Η Α.Θ.Π. ο Πατριάρχης πρώην Κωνπόλεως Μελέτιος Δ΄ στο μέσον της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Κρήτης το 1924 στο Ηράκλειο.

Ο εναγκαλισμός της Εκκλησία στη Ρωσία με την απολυταρχία των τσάρων πληρώθηκε ακριβά από το 1917 με διάφορους φρικτούς τρόπους μέσα στην πρώτη πενταετία. Όσοι αρχιερείς, κληρικοί, μοναχοί και πιστοί παρέμειναν εδραίοι στην Ορθοδοξία  και ζούσαν  σε περιοχές ελεγχόμενες από τους Μπολσεβίκους υπέστησαν μετά την κατάρρευση του Στρατού του νότου μεγάλο διωγμό κατά τον οποίον εκκαθάρισαν 28 αρχιερείς και 8000 ιερείς και διακόνους και χιλιάδες μοναχών και των μοναζουσών και μυριάδες των λαϊκών νεομαρτύρων. Όπως ο Κιέβου Αντώνιος κατέφυγε στο Φανάρι ζήτησαν προστασία και πολλοί αρχιερείς από τις  επιχορηγούμενες  ρωσικές αποστολές, όπως ο εξ Αμερικής  αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος και εκ της Κίνας ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος κ.α.,. και μυριάδες προσφύγων εκ Ρωσίας.  Το Φανάρι τους στέγασε στα καθιδρύματά του και τους διέθρεψε μέχρι να βρεθούν τρόποι  μεταφοράς τους στην Ευρώπη  και στην Αμερική. Το πρόβλημα της εγκαταστάσεως των εκ Ρωσίας ιεραρχών στο μέσο των φυγάδων χριστιανών ήταν από τα δυσκολότερα ζητήματα γιατί  έθετε το κανονικό πρόβλημα της «υπερόριας» ασκήσεως του «ενόριου επισκοπικού λειτουργήματος»,  που εξ αρχής τέθηκε ως θεμελιώδης αρχή για την πρόληψη κάθε αταξίας  και έριδος μέσα στη ζωή της  Εκκλησίας.  Πολλοί από τους πρόσφυγες αρχιερείς αντιλήφθηκαν ότι υφίστανται πλέον εντός της Μιας κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με μόνον εφόδιον την κανονικότητά τους και έγιναν διάφορες προτάσεις. Οι «εμιγκρέδες» της Δυτικής Ευρώπης ζήτησαν άμεση εξάρτηση εκ του Οικουμενικού Θρόνου και το Φανάρι επικέντρωσε την προσοχή του στο πρόσωπο  του μητροπολίτη πρώην Βολυνίας Ευλόγιου Γεωργιέφσκυ 1   μάρτυρα της τότε παρακμής του τσαρικού καθεστώτος.   Αυτός είχε λάβει εντολή ελευθερίας κινήσεως από τον πατριάρχη Τύχωνα πριν απομονωθεί και  εγκαταστάθηκε στο Παρίσι (1926-1946) μέσα στα όρια της συσταθείσας το 1922 Μητροπόλεως Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας. Εκ των πρώτων μελημάτων του ήταν με κάθε τρόπο να προσεγγίσει τους ορθοδόξους ομογενείς του σε κατ’ οίκον εκκλησίες για τη θεία ορθόδοξη λατρεία όπου υφίστατο κατάλληλος χώρος και συγκρότησε δίκτυο κοινοτήτων-ενοριών γύρω από το Παρίσι και τις δυτικές πόλεις. Η δεύτερη επιδίωξή του ήταν να συστήσει ένα Ιερατικό Σεμινάριο για να μορφωθεί εκκλησιαστικά ο νέος κλήρος. Αυτό  σε λίγο μετεξελίχθηκε κατάλληλα εμπλουτισθέν  με αξιόλογα στελέχη στο Θεολογικό Ινστιτούτο  του Αγίου Σεργίου που αποτέλεσε από το 1925 πυρήνας διαδόσεως της κατ’ Ανατολάς εκκλησιαστικής Παραδόσεως στον τότε ευρωπαϊκόν κόσμο.

