἰῶνα καὶ ἡ γνωστὴ ἐπιτάφια ἐπιγραφὴ τοῦ ἐπισκόπου Ἱεραπόλεως Ἀβερκίου, ποὺ μιλᾶ γιὰ : τροφὴ «ἐκ τοῦ ἰχθύος ἐσθίειν…οἴνον χρηστὸν ἔχουσα, κέρασμα δίδουσα μετ’ἄρτου»!

Ὅπως ἐσφραγίζοντο μὲ ἰχθὺν οἱ ἄρτοι τῆς Εὐχαριστίας, ἔτσι ἐσφραγίζοντο μὲ τὸν ἰχθὺν καὶ οἱ ἀμφορεῖς μὲ ἐγγυημένο οἶνο γιὰ τὴν Εὐχαριστία. Αὐτὰ μαρτυροῦν εὑρήματα ποὺ ἀναφέρονται στὸ ἔργο ΙΧΘΥΣ τοῦ Φρ.Ντέλιγκερ (Μόναχον,!922-!940). Ἡ συνήθεια τῆς σφραγίσεως τῶν ἄρτων ἄλλαξε μετὰ τὸν θρίαμβο τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον λόγος νὰ γίνεται συμβολικὴ ἀναφορὰ στὸν ἰχθύν-Χριστὸν καὶ καθιερώθηκε ἡ νέα σφραγίδα. Αὐτὴ συνδύαζε δυὸ ἱστορικὲς ρήσεις: τὴν θεία παρότρυνση: «τούτω νίκα» πρὸς τὸν Μ.Κωνσταντῖνο καὶ τὴν νικητήρια ἰαχὴ τῶν χριστιανῶν: « Χριστὸς νικᾶ»! Ἔτσι προέκυψε ἡ γνωστὴ σήμερα σταυροφόρα σφραγίδα: ΙΣ   ΧΣΝΙ  ΚΑ ! Τὴν προσχισματικὴ προέλευση τῆς σφραγίδος πιστοποιεῖ μέχρι σήμερα ἡ γενικὴ χρήση της στὸν ἔνζυμο καὶ στὸν ἄζυμο ἄρτο τῆς Εὐχαριστίας σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

Μιὰ ἄλλη σημαντικὴ ἀπεικόνιση μὲ εὐχαριστιακὸ νόημα βρέθηκε στὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Καλλίστου καὶ εἶναι τῆς  ἴδιας  περίπου ἐποχῆς μὲ τὴν πρώτη.  Σ’ αὐτὴν ὅμως πρωταγωνισθοῦν δύο πρόσωπα.  Ἀριστερὰ στέκεται κατ’ἐνώπιον  ἕνας ἀσκεπὴς ἄνδρας, ποὺ φορεῖ χιτώνα καὶ ἰμάτιο καὶ στὰ πόδια σανδάλια. Προσέρχεται σὲ μιὰ κινητὴ τρίποδη τράπεζα καὶ προσφέρει ἕνα εὐρύστομο κύπελλο καὶ ἕνα ἔνζυμο ἄρτο. Προσβλέπει πρὸς στὸ θεατὴ τῆς παραστάσεως. Δεξιὰ στὴν προσφορὰ αὐτὴ δέεται, πάλιν κατ’ἐνώπιον, μὲ ἀνασηκωμένα τὰ δυό του χέρια ἕνα μυστηριῶδες πρόσωπο  μὲ «ἱερὴ» καλύπτρα. Αὐτὸ φέρει κοντὸ σχετικὰ χιτώνα, σὰν τὸ μοναχικὸ κολόβιο καὶ εἶναι ζωσμένο στὴ μέση του, ἕτοιμο γιὰ νὰ διακονήσει τὴ θυσία.  Γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτὸ ὑπάρχει ἐνδοιασμὸς ἄν εἶναι ἄνδρας ἤ γυναῖκα, ὁ Χριστὸς ἤ ἕνας ἐπίσκοπος ἤ τέλος εἶναι ἡ ²δεομένη² Ἐκκλησία; Στὴ λιτὴ αὐτὴ εἰκόνα ἔχουμε πάλι μιὰ ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες τελέσεις τῆς  θείας Εὐχαριστίας.

Ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὶς παραστάσεις διαπιστώθηκε ὅτι πρῶτο σκεῦος τελέσεως τῆς Εὐχαριστίας εἶναι τὸ ποτήριο.  Ἀπὸ τὶς παραστάσεις τῶν Κατακομβῶν διαπιστώνεται ὅτι ἡ Κλάση τοῦ Ἄρτου γίνεται ἤδη σὲ ἕνα ἤ περισσότερους δίσκους ὡς μία πράξη. Ὅταν συναντήθηκαν, στὰ μέσα περίπου τοῦ β´ αἰῶνα, στὴ Ρώμη οἱ ἐπίσκοποι Ἀνίκητος καὶ Πολύκαρπος, ὁ ἕνας ἐκ Δύσεως καὶ ὁ ἄλλος ἐξ Ἀνατολῆς καὶ τέλεσαν μαζὶ τὴν ἴδια Εὐχαριστία (Εὐσεβ.Ἐκκλ.Ἱστ.V.24, 16), εἶχαν ἐμπρός τους ὡς σκεύη, τὸ κρατῆρα-ποτήριο καὶ τὸ δίσκο. Αὐτὰ, ξεχώρησαν ἀπὸ τὰ σκεύη τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ λόγο τῆς ἰδιάζουσας χρήσεώς τους εὔλογα ἐθεωροῦντο ἱερὰ. Μέσα σ’αὐτὰ  συντελεῖτο ἡ μεταβολὴ τῶν εὐχαριστιακῶν εἰδῶν, τοῦ  ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ ²Δεσπότη²Χριστοῦ καὶ γι’αὐτὸ χαρακτηρίστηκαν ὡς : τὰ Δεσποτικὰ Σκεύη τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἱερότητά τους προστάτευσε τὸ βιβλικὸ παράδειγμα τῆς τιμωρίας τοῦ Βαλτάσαρ, ποὺ εἶχε οἰκτρὸ τελος γιατὶ βεβήλωσε τὰ σκεύη τοῦ ναοῦ τῶν Ἰεροσολύμων (Δαν.ε´. 1,18). Οἱ ἐπίσκοποι Ρώμης Σίξτος Α´(115-125) καὶ Σωτήριος (166-175) θεωροῦσαν καὶ τὰ δύο αὐτὰ σκεύη, ἱερὰ πράγματα ἀνέγγικτα ἀπὸ τοὺς λαϊκούς.

