Ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Βασίλειος Γ΄ και ο Πατριάρχης Βουκουρεστίου Μύρων στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (Μάϊος 1927)

Οι ρίζες της συστάσεως της Εκκλησίες στη χώρα της σημερινής Ρουμανίας πρέπει να αναζητηθούν στην Ανατολή και στη Δύση. Στις δυτικές Παραδουνάβιες ακτές υπήρχαν διάφοροι αποικισμοί με αρχαιότατο ελληνικό στοιχείο ζυμωμένο με τους βόρειους Θράκες που συνδέονται με τους Γέτες και Ροξολάνους της κάτω Μοισίας. Σύμφωνα με την παράδοση η πλευρά αυτή του Εύξεινου Πόντο ήταν ποιο ευνοϊκή προς διάπλευση εκ Βοσπόρου υπό του Πρωτόκλητου Ανδρέα που ευαγγελίστηκε την προς βορρά πίστη του Ιησού Χριστού. Η δεύτερη πηγή σποράς των ευαγγελικών αληθειών προήλθε από τις μακρότατες σχέσεις των επαρχιών της Δακίας, Μολδαυίας, Βλαχίας με το τότε κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ακόμη και οι διεξαχθείσες εκεί πολλές πολεμικές επιχειρήσεις των Καισάρων της Ρώμης, μάλιστα και κατά την περίοδο των διωγμών, έφεραν εκεί στρατεύσιμους ρουμανογενείς χριστιανούς που μαζί με τους ελληνογενείς πληθυσμούς διαμόρφωσαν την σημερινή ταυτότητα της Ρουμανικής Ομογένειας. Τα πολλά παλαιοχριστιανικά ευρήματα στην τεράστια έκταση της χώρας συμφωνούν με τις μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων από τον Ωριγένη και τον Καισαρείας Ευσέβιο μέχρι τον Επιφάνιο της μονής των Καλλιστράτων και τον Νικήτα τον Παφλαγόνα κ. ά. περί της αρχαιότητος της Εκκλησίας στις περιοχές της Ρουμανίας. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία της καταγραφής των Μαρτύρων του 303 και η συμμετοχή επισκόπων της στις Α΄ και Β΄ Οικουμενικές Συνόδους του 325 και 381 και σε όσες ακολούθησαν κατά την πρώτη χιλιετία της Εκκλησίας.

Οι Ρουμάνοι ηγεμόνες μόλις στο δεύτερο μισό του Ι4ου επιδιώκουν να αποκτήσουν δική τους Ιεραρχία και μάλιστα αυθαίρετα ζητούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναγνωρίσει ως Μολδαβίας κάποιον Ιωσήφ. Όμως ο πατριάρχης Κων/πόλεως Αντώνιος Δ΄ τους απαντά ότι η πατριαρχία διευθετεί κατά την Κανονική Τάξη της τα της διοικήσεως στην Εκκλησία. Εξ αυτού το 1392 αναγνωρίζει την ύπαρξη της Μητροπόλεως Μολδαβίας και εκλέγει ως μητροπολίτη της τον Ιερεμία και αφορίζει τους παράγοντες εκείνους που επιμένουν να αναμειγνύονται αναρμόδια σε εκκλησιαστικές υποθέσεις. Μετά την Άλωση, για να σωθεί η Ορθοδοξία στη Βλαχία και στη Μολδαβία από την δήθεν ενότητα της Φλωρεντίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εγκρίνει την χειροτονία των Ορθοδόξων αρχιερέων στην Ουγγροβλαχία. Το 1715 αρχίζει η περίοδος παρουσίας των Φαναριωτών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Οι δεσμοί της Ρουμανίας γίνονται ισχυρότεροι με τον Οικουμενικό Θρόνο. Όταν αναγκάζονταν να παραιτηθούν εκ των πιέσεων των Σουλτάνων οι εκθρονισμένοι Πατριάρχες κατέφυγαν στην Μολδοβλαχία. Εκεί στην τοπική Εκκλησία διαβιούσαν και πρόσφεραν τις ποιμαντικές εμπειρίες τους και εξ αυτού τέσσερις Πατριάρχες εκοιμήθησαν στην παλαιά πρωτεύουσα της Μολδοβλαχίας, το Τηργόβιστο, όπου υπάρχουν και οι τάφοι τους, όπως του Ιερεμία Β΄ Τρανού, ο οποίος εξέδωσε την «στανική έκδοση»του 1689, που παρερμήνευσε ο Μόσχας Ιωακείμ για να διαλύσει την Εκκλησία της Ουκρανίας!
Οι Πατριάρχες Βασίλειος Γ΄και Μύρων με μέλη των Ιερών Συνόδων τους προ του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.