Οι Ρώσοι Ιεράρχες τόσον οι διωκόμενοι εκ Ρωσίας από τους μπολσεβίκους, όσον οι διακονούντες σε διάφορες αποστολές  αναζητούν την κανονικήν αναγνώριση της Αρχιερωσύνης τους από την Μητέρα τους Ἐκκλησία της Κων/πόλεως. Μεταξύ αυτών ο Κιέβου Αντώνιος Χραποβίτσκυ, ο οποίος κατέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο  και τον δέχθηκε ὡς τον κανονικό μητροπολίτη της Ουκρανίας και διεξήγαγε μαζί τους και συζητήσεις θεολογικού περιεχόμενου για την ανασύσταση  τἠς Ακαδημίας του Κιέβου υπό την στέγη τής Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Μετέβη και στην Αθήνα όπου η Πολιτεία τον τίμησε και με την ανώτατη διάκρισή της. Την προστασία του Φαναρίου ζήτησε ο εξ Αμερικής αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος και ο εκ Κίνας ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος κ.α., και πλήθος άλλων εμπερίστατων ιεραρχών και οι μυριάδες των καταφυγόντων  προσφύγων στην Πόλη και η εκεί Ομογένεια τους περιέθαλψε στα καθιδρύματά της και τους διέθρεψε μέχρι να βρεθούν τρόποι μεταφοράς τους στην Ευρώπη και στην Αμερική. Το πρόβλημα της εγκαταστάσεως των εκ Ρωσίας ιεραρχών στο μέσο των φυγάδων χριστιανών ήταν από τα δυσκολότερα ζητήματα γιατί έθετε το κανονικό πρόβλημα της «υπερόριας» ασκήσεως του «ενόριου επισκοπικού λειτουργήματος», που εξ αρχής τέθηκε ως θεμελιώδης αρχή για την πρόληψη κάθε αταξίας και έριδος μέσα στη ζωή της Εκκλησίας.

Τραγικότατες  ήταν οι ημέρες επικρατήσεως το 1917 των ακραίων επαναστατών στην Ρωσία. Οι άφρονες επαναστατικές θεωρίες κατέστησαν  την Εκκλησία εχθρό του λαού και ο φθόνος, το μίσος και η  αρχομανία   παρέσυρε τα  πλήθη στην κατάλυση κάθε αξία της ζωής στον στυγερό εξολοθρευσμό παντός αντιφρονούντος θρησκευτικού λειτουργού και   θρησκευόμενου. Το μένος των Μπολσεβίκων απείλησε την ζωή ποιμένων και ποιμενόμενων  και ό,σοι  είχαν την δυνατότητα έφυγαν εκ της πατρίδος τους αναζητούντες σωτηρία.  Αρκετοί κατέφυγαν στο Σλαβογενές σερβικό κράτος και μάλιστα στην  ιστορική  πόλη  του Κάρλοβιτς όπου το 1699 υπογράφηκε η Συνθήκη που σημάδεψε την αρχή της Οθωμανικής παρακμής.  Τότε αναδείχθηκε η Αυστρία  κυρίαρχη δύναμη της κεντρικής Ευρώπης μέχρι που το 1918  διαλύθηκε και συγκροτήθηκαν τα νεότερα κράτη της περιοχής, της Σερβίας, της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας, της Δαλματίας και της Τρανσυλβανιάς  που αποτέλεσαν από  το 1923 την Γιουγκοσλαβία.