Ἡ περίοδος τῶν διωγμῶν ἦταν μακρότατη καὶ οἱ ἐπίσκοποι ἦταν φειδωλοὶ στὴν ἀπόκτηση πολυτελῶν κινητῶν σκευῶν καὶ πραγμάτων, ποὺ εὔκολα κατάσχοντο. Σὲ κάθε διωγμὸ ὁ πρῶτος στόχος ἦταν τὰ βιβλία καὶ τὰ σκεύη τῶν χριστιανῶν. Ὅμως καὶ ἡ ἱερότητά τους ἐπέβαλε τὴν προσεκτικὴ κατασκευή τους. Διάταξη τοῦ Ρώμης Ζεφυρίνου (199-217) ἐπέβαλε  νὰ γίνωνται ἀπὸ πολύτιμο μέταλλο ἤ γιαλὶ, ἵσως ἐπειδὴ περνοῦσαν ἀπὸ ²καθαρτήρια² φωτιὰ. Κατασκευάζοντο ἀκόμη καὶ ἀπὸ στηλβωμένο σκληρὸ καὶ εἰδικὸ ξύλο γιὰ νὰ μποροῦν σὲ στιγμὴ ἀνάγκης νὰ τὰ καύσουν. Ὅμως πολλὲς φορὲς οἱ συνεχεῖς διώξεις τοὺς ἀνάγκαζαν νὰ χρησιμοποιοῦν καὶ τὰ κοινὰ σκεύη. Ὑπάρχει μαρτυρία ὅτι στὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ γ¢ αἰῶνα ὁ Ρώμης Οὐρβανὸς ὁ Α´(222-230) ἐπέβαλε τὴν γενικὴ χρήση τῶν ἀργυρῶν σκευῶν στὶς συνάξεις. Μάλιστα μὲ τὴ φροντίδα του κατασκευάσθηκαν 25 ἀργυροὶ δίσκοι γιὰ τὶς ἰσάριθμες συνάξεις χριστιανῶν τῆς Ρώμης.  Πιθανὸν αὐτὸ νὰ εἶχε  χαρακτῆρα ἀντιμινσίου, ποὺ ἔδειχνε τὴν ἐξάρτηση   τῶν χριστιανῶν τῆς ἐπαρχία του ἀπὸ τὴν κεντρικὴ ἐπισκοπικὴ τέλεση τῆς Εὐχαριστίας. (Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἵσως καὶ νὰ σχετίζεται καὶ μὲ τὴν ἀπονομὴ τιμητικοῦ τίτλου  στοὺς χριστιανικοὺς ναοὺς τῆς Ρώμης, ποὺ ἀργότερα ἐξελίχθηκε σὲ ἰδιάζουσα τιμὴ πρὸς τὸν προϊστάμενό τους, ὡς καρδιναλίου. Παράλληλο παράδειγμα ὑπάρχει καὶ στὴν ‘Αλεξάνδρεια, ὅπου οἱ προϊστάμενοι τῶν χριστιανικῶν ναῶν της, ἦταν μᾶλλον χωρεπίσκοποι καὶ γι’αὐτὸ χειροτονοῦσαν τὸν πατριάρχη ‘Αλεξανδρείας, ἀσκοῦντα καὶ ἐκεῖ, ὅπως στὴ Ρώμη, μοναρχικὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας). Ἐπομένως εἶναι ἀληθινὴ ἡ ἀπαίτηση τῶν διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸν ἀρχιδιάκονον Ρώμης Ἅγιο Λαυρέντιο, τὸ 258, νὰ τοὺς παραδώσει τὰ πολύτιμα ἀργυρὰ σκεύη τῶν ναῶν τῆς Ρώμης καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἀπήντησε πὼς τὸ πολυτιμώτερο ποὺ εἶχε ἦταν οἱ πολλοὶ πτωχοὶ ποὺ τοὺς διέτρεφε!

Ὅλη αὐτὴ τὴν περίοδο τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, μέχρι τὸν σκληρότατο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ (303-304), δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ, πὼς ὑπάρχει διαφορετικὴ ἐνδυμασία σὲ κληρικοὺς ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, ὅπως δείχνουν οἱ εἰκονιζόμενοι κληρικοὶ σὲ νωπογραφίες τῶν κατακομβῶν καὶ ὁ ἀνδριάντας τοῦ ‘Ιππολύτου τοῦ 237, τὸ ψηφιδωτὸ τοῦ Ἀμβροσίου (ε´αἰῶνας) κ.ἄ.

.Ὁ Ρώμης Ἰππόλυτος(170-236) Ὁ Ραβέννης Μαξιμιανὸς.,στ´αἰῶνας.

Οἱ παραστάσεις κληρικῶν εἶναι ἀψευδεῖς μάρτυρες. Τὸ ἱερατικὸ σχῆμα ἐμφανίζεται γιὰ τοὺς κληρικοὺς τοῦ κόσμου μόνον μετὰ τὸν στ´ αἰῶνα! Κανένας Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας τῆς περιόδου αὐτῆς δὲν ἔφερε ξεχωριστὴ καθημερινὴ ἐνδυμασία, παρὰ τὴν ἀρχαιοπρεπέστερη καὶ ἐπισημότερη τῆς ἐποχῆς του. Μόνον γιὰ τοὺς ἀφιερωμένους  στὸν μοναχικὸ βίο ὑπῆρχε ἀπὸ τὸν δ´ αἰῶνα διαφορετικὴ  ἐνδυμασία μὲ βάση τὸ κολόβιον .

Μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ γνωστὸ Ἀρχιερατικὸ βιβλίο τῆς Ρώμης, αὐτὸ ποὺ κωδικοποιεῖ τὸν στ´αἰῶνα τὶς ἀρχαιότερες παραδόσεις, πὼς ὁ Ρώμης Στέφανος ὁ Α´ (254-257) ἀπαγόρευσε στοὺς κληρικοὺς ὅλων τῶν βαθμῶν νὰ φέρουν ἐκτὸς τῶν ἀκολουθιῶν τὸν λευκὸ λειτουργικὸ χιτώνα (τὸ  στιχάριο), καὶ κάθε ἄλλο σχετικὸ διακριτικὸ ἀξιώματος τους. Ὁ διάδοχός του Εὐτυχιανὸς (275-283) ἔδωσε τὴν  ἐντολὴ νὰ θάπτωνται μὲ τὴν διακονικὴ δαλματική μόνον οἱ μάρτυρες κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ. Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς πρέπει νὰ ἴσχυαν σὲ ὅλο τὸ κλῖμα τῆς Ρώμης, μέσα στὸ ὁποῖο τότε ἦταν ἡ Μητρόπολη Κορίνθου καὶ οἱ ἐπισκοπὲς της, αὐτὲς ποὺ συμπίπτουν μὲ τὸν σημερινὸ ἑλλαδικὸ  χῶρο.

Ἡ  λατρεία τῆς ‘Εκκλησίας ἀπὸ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ δ´ αἰῶνα ἀρχίζει νὰ καταγράφεται. Κάθε ἐκκλησιαστικὸ κέντρο διαμορφώνει τὴν δική του τάξη καὶ σὲ κάποιο συνδυασμὸ μὲ τὴν τάξη τῶν λοιπῶν ἀρχαίωνἘκκλησιῶν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ οὐσία τῆς λατρείας παραμένει ἡ ἴδια, ὅπως καὶ τὰ σκεύη καὶ μόνον γίνεται παραλλαγὴ κατὰ τόπους ἀπὸ δευτερεύοντα λειτουργικὰ ἔθιμα. Ἔτσι προέρχονται οἱ διάφορες ²οἰκογένειες² τῶν λειτουργικῶν τύπων, ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα ἔγκυρου ἀποστόλου ἤ ἱεράρχη τοῦ ἀρχαίου ἐκκλησιαστικοῦ κέντρου ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ προέρχεται ἡ Λειτουργία. Στὰ διάφορα λειτουργικὰ κείμενα μαρτυρεῖται ὅτι ἐχρησιμοποιοῦντο καὶ περισσότεροι δίσκοι καὶ κρατῆρες(Migne Ρ.G.92.στ.1001), ὅταν ὑπῆρχαν πολλοὶ πρὸς κοινωνία.

Ἡ γενναιοδωρία τῶν χριστιανῶν αὐτοκρατόρων ἐπέτρεψε ὄχι μόνον τὴν ἐλεύθερη ἀνάπτυξη σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῶν Λειτουργικῶν Τεχνῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑψηλὴ αἰσθητικὴ στάθμη στὴν κατασκευὴ τῶν ἱερῶν σκευῶν. Ἡ Μικροτεχνία, ὡς χρυσοχοϊα, χυμευτικὴ, ἀργυροχοϊα καὶ χαλκουργία, συνέχισε τὴν πανάρχαια προσφορὰ της καὶ γιὰ τὴν ‘Εκκλησία. Δυστυχῶς, ἡ ἀξία τῶν μετάλλων κατέστησε τὰ ἱερὰ σκεύη ἀρπακτικὴ λεία τόσον τῶν διαφόρων ἐπιδρομέων, ὅσον καὶ τῶν κατὰ καιροὺς ἀρχόντων σὲ ἡμέρες οἰκονομικῆς καχεξίας τοῦ κρατικοῦ κορβανᾶ. Εἶναι εὐτύχημα πὼς μερικὰ ἀντικείμενα ἐσώθηκαν ἀπὸ τὸ λειώσιμο  γιατὶ κάποιοι τὰ ἀπέκρυψαν καὶ σήμερα ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη τὰ φέρνει στὸ φῶς. Μεταξύ αὐτῶν εἶναι καὶ ἱερὰ σκεύη τελέσεως τῆς Εὐχαριστίας, τὰ ὁποία διακρίνονται ἀπὸ τὰ κοσμικὰ κυρίως ἀπὸ τὰ εἰκονιζόμενα θέματα καὶ τὶς ἐπιγραφὲς ποὺ ἔχουν. Σήμερα οἱ σφραγῖδες  γνησιότητος τοῦ μετάλλου, μᾶς δίνουν καὶ τὴν ἀσφαλῆ χρονολόγηση τους.

Ἡ ἐλεύθερη οἰκοδόμηση τῶν ναῶν διαμόρφωσε στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου περίπου σήμερα ὑπάρχει ἡ Πρόθεση, τὸν τόπο τοῦ παστοφορίου. Ἐκεῖ τοποθετήκε ἡ κυκλικὴ συνήθως τράπεζα τῶν προσφορῶν,τὸ μενσατόριον, ὅπου οἱ πιστοὶ προέθεταν τὰ δῶρα τους καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὰ παρελάμβαναν οἱ διάκονοι γιὰ νὰ τὰ μεταφέρουν στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὁ ἐπίσκοπος καὶ ἀργότερα καὶ οἱ πρεσβύτεροι τὰ «ἀνέφεραν» ὡς τίμια δῶρα καὶ τὰ «ἁγίαζαν». Τὸ παρατραπέζιο αὐτὸ εἶχε τὴ μορφὴ ἑνὸς μεγάλου δίσκου μὲ ὑποπόδιο. Στὴν πραγματικότητα καὶ ὁ δίσκος στὸν ὁποῖον ἀπέθεταν τὸν προσφερόμενο ἄρτο ἦταν μιὰ σμίκρυνση τοῦ παρατραπεζίου. Ἕνας τέτοιος ἀσημένιος δίσκος εἶναι αὐτὸς ποὺ κατασκευάσθηκε γύρω ἀπὸ τὸ 518 στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀνῆκε στὸν ἐπίσκοπο Τόμης Πατρικὸ. Στὸ κέντρο ἔχει χαραγμένο τὸ σύμπλεγμα τοῦ Μ.Κωνσταντίνου τὸ χριστόγραμμα Χ Ρ, ποὺ ἔχει πλέον ἀπὸ τὸ δεύτερο τέταρτο τοῦ δ´ αἰῶνα ἐπικρατήσει ὡς σύμβολο καὶ σφραγίδα τοῦ ‘Ιησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὰ νομίσματα ὡς αὐτοκρατορικὸς θυρεός. ‘Απὸ τὸν στ´ αἰῶνα ἔχουμε καὶ ἄλλους  εὐχαριστιακοὺς δίσκους προερχομένους ἀπὸ θησαυροὺς ποὺ βρέθηκαν κοντὰ στὴν ‘Αντιόχεια τῆς Συρίας, στὴν Κυρήνεια τῆς Κύπρου, στὴν Μυτιλήνη  κ.ἀ. Εἶναι οἱ ἀργυροὶ δίσκοι: τῆς Ρίχας καὶ τῆς Στούμας (565-578), οἱ ὁποῖοι στὸ κέντρο τους ἀντιγράφουν ἀπὸ τὴν εἰκονογραφία τὴ  παράσταση τῆς Μεταδόσεως καὶ Μεταλήψεως  τῶν ἀποστόλων. Εἶναι διαστάσεων 35-37 ἑκατοστὰ καὶ  μᾶς δίνουν μιὰ σημαντικὴ πληροφορία: πὼς τὸν στ´ αἰῶνα, τὸ πρόσφορο γιὰ τὸν ἀμνὸ ἦταν τότε περίπου 30 ἑκατοστὰ, ἀρκετὰ μεγάλο ἀφοῦ  κοινωνοῦσαν  οἱ περισσότεροι τῶν  χριστιανῶν. Στὸν δίσκο τῆς Στούμας, τὸ κεντρικὸ θέμα τῆς Κοινωνίας περιμετρικὰ περιβάλλεται μὲ ὠοειδὴ ἀσπίδια γιὰ νὰ τοποθετοῦνται ἐκεῖ οἱ  ἐμβαπτισμένες στὸ Αἷμα μερίδες τοῦ Ἀμνοῦ γιὰ τὴν Κοινωνία, ὅπως προβλέπει ἡ τάξη  τῆς Εὐχαριστίας τῶν ‘Ιεροσολύμων, ἡ λεγόμενη τοῦ Ἁγίου ‘Ιακώβου. Στὶς παραστάσεις Κοινωνίας τῶν ἀποστόλων ποὺ ἀπεικονίζονται στοὺς ἱεροὺς αὐτοὺς δίσκους, ἤ ἀκόμη καὶ σὲ ἱστορήσεις τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου τῆς ἴδιας ἐποχῆς, σὲ ψηφιδωτὰ ἤ μικρογραφίες (Ραβέννα,Εὐαγγέλιο Ροζάνο κ.ἄ.), διακρίνουμε καὶ δίσκους μὲ ὑποπόδιο, ὅπως καὶ κρατῆρες διαφόρων σχημάτων μὲ δύο λαβές. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι οἱ ἱεροὶ δίσκοι τῆς ‘Αντιοχείας συνοδεύοντο καὶ ἀπὸ ἕνα ἀργυρὸ ριπίδιο, κάτι ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν  παράλληλη χρήση τοῦ σκεύους αὐτοῦ στὴν Εὐχαριστία, ὅπως γνωρίζουμε ὅτι γίνεται μέχρι σήμερα στὶς λειτουργίες τῶν Ἀνατολικῶν ‘Εκκλησιῶν( Ἀρμενίων, Συριάνων κ.ἄ).