Στο Κάρλοβιτς συγκεντρώθηκαν πολλοί αρχιερείς και παλαιοί στρατιωτικοί εραστές του τσαρικού μεγαλείου κοντά στον φυλετικά συγγενικό λαό των  Σέρβων. Εκεί, με την άδεια του μητροπολίτη Βελιγραδίου και πατριάρχη των Σέρβων Δημητρίου (1920-!930) συνέρχεται ένα «Αρχιερατικό Συμβούλιο» που αποφασίζει την μεταφορά από τη Σταυρούπολη της Νοτιοδυτικής Ρωσίας της «Προσωρινής Ανώτατης Εκκλησιαστικής Διοικήσεως»  στο έδαφος της σερβικής Μητροπόλεως του Καρλοβιτσίου  υπό τον πρώην Κιέβου Αντώνιο. Οι εκπατρισθέντες Ρώσοι επικαλέστηκαν  τον  38ον κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου περί των προνομίων των εμπερίστατων Κυπρίων ιεραρχών να εγκατασταθούν στην Ελληνοπόντιον επαρχίαν της Μητροπόλεως  Κυζίκου και να συστήσουν την νέαν «Ιουστινιανούπολη». Όμως η συσταθείσα εκεί Ιερά Σύνοδος ξεπέρασε τα όρια της Εκκλησίας των Σέρβων και επιδίωξε κατά την τσαρική κακόδοξη Εκκλησιολογία αυθαίρετη «Υπερόρια Δικαιοδοσία»  επί των «εμιγκρέδων» δηλαδή των αυτοεξόριστων Ρώσων φυγάδων στην Δυτική Ευρώπη.  προς  σύσταση «Υπερόριας Συνοδικής Διοικήσεως». Οι εκ Ρωσίας διασπαρέντες στην Ευρώπη αρχιερείς,  χωρίς ορθόδοξα εκκλησιολογικά κριτήρια επιδιώκουν να ανασυστήσουν εκεί αυθαίρετα την διαλυθείσα «Αυτοκρατορική Εκκλησία»!  Όμως στην Ευρώπη κανονικά είχε συστήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ιταλία εκ παλαιού την Μητρόπολη Φιλαδελφείας (Βενετία) και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω του διωγμού του ποιμνίου του εκ της Ανατολής, δύο νέες Μητροπόλεις με ευρεία περιφέρεια δικαιοδοσίας, όπως την Μητρόπολη Θυατείρων με έδρα το Λονδίνο και την Μητρόπολη Κεντρώας Ευρώπης με έδρα την Βιέννη. Τότε ο πατριάρχης Μόσχας Τύχωνας λόγω των διωγμών και  της αδυναμίας αμέσου επικοινωνίας κατέστησε ελεύθερο της κανονικής εξαρτήσεως του τον ενδιατρίβοντα στο Βερολίνο  αρχιεπίσκοπο Βολυβίας Ευλόγιο Γκερογκιέφσκυ ο οποίος το 1920 μετέβη στο Φανάρι και εκτιμήθηκε η προσωπικότητά του. Μετά ο ίδιος  επισκέφθηκε τους ομογενείς του ιεράρχες στο Κάρλοβιτς και  εκεί διαπίστωσε τους αλυσιτελείς  σχεδιασμούς  των συναθροισμένων  και το 1921  ζήτησε επαφή με τους εμιγκρέδες Ρώσους της Γαλλίας που τον μετακάλεσαν  στο Παρίσι.  Το 1922 ο Τύχων τον κατέστησε μητροπολίτη αλλά εκείνος επιδίωξε να ασχοληθεί πλέον με την εκπαίδευση του ορθοδόξου κλήρου. Πλησίον του άρχισαν να  συγκεντρώνονται πολλοί  διαφυγόντες  εκ της Ρωσίας ακαδημαϊκού επιπέδου κληρικοί και θεολόγοι που άρχισαν να παραδίδουν διαλέξεις περί κλάδων της  ορθοδόξου θεολογίας που εκτιμήθηκαν πολύ. Ο μητροπολίτης Ευλόγιος εξασφάλισε μόνιμη στέγη από Λουθηρανούς και ιδρύθηκε το 1927 «το Ινστιτούτο Ορθοδόξου Θεολογίας του Αγίου Σεργίου» μέσα στα όρια της συσταθείσας το 1922 Μητροπόλεως Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας. Τότε η σύσταση αυτής της θεολογικής κυψέλης  προκάλεσε το ενδιαφέρον της Συνόδου του Καρλοβιτσίου και  θέλησε να την προσεγγίσει, ενώ ο μητροπολίτης Ευλόγιος είχε απομακρυνθεί από εκείνους από το 1926 και τούτου αρνηθέντος τον κατέστησαν  υπόδικον!