Ἡ Ἐκκλησία ἤδη ἀπὸ τὸν δ´αἰώνα προστατεύει ἐπίσημα τὰ ἱερὰ της σκεύη ἀπὸ κάθε σφαιτερισμὸ καὶ βεβήλωση μὲ αὐστηροὺς ἱεροὺς κανόνες (73 καν.Ἀποστ.). Ἀπαγορεύει στοὺς μὴ ἀνοίκοντες στὸν ἀνώτερο κλῆρο, κατώτερους κληρικοὺς ἤ λαϊκοὺς, ἀκόμη καὶ νὰ τὰ ἀγγίζουν (21 καν.Λαοδ.). Ἡ  ἀφαίρεσή τους ἀπὸ τὸ ναὸ θεωρεῖται πράξη ²θεοστυγὴς καὶ ἁγιοσυλία² καὶ τιμωρεῖται μὲ καθαίρεση καὶ ἀφορισμό (10 καν. Πρωτοδευτ.). Μιὰ μόνον ἐξαίρεση ἀναγνωρίζει ὁ Ἰουστινιάνειος κώδικας (1,2,3,): ἐπιτρέπεται ἡ ἐκποίηση χρυσῶν καὶ ἀργυρῶν σκευῶν καὶ ἡ χώνευσή  τους, μόνον γιὰ τὴν ἐξαγορὰ αἰχμαλώτων καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς πείνας τοῦ λαοῦ.

‘Απὸ τὸν η´ μέχρι τὸν ια´ αἰώνα, ποὺ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐξέλιξη τῆς Ἀκολουθίας τῆς Προσκομιδῆς, ἔχουμε μιὰ διαφοροποίηση τοῦ μεγέθους τοῦ δίσκου ποὺ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὸ προσκομιζόμενο πρόσφορο καὶ τὸν τρόπο Κοινωνίας τῶν πιστῶν.  Μάλιστα ὅταν εἰσάγεται σὲ γενικὴ χρήση ἡ λαβίδα, ( λαβίδα ὡς σχῆμα μοιάζει μὲ τὸ κέστρο ποὺ ἀρχικὰ ἐχρησιμοποιεῖτο στὴν ἐγκαυστικὴ εἰκονογραφία), τὸ πρόσφορο μικραίνει μὲ συνέπεια καὶ ὁ δίσκος νὰ σμικρυνθεῖ καὶ νὰ μεταβληθεῖ στὸ γνωστό μας δισκάριον. Ὑπάρχει στὸ μουσεῖο τοῦ Λούβρου τοῦ θ´-ι´ αἰώνα ἕνα τέτοιο δισκάριο ἀπὸ ἀχάτι πλάτους 12,3 ἑκατ., γιὰ μικρὸ ἀρτίδιο προσφόρου. Τὸν ια´ καὶ ιβ´αἰώνα ἡ κοπὴ ἐκ τοῦ προσφόρου τοῦ  ἀμνοῦ καὶ ἡ παράθεση τῶν μερίδων τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων, τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, διευρύνει πάλι τὸ μέγεθος τῶν δισκαρίων στὸ παλαιὸ τους σχῆμα καὶ ἔχουν πλάτος μεταξὺ τοῦ 0,34 καὶ 0,41 ἑκατοστῶν. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ δισκαρίου παίρνει  ἑξάλοβη ὁκτάλοβη μορφὴ.  Παραδείγματα εἶναι δυὸ δισκάρια, τὸ ἕνα εἶναι ἀπὸ ἀλάβαστρο καὶ σώθηκε στὸ Σκευοφυλάκιο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τῆς Βενετίας καὶ τὸ δεύτερο ἀπὸ ἄργυρο μὲ μιὰ ἐξαιρετικὴ Σταύρωση καὶ μικρὲς προτομὲς ἱεραρχῶν, προερχόμενο ἀπὸ τοὺς Ἁγίους ‘Αποστόλους τῆς Βασιλεύουσας, σωζόμενο στὴ Γερμανία. Ἡ λειτουργικὴ ἐξέλιξη τῆς Προσκομιδῆς εἶχε  ἐπίπτωση στὴν διαμόρφωση τοῦ σχήματος τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ δισκαρίου, καθὼς καὶ ἐπὶ τῶν  εἰκονιζομένων σ’ αὐτό θεμάτων. Τὰ παραδείγματα ποὺ ἀναφέρω δὲν εἶναι καὶ τὰ μοναδικά.

Ἤδη ἀπὸ τὰ προεικονομαχικὰ χρόνια κύριο μέταλλο κατασκευῆς τῶν δίσκων ἦταν ὁ ἄργυρος καὶ ὁ χρυσὸς. Ἔχει ὅμως ἀρχίζει καὶ ἡ χρησιμοποίηση τῶν πολύτιμων σκληρῶν λίθων ὡς βασικὸ ὑλικὸ τοῦ δισκαρίου ἤ καὶ τῆς κούπας τοῦ κρατῆρα. Συνήθως γίνεται ἐπεξεργασία τοῦ ἀχάτι ἤ τοῦ ἀλάβαστρου, τοῦ ὄνυχα ἤ τοῦ σαρδόνιον, τοῦ χαλκηδόνιου ἤ καὶ τοῦ ἰάσπιδος. Διακοσμοῦν τὴν κούπα τοῦ ποτηρίου καὶ τὴν βάση του στὸ ἄνω χεῖλος μὲ πλούσια σχέδια ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀσήμι, ἀλλὰ καὶ μὲ εἰκονίδια ἀπὸ σμάλτα, μὲ πολύτιμους καὶ ἡμιπολύτιμους λίθους, μὲ ἐπιγραφὲς ἀπὸ χωρία τῶν Κυριακῶν Λόγων: «Λάβετε..Πίετε..», ἀλλὰ καὶ μὲ διάφορες ἀφιερώσεις. Στὴν ἐποχὴ ὅμως τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας τὸ ὑλικὸ κατασκευῆς τῶν ἱερῶν σκευῶν τῶν ναῶν τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων ἔγινε εὐτελέστερο. Ἐξαίρεση ὑπάρχει μόνον γιὰ κάποιες σημαντικὲς μονὲς. Ἐκεῖ τὰ σκεύη εἶναι συνήθως ἀργυρὰ καὶ περίτεχνα καὶ ἀποτελοῦν ἀφιερώματα  πλουσίων δωρητῶν.  Στὸ κέντρο τοῦ δισκαρίου συνήθως φιλοτεχνεῖται ὁ Παντοκράτορας, ὡς αὐτοκράτορας φερόμενος ἐπὶ τῆς ἀσπίδος, ἡ Σταύρωση ἤ ἡ Ἄκρα Ταπείνωση ἤ ἀκόμη ἡ Ἐπιτάφια κλίνη καὶ τέλος ἡ φάτνη  τῆς Βηθλεέμ. Τὸν ιβ´αἰῶνα  γιὰ νὰ προφυλαχθεῖ ὁ προσκομιζόμενος ἄρτος καὶ οἱ γύρω του μερίδες στὴν «Μεγάλη Εἴσοδο» ἀπὸ τὸ ἄμφιο τοῦ καλύμματος, τοποθετοῦνται ἐπάνω ἀπὸ τὸ δισκάριο δύο συνήθως ἀργυρὰ διασταυρούμενα ἡμικυκλικὰ ἤ πιόσχημα μεταλλικὰ ἐλάσματα, εἶναι ὁ ἀστερίσκος, συμβολίζοντας τὸν ἀστέρα ποὺ ἔλαμψε κατὰ τὴν Γέννηση.  Στὴν Ἀνατολὴ μετὰ τὸν ιστ´ αἰώνα τὸ δισκάριο καὶ τὸ ποτήριο,  καλύπτονται ἀπὸ ἕνα εἶδος  μικρῶν στεμμάτωνμιτρῶν καὶ παραλείπονται ὁ ἀστερίσκος καὶ τὰ καλύμματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀέρα.

Στὴν νεώτερη Ἑλλάδα ἡ τοπικὴ κατασκευὴ  δισκαρίων δὲν προσθέτει τὸ ὑποπόδιο.  Ὅμως τὸν ιθ¢ αἰῶνα γίνεται μεγάλη εἰσαγωγὴ δώρων καὶ ἀφιερωμάτων δισκοπότηρων ἀπὸ τὴν ὁμόδοξο ἁγία Ρωσία. Τὰ ρωσικὰ δισκάρια ἔχουν ὑποπόδιο καὶ τὰ λειτουργικὰ ἄμφια τους προσαρμόσθηκαν καὶ ἔγιναν σταυροειδὴ.  Τελικὰ τὸ ὑποπόδιο τοῦ δισκαρίου θεωρήθηκε πρακτικώτερο καὶ τὸ μιμήθηκαν καὶ οἱ ἐγχώριοι κατασκευαστὲς.  Σπανίζει ἡ εἰσαγωγὴ δισκαρίων ἀπὸ τὴν Δύση λόγῳ τοῦ μικροῦ μεγέθους τῶν λατινικῶν δισκαρίων καὶ τῆς λεπτότητος τοῦ προσκομιζομένου σ’αὐτὰ τοῦ ἀζύμου ἄρτου, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὔρους ποὺ χρειάζεται ἡ κατ’Ἀνατολὰς Προσκομιδή .

Τὸ ποτήριο σύμβολο θυσίας καὶ Εὐχαριστίας ἀποκτᾶ ἰδιάζουσα σημασία γιὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι τὸ σκεῦος μεταγγίσεως στοὺς βαπτισμένους τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γι’αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖται ποτήριον τοῦ Κυρίου ( Α´ Κορ.ια´,21. .26-29 ). «Ὁ κρατὴρ (ἐστι) τὸ ρήσιον ποτήριον, ὅπερ δέδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐν τῷ δείπνῳ» γράφει ὁ πατριάρχης Γερμανός (Μigne Ρ.G. 98,400). Τὸ ποτήριο  τοῦ Κυριακοῦ Δείπνου πάντοτε εἶχε ἀνάλογες διαστάσεις πρὸς τὴν ποσότητα τοῦ κράματος οἴνου καὶ ὕδατος ποὺ εἶχε ἀνάγκη ἡ σύναξη τῶν πιστῶν. Ἡ Μετάληψη ἀπὸ μικρὸ «κύπελλο» πόσεως, ὅπως ἦταν ὁ κύαθος καὶ ὁ κάνθαρος ἐχρησιμοποιεῖτο στὶς μικρὲς συνάξεις τῶν χριστιανῶν. Τὸ πλῆθος τῶν κοινωνούντων στὴν ἀρχαῖα Ἐκκλησία ἐπέβαλε τὴ χρήση εὐρύστομου ἀγγείου, κατάλληλου γιὰ τὴν ἀνάμειξη οἴνου καὶ ὕδατος, μὲ βραχὺ μίσχο καὶ στρόγγυλη  βάση καὶ μὲ δυὸ λαβὲς γιὰ τὴν στερεότητά του καὶ γι’αὐτὸ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ κρατῆρα.

Κρατῆρες -ποτήρια τῆς Ρώμης, τῆς Ραβέννας καὶ τῆς Ἀντιοχείας ἀπὸ τὸν ε´μέχρι τὸν ζ´αἰῶνα.

Οἱ κρατῆρες ἔχουν πανάρχαια σχέση μὲ τὶς μυστηριακὲς τελετὲς καὶ τὰ συμπόσια. Στὴν ἀρχαιότητα οἱ θεωρούμενοι ἀσεβεῖς ἀποκλείοντο ἀπὸ τὶς σπονδὲς καὶ τοὺς κρατῆρες. Στὸν Ὅμηρο ἔχουμε ἤδη ἀργυροὺς κρατῆρες. Πολλὲς φορὲς γιὰ τὶς μεγᾶλες συνάξεις τῶν χριστιανῶν δὲν ἐπαρκοῦσε ἕνας κρατῆρας, γι’αὐτὸ ἔχουμε πολλοὺς κρατῆρες καὶ δίσκους νὰ ἁγιάζωνται στὶς ἀρχαῖες Λειτουργίες τοῦ Κλήμεντος καὶ τοῦ ‘Ιακώβου. Ἡ διακόσμηση τοῦ μετάλλου τῶν εὐχαριστιακῶν κρατήρων  μὲ τὴν παράσταση τοῦ Καλοῦ Ποιμένα, μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν Τερτυλλιανὸ (155-240). Αὐτὸ δείχνει πὼς οἱ κρατῆρες ποὺ τότε ἐχρησιμοποιοῦντο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶχαν συμβολικὴ εἰκονογραφία πιστὰ δεμένη μὲ τὸν ‘Ιησοῦ Χριστὸ. Τὸ σχῆμα τῆς κούπας τοῦ ποτηρίου ποὺ μᾶς παραδόθηκε μέχρι σήμερα ὑπενθυμίζει τὸν ἀρχαῖο κρατῆρα. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε τὸ Ἄσμα τῶν Ἀσμάτων ποὺ γράφει:« ὀμφαλός σου κρατὴρ τορευτὸς μὴ ὑστερούμενος κρᾶμα·», δηλαδὴ, «ὁ κόλπος σου(εἶναι) τορνευτὸς κρατῆρας καὶ δὲν τοῦ ἀπολείπει τὸ εὐωδιαστὸ κρασὶ (ζ´ 3). Ἕνας τέτοιος κρατῆρας ἱστορήθηκε στὸ θριαμβικὸ τόξο τῆς ἀρχαίας βασιλικῆς τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μείζονος στὴ Ρώμη (432-440) στὴν παράσταση Μελχισεδέκ καὶ Ἀβραάμ. Παρόμοιοι κρατῆρες εἰκονίζονται καὶ σὲ ψηφιδωτὰ τῆς Ραβέννας (Στ´.αἰῶνας).

Σπουδαῖος παραμένει ὁ ἐπιχρυσωμένος ἀργυρὸς  κρατῆρας τῆς ‘Αντιοχείας( τοῦ τέλους τοῦ Στ! μὲ ἀρχὲς τοῦ Ζ´ αἰῶνα), ποὺ βρίσκεται σήμερα στὸ Μητροπολιτικὸ Μουσεῖο τῆς Νέας Ὑόρκης. Ἡ διακόσμησή του ἀπηχεῖ τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς εὐχῆς τῆς Διδαχῆς, ποὺ λέγει: «εὐχαριστοῦμέν σοι, πάτερ ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς ἁγίας ἀμπέλου Δαβίδ τοῦ παιδός σου». Εἰκονίζεται δύο φορὲς ἔνθρονος καὶ ἀγένειος ὁ ‘Ιησοῦς Χριστὸς, νὰ εὐλογεῖ τὸν ἀμνὸ. Τὸν περιβάλλουν σὲ κάθε πλευρὰ ἀνὰ δύο ἔνθρονοι εὐαγγελιστὲς, (σύνολον τέσσερεις) μέσα σὲ ἑλικοειδεῖς κληματίδες, γεμᾶτες ἀπὸ φύλλα καὶ τσαμπιὰ σταφύλια καὶ διάφορα πτηνὰ  μαζὶ μὲ ἄλλους ἕξη ἀκόμη ἀποστόλους. Μὲ τὴν ἄμπελο, τὸ κατ’ἐξοχὴ σύμβολο τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ, συνέκρινε τὸν ἑαυτόν του ὁ Ἰησοῦς, πολὺ πρὶν καθαγιάσει τὸν καρπὸν της, τὸν οἶνον, ὡς τὸ Αἷμα του. Λίγα τέτοια πολύτιμα ἔργα τῆς μεταλλοπλαστικῆς διασώθηκαν ἀπὸ τὴ καταστροφικῆς μανία κάποιων κάθε ἐποχῆς.