Το  Φανάρι το 1927 ζούσε την πρώτη φάση της Μεταλωζάννειας αιχμαλωσίας του και αδυνατούσε να παρέμβει στην διένεξη μεταξύ των δύο ομογενών μητροπολιτών  και την παρέπεμψε την υπόθεση στον σοφό περί το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας μας και έμπειρο των ρωσικών νεολογισμών και διενέξεων  πρώην Κων/πόλεως και τότε πατριάρχη Αλεξάνδρειας Μελέτιος Β΄τον Μεταξάκη (1926-1935), τον μέχρι σήμερα εμπαθώς υβριζόμενον από φαιδρούς και αδιάβαστους, για την πολλαπλή  διακονία του στην Εκκλησία.    Ο  τότε δευτερόθρονο Πατριάρχης ως εκ τιμής «κριτής της Οικουμένης», ανέλαβε τους φακέλους από το Φανάρι προς  μελέτη της υποθέσεως  και ύστερα από διάσκεψη μετά των μελών της Ιεράς του Συνόδου εξέτασε την διένεξη ως εμβριθής γνώστης των μετά το 1870 πεπραγμένων του ρωσικού εθνοφυλετισμού στην Μέση Ανατολή και το Άγιον Όρος και τις Η.Π.Α και έπεμψε την απόφανσή του προς τον πρ. Κιέβου Αντώνιον «και τους συν αυτώ Ρώσσους αρχιερείς» Κανονικήν Επιστολήν Σε αυτήν  μελέτησε:

  1. Ποια η υπόσταση αυτής ταύτης της Ρωσικής Συνόδου εμφανιζόμενης στο Κάρλοβιτς ως εκκλησιαστική αρχή των έξω των ορίων της Ρωσίας ορθοδόξων φυγάδων κατά τους αποστολικούς και Συνοδικούς κανόνες.
  2. Εξέτασε την κανονική αξία των αποφασισθέντων διοικητικών και νομικών αποφάσεων περί του μητροπολίτη Ευλογίου και κατέληξε στο «ανυπόστατο πάσης ανεξέλεκτης υπερόριας δικαιοδοσίας», δεδομένου ότι από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και «εκ παλαιού» κάθε αποστολική καθέδρα  Πατριαρχείου η ανεξάρτητη τοπική  Εκκλησία έχει εξ ορισμού της υποστάσεώς της κανονικόν όριο ασκήσεως της διαποιμάνσεως της υπό τον ἐνα επίσκοπόν το οποίον αυτός δεν δύναται να υπερβεί. Οι Ιεροί Κανόνες και η Ιστορία της Εκκλησία δεν αναγνωρίζουν ουδαμού  «ὑπερόρια  Εκκλησία» και στηρίζουν στην εντολή «μη μεταίρειν όρια αιώνια, τα οποία προ ημών έθεντο οι Πατέρες» και ενδεικτικός είναι ο 35ος  Αποστολικός Κανόνας που απειλεί  ποινή «κατά των τολμούντων έξω των εαυτών όρων ποιήσουν χειροτονίας» και με τον 2ον  κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου οι επίσκοποι μιας διοικήσεως δεν επιτρέπεται να «υπερβαίνουν τα όρια της διοικήσεώς τους και μεταβαίνουν άκλητοι σε άλλην διοίκηση ίνα «μη  συγχέειν τας εκκλησίας» και διαταράσσεται η ειρήνη  της ενότητός των. Στους προγεγραμμένους και φυλαττόμενους κανόνες περί διοικήσεως μόνον μία και μοναδική  υπάρχει εξαίρεση από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο δια τον αρχιεπίσκοπο Κων/πόλεως καταγεγραμμένη στον 28ον  κανόνα της. Είναι ο μόνος Πατριάρχης που έχει υπερόριο  καθήκον να μεριμνά τις κανονικές υποθέσεις των «εν τοις βαρβαρικοίς ένθεσίν  εκκλησιών» και ουδείς άλλος Πατριάρχης η αρχιεπίσκοπος και απόδειξη έμπρακτη είναι ότι μόνον μέσα στην δικαιοδοσία του Κων/πόλεως συνιστάθηκαν από τον 16ον  αιώνα νεογενείς ελεύθερες  διοικήσεις  (αυτοκεφαλίες) και ουδαμού αλλού παρουσιάζονται και μάλιστα εκείνες που ακάνονα συνιστάθηκαν από δοτή και δευτερογενή πατριαρχίας παραμένουν εσαεί ακοινώνητες στα Ιερά Δίπτυχα της Ορθοδοξίας .3                Ουδαμού στην Εκκλησιαστική Ιστορία αναφέρονται σχολάζοντες αρχιερείς να συγκροτούν εκκλησιαστική αρχή όπως είναι η  Συνόδου του Καρλοβιτσίου,  γιατί όσοι  αντιποιούνται δικαιώματα κανονικής τελείας Συνόδου και να κατέχουν και ασκούν εξουσία μη εξαιρούμενων και των « Πρώτων» της Κων/πόλεως και της Αντιοχείας εκτός του καθορισμένου κλίματός τους τιμωρούνται με την ποινή καθαιρέσεως ( 16ος  Κανόνας της Αντιόχειας ).  Η αντιποίηση κανονικών δικαιωμάτων δίχα αποφάνσεως τελείας Συνόδου,  είναι πράξη κολάσιμη εκκλησιαστικά. Επειδή η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος είχε αναγνωρίσει το αυτοκέφαλο της Κύπρου κρίθηκε ορθό να μοιραστεί η μεγάλη επαρχία της Κυζίκου ώστε να διατηρηθεί εν εξορία ως ανεξάρτητη επαρχία για να εγκατασταθεί ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου με το πλήρωμά του σε « ενόριο»  χώρο και προς τούτο διατυπώθηκε ο 9ος  Κανόνας της Πενθέκτης.  Ο πατριάρχης της Σερβίας μπορούσε να παραχωρήσει την Σιρμία επαρχία του  με την πόλη του Καρλοβιτσίου στον Κιέβου Αντώνιο για να οργανώσει εκεί  αυτός  επαρχιακή Σύνοδο υποκείμενη  στον πατριάρχη Βελιγραδίου Δημήτριο,. Η θλιβερή εξέλιξη μετά τον Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον  της Ιστορίας της δήθεν «Εκκλησίας» του Καρλοβιτσίου είχε πλήθος θλιβερών εξελίξεων εις χείρας αλλοτρίας με σιμωνικές χορηγήσεις της Αρχιεροσύνης και άλλες αντιεκκλησιαστικές πράξεις που πρόσφατα ανεξέλεγκτα συγχωρέθηκαν υπό της ρωσικής πατριαρχίας.  Έτσι ἐνώ το έργο του μητροπολίτη Ευλογίου φωταγώγησε την Εσπερία με προσωπικότητες που έδωσαν μαρτυρία τού ορθοδόξου πνεύματος και πολλούς εκκλησιαστικούς και θεολογικούς στοχασμούς που ενίσχυσαν το οικουμενικό κύρος της Εκκλησίας μας, ενώ τα υπερόρια σκιρτήματα των απογόνων των Καρλοτσιανών μόνον σκάνδαλα και φαντασιοδοξίες πρόσφεραν όπου άνθισαν,  όπως σε μας οι τρίβολοι των δήθεν «γνησίων» οπαδών της «ψευδοδοξίας» κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Τιθέμενος ο πατριάρχης Αλεξάνδρειας Μελέτιος Β΄ υπεράνω παντός προσώπου και μερίδος αποφάνθηκε με βάση στην ολότητά του 2ου  κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου  .