Μέχρι τὶς ἀρχὲς τοῦ η´ αἰῶνα, ἡ ἐκλεπτισμένη τεχνικὴ ἱκανοποιεῖ τοὺς φιλότεχνους ἀφιερωτὲς καὶ κατασκευάζονται σκεύη ὑψηλῶν αἰσθητικῶν ἀξιώσεων. Ἵσως σ’αὐτὴ τὴν ὑπερβολὴ νὰ ὀφείλεται  καὶ ἡ παρατήρηση τοῦ ἐπισκόπου Μαγνεντίας Ἁγίου Βονιβατίου, φωτιστοῦ τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν Γάλλων, ποὺ ἔλεγε στὴν Σύνοδο τῶν Τρεβήρων: πὼς παλαιὰ, οἱ χρυσοὶ ἱερεῖς χρησιμοποιοῦσαν ξύλινα ποτήρια, τώρα ποὺ ἔχουμε χρυσὰ ποτήρια ἀποκτήσαμε ξύλινους ἱερεῖς!

Ἀκόμη καὶ οἱ δύο ἐντοίχιες ψηφιδωτὲς ἀπεικονίσεις τῶν προσφορῶν τοῦ ‘Ιουστινιανοῦ καὶ τῆς Θεοδώρας στὸν ἅγιο Βιτάλιο τῆς Ραβέννης (στ ´ αἰῶνας), ἀναπαραστοῦν τὰ ἱερὰ σκεύη, ποὺ ἦταν σὲ χρήση τὴν λαμπρὴ αὐτὴ περίοδο. Τὸ ποτήριο ποὺ κρατεῖ ἡ Θεοδώρα γιὰ νὰ τὸ προσφέρει εἶναι ὅμοιο περίπου μὲ τὸν κρατῆρα τῆς Ἀντιοχείας τῆς ἴδιας ἐποχῆς. Σύμφωνα μὲ ἕνα ὑπολογισμὸ ἔχει χωρητικότητα δύο λίτρων κράματος οἴνου καὶ ὕδατος καὶ μαρτυρεῖ τὴν εὐρύτατη μετάληψη τοῦ περιεχομένου του σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση. (Δυστυχῶς στὴ Δύση ἔπαυσε ἡ κοινωνία ἀπὸ τὸ ποτήριο γιὰ τοὺς λαϊκοὺς τὸ διάστημα ἀπὸ τὸν ιβ´ μέχρι τὸν ιγ´αἰώνα ποὺ προκάλεσε πολλὲς συζητήσεις στὴν Ἀνατολὴ. Μόλις δὲ τὰ τέλη τοῦ Κ´αἰώνα ἐπανῆλθε μερικῶς ἡ άρχαῖα πράξη σύμφωνα μὲ ἀπόφαση τῆς Β´ Βατικανῆς Συνόδου.)

 Ἡ μεγάλη ἀκμὴ τῶν Τεχνῶν ἀνακόπηκε μὲ τὴν ἐπικράτηση τῶν συντηρητικῶν ἀντιλήψεων τῆς Εἰκονομαχίας (726-843). Ἐπιβάλεται  αὐστηρὴ λιτότητα στὰ ἱερὰ σκεύη ποὺ καταπίεσε τὴν καλλιτεχνικὴ δημιουργία. Παράλληλα οἱ δημεύσεις πολυτίμων ἐκκλησιαστικῶν σκευῶν καὶ πραγμάτων καὶ ἡ καταστροφή τους χάρη τῆς ἀξίας τοῦ μετάλλου τους ἀποθάρρυνε κάθε νέα ἀφιέρωση καὶ προσφορά. Ὅμως ἡ τελικὴ ἐπικράτηση τοῦ ὀρθοδόξου πνεύματος ἀπελευθέρωσε τὴν δυναμικὴ τῶν εἰκαστικῶν καὶ τορνευτικῶν Τεχνῶν διότι κατὰ τὸν Ἰωάννη Δαμασκηνόν: «οὐχ ὕλη, ὁ χρυσὸς τε καὶ ὁ ἄργυρος, ἐξ ὧν σταυροὶ καὶ πίνακες κατασκευάζονται, καὶ τὰ ποτήρια» (Α´Ἀπολογία περὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων,Μigne Ρ.G.97.1245-1249).

Μετὰ τὴ κρίση τῆς Εἰκονομαχίας ἡ Μακεδονικὴ δυναστεία ἄρχισε πάλι νὰ φιλοτεχνεῖ μὲ ἔμπνευση καὶ καλαισθησία.   Τὴν περίοδο αὐτὴ ἔχουμε ἔξοχα ἔργα κομψότητος, ποὺ ἀποπνέουν εὐγένεια καὶ ἀποτελοῦν δείγματα πολιτιστικῆς ὑπεροχῆς πρὸς τοὺς ἐξαρτώμενους καθ’οἰονδήποτε τρόπον ἀπὸ τὴ Βασιλεύουσα. Τὰ ἱερὰ σκεύη τῶν χρόνων αὐτῶν ἔχουν μὲν σμικρυνθεῖ, λόγω τῆς ἐξελίξεως τῆς Προσκομιδῆς (Ἀπὸ τὸ πρῶτο μισὸ τοῦ η´αἰώνα). Τότε εἰσάγεται  γιὰ τὴ  προετοιμασία τῆς Εὐχαριστίας ἕνα ἀκόμη μικρὸ σκεῦος, τὸ μαχαιρίδιο τῆς λόγχης γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ προσφόρου τοῦ ἄρτου τοῦ Ἀμνοῦ. Τὸ σχῆμα της ὑπενθυμίζει τὴν ἱερὴ λόγχη Πάθους, ποὺ ἐπροσκυνεῖτο τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ στὴν Μεγάλη ‘Εκκλησία, ὅπως σήμερα τὴν ἴδια ἡμέρα προσκυνεῖται στοὺς ναοὺς μας ὁ Ἐσταυρωμένος. Ἡ χρήση τῆς λόγχης ἐπιτρεπόταν μόνον πρὶν τὸν καθαγιασμὸ τοῦ Ἀμνοῦ. Μετὰ τὴν μεταβολὴ  σὲ Σῶμα Χριστοῦ ὁ τεμαχισμὸς γινόταν ὅπως τὸν ἔπραξε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὰ χέρια του. Εἶναι βάναυση πράξη λογχισμοῦ  τοῦ Σῶμα τοῦ Κυρίου ἡ παρατηρουμένη ἐσχάτως χρήση τῆς λόγχης κατὰ τὴν Κοινωνία …χάρη τετραγωνισμοῦ τῶν μερίδων!

Ὅταν ὁ Ἀμνὸς ἔγινε μικρῶν διαστάσεων καὶ ἡ ποσότητα τοῦ οἴνου περιωρίστηκε καὶ τότε γενικεύθηκε ἡ χρήση τῆς λαβίδας ποὺ ἦταν ἀρχικὰ μόνον γιὰ τὰ βρέφη καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Οἱ ἱεροὶ κανόνες ὅμως εἶναι σαφεῖς(ρα´(101) τῆς Ε)ΣΤ´ Οἰκ.Συν.), :² ἡ θεία κοινωνία νὰ παρέχεται χερσὶ κοινωνοῦντος ἀνθρώπου, εἰκόνος Θεοῦ,οὐχὶ δὲ μέσω πολυτίμων.…². Μέχρι τὸν ιγ´ αἰῶνα φιλοτεχνοῦνται περίτεχνα ποτήρια, μὲ λαβὲς ἤ χωρὶς λαβὲς, δεμένα μὲ ἐπίχρυσο ἄρχυρο καὶ κοσμημένα μὲ χυμευτὰ σμάλτα. Εἶναι συνήθως ἔργα τῆς αὐλικῆς τέχνης τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ μαρτυροῦν καταπληκτικὴ  δεξιοτεχνία.  Τὸ χρυσοδέσιμο τῶν λίθων μὲ τὴν ποικιλία τῶν χρωμάτων καὶ τῶν ἀποχρώσεων, ἔδινε χάρη καὶ ὁμορφιὰ  στὰ ἱερὰ σκεύη. Σήμερα ἔχουν διασωθεῖ πολλὰ ἀπ’αὐτὰ στὰ Σκευοφυλάκια τῶν καθεδρικῶν ναῶν, τῆς ‘Ιταλίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γερμανίας, καὶ σὲ μουσεῖα Προφανῶς εἶναι λεία τῶν ἐπιδρομέων τῆς Δ ´ Σταυροφορίας στὴν ὁποία τὸ σοβαρότερο μερίδιο ἔλαβε ἡ Βενετία, ποὺ εἶχε τὴν πρωτοβουλία της.  Στὸ Σκευοφυλάκιο τοῦ Ἁγίου Μάρκου σώζονται περὶ τὰ τριάντα ποτήρια τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἡ ἀρπαγὴ αὐτὴ εἶχε καὶ τὸ θετικὸ της ἀποτέλεσμα. Διασώθηκαν μέχρι σήμερα θησαυροὶ ποὺ θὰ εἶχαν καταστραφεῖ ἀπὸ τοὺς ἡμετέρους καὶ τοὺς ἀλλόθρησκους κατακτητὲς.

Ἡ Λατινοκρατία στὰ ἐδάφη τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας ἐπέδρασε καὶ στὸ ὀρθοδόξο αἰσθητήριο.  Τὸ διέστρεψε σὲ ξένες μορφὲς καὶ ρυθμοὺς μὲ στοιχεῖα ρωμανικὰ καὶ γοτθικὰ τῆς δυτικῆς παραδόσεως. Τὴ διάσωση τῆς ἀνατολικῆς παραδόσεως διαφύλαξε στὴ Νίκαια τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ποὺ ἔδωσε καὶ πάλι νέα καλλιτεχνικὴ ὤθηση στὴν βασιλεύουσα μετὰ τὸ 1261 ποὺ ὡδήγησε στὴν Ἀναγέννηση τῆς περιόδου τῶν Παλαιολόγων. Στὸ διάστημα αὐτὸ ἵσως μὲ πτωχότερα ὑλικὰ ἡ Τέχνη προσφέρει τὴν καλαισθησίας της. Κατὰ τὴν Λατινοκρατία ἡ Μεγάλη ‘Εκκλησία τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ Εἰρήνης εἶχε καταληστευθεῖ καὶ ὁ Μιχαήλ ὁ Παλαιολόγος τῆς χαρίζει νέα πολυτελὴ σκεύη. Οἱ ναοὶ καὶ πάλι διακοσμοῦνται καὶ ἡ εὐλάβεια προσφέρει πολύτιμα ἱερὰ σκεύη καὶ ὑφάσματα. Ὅμως ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τῶν δύο ‘Ανδρονίκων φέρνει τὸ κράτος σὲ οἰκονομικὸ ἀδιέξοδο. Γιὰ νὰ πληρωθοῦν τὰ ἔξοδα τοῦ ἐμφυλίου πάλι λιώνουν  τὰ πολύτιμα μέταλλα τῶν ἱερῶν σκευῶν! Τότε ἐλάχιστα σκεύη  ἐσώθηκαν σὲ μακρυνὲς μονές. Ἔτσι τὸ 1453 οἱ νέοι κατακτητὲς μόνον λίγα πολύτιμα σκεύη βρῆκαν καὶ βεβήλωσαν μὲ τὶς αἰσχρουργίες τους, ὅπως μας διηγοῦνται οἱ ἱστορικοί.

Στὰ χρόνια τῆς δουλείας, τὰ δισκοπότηρα εἶναι κατὰ κανόνα ἀπὸ φθηνὰ μέταλλα, ὅπως ἦταν ὁ ὀρείχαλκος, ὁ κασσίτερος καὶ τὸ μολύβι. Ἔχουμε βέβαια καὶ ἱερὰ σκεύη ἀπὸ ἀσήμι, ποὺ εἶναι δῶρα συντεχνιῶν καὶ εὐκατάστατων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν δωρητῶν. Τὰ διάφορα τοπικὰ ἐργαστήρια κατασκευάζουν ἔργα ἀργυροχοΐας καὶ ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν σπουδαία καλλιτεχνήματα μὲ ἐγχάρακτο, διάτρητο ἤ ἀνάγλυφο διάκοσμο, πολλὰ τῶν ὁποίων σώζονται στὰ Σκευοφυλάκια τῶν μονῶν καὶ στὰ μουσεῖα. Χαρακτηριστικό δεῖγμα τῆς εὐλαβείας τῶν δωρητῶν εἶναι  ἡ ἐπιχρύσωση στὸ ἐσωτερικὸ τῆς κούπας, ὅπου εὐλογεῖται τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κατασκευὴ πολυτελῶν δισκοπότηρων, μὲ σμάλτα καὶ εἰκονίδια, γίνεται συνήθως σὲ ξένα ἐργαστήρια, τῆς Ρωσίας, τῆς Βλαχίας, ἀκόμη καὶ τῆς Εὐρώπης. Παράλληλα ὅμως οἱ πτωχοὶ ἱερωμένοι τῶν ἀσκητηρίων καὶ τῆς ὑπαίθρου, προμηθεύονται σκεύη τορνευτὰ ἀπὸ καλὰ σκληρὰ ξύλα, ὅπως τὸ φλαμούρι, τὸ πυξάρι, τὸ κελεμπέκι, ἤ τὴ δρῦ, κατάλληλα δουλευμένα καὶ μερικὲς φορὲς καὶ εἰκονογραφημένα. Ἄλλοι πάλι:«δὲν ἠμποροῦσαν νὰ προμηθευθοῦν  δισκοπότηρα, διότι δὲν εἶχαν χρήματα καὶ δὲν εὕρισκαν μαστόρους», ὅπως γράφει τὸ 1689 πρὸς τοὺς Βενετοὺς ὁ Χριστιανουπόλεως Ἅγιος ‘Αθανάσιος. Οἱ ναυτικοὶ καὶ οἱ ἔμποροι ποὺ ταξιδεύουν στὰ λιμάνια τῆς ‘Ιταλίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς ‘Ισπανίας ἐντυπωσιάζοντο ἀπὸ τὰ ποτήρια τῶν λατίνων καὶ ἐπρομηθεύονται κάποια ἀπ’αὐτὰ, γιὰ νὰ τὰ ἀφιερώσουν στοὺς ναοὺς τῆς πατρίδας τους. Πολλὰ ποτήρια μὲ γοτθικὲς ἤ καὶ διάφορες ἀναγεννησιακὲς ἐπιδράσεις διασώθηκαν στὶς κασσέλλες τοῦ Ἱεροῦ Βήματος παλαιῶν ναῶν τῶν νησιῶν μας.