  1. Η απαρτισθείσα υπό τον Κιέβου Αντώνιο στο Κάρλοβιτς και αυτοκαλούμενη Αρχιερατική Σύνοδος της Ρωσικής Εκκλησίας στο Εξωτερικό είναι αντικανονική ως  αντικείμενη εις τους Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες  και την πράξη της Εκκλησίας.
  2. Ο Μακαριότατος Πατριάρχης Σερβίας δικαιούται  ν’ αναγνωρίσει εις τους Ρώσους μητροπολίτες και επισκόπους το δικαίωμα του διδάσκειν και ιερουργείν εντός του Σερβικού εδάφους και μόνον.
  3. Ουδεμίαν εξουσίαν έχουν να χειροτονούν και εγκαθιστούν αρχιερείς επί των βαρβαρικών χωρών και εν γένει εκτός της Ρωσίας εις επαρχίας κανονικώς υπαγομένας εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον , ως εν Ευρώπη , ένθα υπάρχει ήδη κανονική Αρχιερατική Αρχή νομίμως εγκατεστημένη .
  4. Ουδέν δικαίωμα έχει να καλεί τον μητροπολίτη Ευλόγιο εις απολογίαν και να δικάζει και καταδικάζει αυτόν, υπαγόμενον εις την Σύνοδον της περιφερείας εις τη οποίαν εκκλησιαστικά υπάγεται.
  5. Ο μητροπολίτης Ευλόγιος , αντικανονικώς εγκατεστάθη εις Παρισίους ένθα άλλος ορθόδοξος αρχιερεύς υπήρχε νόμιμα εγκαταστημένος.

Πρὀς διασφάλιση της εκκλησιαστικής διακονίας και του έργου της ορθοδόξου  θεολογικής παρουσίας στη Δυτική Ευρώπη του μητροπολίτη Ευλογίου ο Πατριάρχης Κων/πόλεως  Φώτιος ο  Β΄ συνέστησε με Τόμο στις 17 Φεβρουαρίου 1931 την Εξαρχία των Ρώσων της Δυτικής Ευρώπης την οποίαν εύορκα διοίκησε ο Ευλόγιος μέχρι του θανάτου του στις 8 Αυγούστου του 1946 αφού ανέδειξε σε καθίδρυμα ακαδημαϊκού κύρους το θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου  παρα την οδόν Κριμαίας του βόρειου Παρισιού. Την αίγλη της Σχολής αυτής επεδίωξε να πλησιάσει μεταπολεμικά και το Πατριαρχείο Μόσχας ιδρύοντας αντικανονικά μία «υπερόρια» δική του «Εξαρχία» στην οποία το 1962  έθεσε  επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπον Σούρος  Αντώνιο Μλούμ συνεχίζοντας  από το 1952 την έκδοση του περιοδικού «Αγγελιοφόρος» και  συνιστώντας το  εργαστήριο μελέτης και σπουδής της θεολογίας της ορθοδόξου Εικονογραφίας υπό τον Λεωνίδα Ουσπένσκυ.  Οι «Εξαρχίες» και οι  «Αυτοκεφαλίες» που αυτόβουλα συνέστησε η Εκκλησία της Ρωσίας, εκτός των κανονικά καθορισμένων ορίων της  παρά τους Ιερούς Κανόνες είναι πράξεις ανατρεπτικές της κανονικής Τάξεως.