Ὅμως μετὰ τὴν σύσταση τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους καὶ τὴν δήμευση κατὰ τὴν Ὀθωνικὴ περίοδο τῶν ἱερῶν σκευῶν τῶν διαλυομένων μονῶν, συντελέσθηκε ἀπὸ ἄγνοια μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες καταστροφὲς σημαντικῶν ἔργων Τέχνης. Λίγα χρόνια μετὰ ἡ ἀπόκτηση συγγενικῶν δεσμῶν μὲ τὸν   βασιλικὸ  Οἷκο τῆς Ρωσία ἄνοιξε τὴν ἀθρόα εἰσαγωγὴ προϊόντων τῶν ρωσικῶν ἐργαστηρίων ὑπὸ μορφὴν ἀγορῶν καὶ δωρεῶν. Ὁ ἐκρωσισμὸς τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ Ἁγίου Ὄρους δημιουργεῖ νέο κέντρο διαδόσεως τῶν ρωσικῶν σκευῶν καὶ ἀμφίων στὴν παλαιὰ καὶ τὴ νέα Ἑλλάδα μέχρι τὰ μέσα τοῦ κ´ αἰώνα. Ἡ λαμπρότητα τῆς λατρείας μας «πλουτίζεται» μὲ τὴ βαρβαρικὴ χλιδὴ τοῦ ρωσικοῦ μπαρόκ καὶ  φθηναίνει τὸ ἐκλεπτισμένο αἰσθητήριο τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως. Παρασύρεται ἡ πατροπαράδοτη βυζαντινὴ καλαισθησία  μας  στὸ πομπῶδες καὶ στὸ φλύαρο τῆς ἐξεζητημένης περισσοτεχνίας τοῦ πλούτου.  Αὐτὴ ἡ παράδοξη ὑπερβολὴ σχημάτων καὶ χρωμάτων σὲ σκεύη, ὑφάσματα καὶ σχήματα ἀμφίων, θεάτρισε τὴν σεμνότητα τῆς λατρείας μας μὲ μιὰ σκηνικὴ ὁπτικὴ ψευδαίσθηση,  ξένη πρὸς τὴν κλασσικὴ εὐγένεια τῆς Ἐκκλησίας μας.

Στὴν ἑλληνορθόδοξο ‘Εκκλησία μας, δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ ἱεροτελεστία γιὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν ἱερῶν σκευῶν, ὅπως γίνεται στὴν Ρωμαιοκαθολικὴ ‘Εκκλησία καὶ καταγράφει τὸ Μέγα Εὐχολόγιό  μας, ἀπὸ τὴν ὑφισταμένη πράξη τῆς Ρωσικῆς ‘Εκκλησίας. Ἡ χρίση ἀπὸ τοὺς λατίνους διὰ Ἁγίου Μύρου τοῦ ποτηρίου, πιθανὸν νὰ συνδέεται μὲ τὴν παράδοση τοῦ ποτηρίου στὸν προχειριζόμενο σὲ πρεσβύτερο, ὅπως γίνεται στὴ ἴδια περίπτωση στὴν Ἀνατολὴ μὲ τὴν παράδοση τοῦ Ἀμνοῦ. Μερικὲς φορὲς τὸ ποτήριο ἀλλάζει καὶ τὸν εὐχαριστιακὸ προορισμὸ του καὶ γίνεται ψηφοδόχη. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖο χρησιμοποιεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν γιὰ τὶς ἐκλογὲς ὅλων τῶν Ἱεραρχῶν του ἕνα ἀργυρὸ κρατῆρα ὡς ψηφοδόχη, τοποθετημένο στὸν σολέα, ἐπὶ τραπεζίου

Συνοπτικὰ παρουσίασα τὴν  ἐξέλιξη τοῦ δίσκου καὶ τοῦ ποτηρίου τῆς Εὐχαριστίας. Δὲν ἀναφέρθηκα στοὺς συμβολισμοὺς  ποὺ δίνουν κατὰ ἐποχὲς οἱ διάφοροι «λειτουργικοὶ» ὑπομνηματιστὲς. Ἀκόμη δὲν ἀσχολήθηκα μὲ τὰ βοηθητικὰ σκεύη τῆς Εὐχαριστίας, οὔτε καὶ μὲ τὰ λειτουργικὰ  καλύμματά τους.

Ἡ μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὰ ἱερὰ «Δεσποτικὰ» σκεύη τῆς Εὐχαριστίας πρέπει νὰ εἶναι εὔλογη. Τὰ σκεύη αὐτὰ εἶναι ἡ ἐπέκταση τῆς πνευματικῆς τραπέζης. Τὸ δισκάριο εἶναι μικρὸ φορητὸ θυσιαστήριο τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ποτήριο εἶναι ὁ μυστικὸς κρατήρας, ποὺ περιέχει τὸ ἐκχυθὲν Αἷμα ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Ἐπομένως καὶ  τὰ δυὸ αὐτὰ σκεύη εἶναι ἅγια καὶ ἱερὰ, ὅπως εἶναι θεία καὶ παναγία ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Κυρίου.

Δυστυχῶς στὰ χρόνια μας ἡ Ἐκκλησία δὲν καθοδηγεῖ στὴν ἐπιλογὴ τῶν καταλλήλων ἱερῶν σκευῶν γιὰ τὴ Θ.Λειτουργία. Τὸ θέμα ἔχει ἀφεθεῖ στοὺς τεχνῖτες καὶ  στοὺς ἐμπόρους, ἀλλὰ καὶ στὸ μορφωτικὸ ἐπίπεδο τῶν κληρικῶν καὶ τῶν λαϊκῶν δωρητῶν. Ὅμως τὸν τελικὸ λόγο πρέπει νὰ τὸν ἔχει ὁ ἐπίσκοπος καὶ ὄχι κάποιος ἀνίδεος ἤ καὶ ἰδιοτελὴς διαπραγματευτής.

Καταθέσαμε τὴν δισχιλιετὴ διαδρομὴ τῶν Δεσποτικῶν  τοῦ Χριστοῦ σκευῶν  στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας.  Ἔχουμε τὴν πεποίθηση, πὼς τὸ θέμα θὰ τὸ μελετήσουν καλύτερα οἱ νεώτεροι καὶ θὰ ὠφελήσουν περισσότερο τὸ κλῆρο καὶ τὸ λαό. Αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ γιὰ τὸν ὑπογράφοντα  πραγματικὴ  ἱκανοποίηση.

Οἱ Ἱερᾶρχες Διονύσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συλλειτουργοῦντες.

Τοιχογραφία τῶν ἀρχῶν τοῦ ιγ´ αἰῶνα ἀπὸ τὸ ἑρημητήριο τοῦ μητροπολίτη Ἀθηνῶν Μιχαὴλ Χωνιάτη  στὸ ὄρος «Ἑλληνικὸν» τῆς νήσου Κέας τῶν Κυκλάδων. Στὸ μέσον ἡ Ἁγία Τράπεζα μὲ τὰ «Δεσποτικὰ» σκεύη. Πολυσταύρια φελώνια φέρουν, κατὰ τὴν τότε τάξη,  μόνον   οἱ     διατελέσαντες   πατριᾶρχες.

Ἀριστείδης Πανώτης