Ο θρόνος της Εκκλησίας Κων/πόλεως παραμένει ακλόνητος  γιατί το αληθινό και το δίκαιο από τη φύση τους έχουν θεϊκή και μεγαλύτερη δύναμη από το ψέμα και το άδικο και πάσα «Υπερόριος Δικαιοδοσία» είναι  ανύπαρκτη κατά τα καθορισθέντα το 325  στην θεμελιώδη Α΄ Οικουμενική Σύνοδο  στη Νίκαια της Βιθυνίας. Όσοι μεταποιούν την Εκκλησία σε χωροκατακτητική εθνικιστική και κρατική υπόθεση κακοποιούν την σωτηρειώδη υπόσταση και αποστολή της. Οι «Εθνικές Εκκλησίες» είναι κατασκεύασμα ετερόδοξο προερχόμενο από κακόδοξη παρερμηνεία της καθολικότητος της Εκκλησίας η οποία έχει έργο: «πάντας ανθρώπους σωθείναι και εις επίγνωσιν της αληθείας ελθείν».  Οι καθιερωμένες δικαιοδοσίες της Εκκλησίας είναι «εκ παλαιού», κατά τον πρώτον ιστορικόν της επίσκοπο Καισαρείας της Παλαιστίνης Ευσέβιο (Δ΄αιώνας),  και κανονικά θεσπίστηκαν από την Α΄ Οικουμενικά Σύνοδο του 325 μέχρι την Δ΄Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος του 451 μ.Χ., που αποτελούν την αιώνια ασφαλιστική δικλίδα της ενότητος της Μιας Εκκλησίας του Χριστού.  Αυτή την εγγυάται η κανονική και πραγματική διαδοχή της Ιεροσύνης, αυτής που ασκείται μέσα στην κάθε δικαιοδοσία και όχι  όπου διασκορπίστηκαν οι μετανάστες του κάθε λαού. Ο «Εθνοφυλετισμός» διαλύει το ομοούσιο των πιστών στον Ιησού Χριστόν «αν και εκ διαφόρων τόπων  αυτοί προσαγορεύονται» κατά τους Πατέρες, προς τούτο και καταδικάστηκε ως εθνικιστική κακοδοξία προς ικανοποίηση ξένων προς την Εκκλησία θεσμών, όπως το 1870 ο «Εθνοφυλετισμός» που έκτοτε επιτήδεια επιδιώκει την διάβρωση των πρεσβυγενών Πατριαρχείων  για να μεγαλύνει την  σλαβοκίνητη δήθεν «Τρίτη Ρώμη»!  Αυτή η δοξασία είναι ενδημούσα ψύχωση της κάθε πολιτειακής μορφής  ρωσικού καθεστώτος,  είτε  αυτό είναι   «τσαρικό» η «σοβιετικό» η και υπό την «αναθεωρητική»(περεστρόικα) εξέλιξη των ημερών μας. Η μανία πρωτεύσεως εκτροχιάζει εκ της γνήσιας κανονικής παραδόσεως τους « μη δεχόμενους τα ορισθέντα υπό της Δ΄ και της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου» και κατά το «Συνοδικόν της Ορθοδοξία»  αυτομάτως αυτοί καθίστανται   «Αναθεματισμένοι»! 4

1 Ὁ Μελέτιος ξεκίνησε την διακονία του από την Αντιόχεια, Κύπρο, Άγιον Όρος, Ελλάδα και Κων/πολη  τη διακονία του και ήταν δόκιμος  κανονολόγος και προσωπικά  έμπειρος   γνώστης της επιθετικότητας εκ Ρωσίας προς εξαγορά των Αραφωνών της Μ. Ανατολής.

2.Γράμμα εξ Αλεξανδρείας την 22/9 Ιουλίου 1927 που δημοσιεύθηκε   στο περιοδικό  «Πάνταινος»  τ. 1927. σελ.514-516 και στην «Ορθοδοξία» Κπ. τ. ΚΓ΄,1948, σελ. 228-231.

3. Οι Ιεροί Κανόνες. Αμίλκ.Αλιβιζατου, β΄εκδ. 1949 Αθήναι σελ. 35-36 .

4. Η νεοελληνική μετάφραση είναι εκ της κριτικής εκδόσεως του J, Gouillard: «Για όσους απορρίπτουν τα λόγια των αγίων Πατέρων, που κατά καιρούς εκφωνήθηκαν με σκοπό να διατυπώσουν τη σωστή διδασκαλία των δογμάτων της Εκκλησίας μας… και ακόμη δεν δέχονται και δεν τιμούν τους όρους (δηλαδή τους κανόνες) και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, κυρίως δε της Τετάρτης και της Έκτης: Ανάθεμα»! Δηλαδή αυτοί είναι «αναθεματισμένοι» και επομένως «ακοινώνητοι»! Το δρόμο αυτό διάλεξε μόνος ο Μόσχας Κύριλλος, ενώ οι αποδεχθέντες την κανονικότητα του Ουκρανικού Αυτοκεφάλου τον μνημονεύουν στα Ιερά Δίπτυχα!