Τελικά ο πατριάρχης Νήφων Β΄, προσκληθείς από τον ηγεμόνα Ράδου Βόδα, μετέβη στην Βλαχία και αναδιοργάνωσε την Εκκλησία της Ουγγροβλαχίας με συνεργάτες Αγιορείτες που διέδωσαν το μοναχικό ιδεώδες και ίδρυσαν μονές. Συγκρότησε κληρικολαϊκές συνελεύσεις και δύο επαρχιούχες επισκοπές του Ριμνίκου και του Μπουζέου και μερίμνησε για τον φωτισμό και την ηθική αγωγή του λαού. Τα εισοδήματα που συγκέντρωναν δεν μεταβάλλονταν σε ιδιωτικές περιουσίες, αλλά ευεργετούσαν ως «λογία» τις πτωχές τότε παλαίφατες Εκκλησίες, όπως ήταν εκείνη του άλλοτε αποστολικού κέντρου της Καισαρείας και προς τούτο του ανατέθηκε και η «Εξαρχία του Τοποτηρητή του Θρόνου Καισαρείας της Καππαδοκίας». Μερικές από τις Μικρασιατικές Μητροπόλεις ήταν υποχρεωμένες να αγοράζουν με τον «κεφαλικό φόρο» την θρησκευτική ελευθερία τους (χαράτσι)! Ίσως απ’ αυτό παρατηρούμε επισκέψεις ευχαριστιών προς τους ορθοδόξους της περιοχής αυτής υπό των Πατριαρχών Κων/πόλεως Ιερεμία Β΄ και του Κύριλλου Λούκαρη, του Αλεξανδρείας Μελετίου Πηγά και των Ιεροσολύμων Δοσίθεου και Χρύσανθου και του Αντιοχείας Ιωακείμ Στ΄. Στις επισκέψεις των Πατριαρχών εκείνων οφείλεται και η ανάπτυξη της εθνικής συνειδήσεως και της γλώσσης τους στους ελληνικούς και ρουμανογενείς πληθυσμούς της Παραδουνάβιας αυτής χώρας, για να αποκρούσουν την ξένη θρησκευτική προπαγάνδα, η οποία σοβαρά απείλησε να εμπεδωθεί στην ορθόδοξη Ρουμανία. Το 1811 η Ρωσία προσάρτησε στην αυτοκρατορία της την Βεσσαραβία κατοικούμενη υπό των Μολδαβών που εκκλησιαστικά υπαγόταν στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στην Μητρόπολη Μολδοβλαχίας. Αυτή η εκκλησιαστική επαρχία ήταν πολυπληθής γιατί περιλάμβανε 1.400.000 ψυχές που προσεύχονταν στην μητρική τους γλώσσα κατά το ορθόδοξο πνεύμα της Κων/πόλεως.1 Η Ρωσική Σύνοδος της Πετρουπόλεως, για να τους αφομοιώσει πολιτικά, τους επέβαλε την τέλεση όλων των ιεροπραξιών στη ρωσική γλώσσα και προς τούτο δεν τους έστελνε επισκόπους ομόφυλους, αλλά μόνον Ρώσους, όπως έπραττε και στην Εκκλησία της Γεωργίας την ίδια εποχή εφαρμόζοντας σχέδιο βίαιου εκρωσισμού των αρχαίων χριστιανικών λαών που άρχισαν να ευαγγελίζονται πολύ πριν την δεύτερη χιλιετία της Χριστιανοσύνης από τις ελληνικές Μητροπόλεις της Κριμαίας του Οικουμενικού Θρόνου!
Στο Συνέδριο των Παρισίων (1856), η Βλαχία και η Μολδαβία (στην οποία προσαρτήθηκε η περιοχή της Βεσσαραβίας) αναγνωρίστηκαν ως αυτόνομα πριγκιπάτα και το 1862 τα δύο αυτά πριγκιπάτα ενώθηκαν σε ένα κράτος με το όνομα Ρουμανία. Το 1885 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Δ΄ ανεγνώρισε την ανεξάρτητη (αυτοκέφαλη) διοίκηση στην Εκκλησία της Ρουμανίας. Έκτοτε η Εκκλησία αυτή υποστήριξε σθεναρά τα δίκαια και τα προνόμια του Οικουμενικού Θρόνου, ιδίως κατά την συζήτηση του «Πατριαρχικού ζητήματος» στην «Συνθήκη της Λωζάνης» το 1923.
Όμως την 4η Φεβρουάριου του 1925 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄, ασκών το κανονικό του δικαίωμα ως ο «Πρώτος» στη καθορισμένη από τον 4ον αιώνα Δικαιοδοσία της Νέας Ρώμης-Κων/πόλεως, ανυψώνει τον μητροπολίτην Βουκουρεστίου Μύρωνα Κριστέα στην «πατριαρχική τιμή». Η παράδοση από Πατριαρχική Αντιπροσωπεία του Τόμου της πατριαρχίας στο Βουκουρέστι τιμήθηκε από το Ρουμανικό κράτος με ύπατες τιμές πράξεως αρχηγού κράτους κατά τα διεθνώς κρατούντα και αυτό είναι απόλυτα συνεπές προς τις θέσεις της Ρουμανικής Αντιπροσωπείας κατά τις συζητήσεις της Συνθήκης της Λωζάνης, ότι δηλαδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι παγκόσμιος ιερός θεσμός της Ορθοδοξίας. Εξ αυτού και όταν ο πατριάρχης Μελέτιος Δ΄ για να αντιμετωπίσει τις νεοφανείς κακοδοξίες του λεγόμενου «Πανρωσικοὐ Συνεδρίου» του Απριλίου και Μαΐου του 1923 στη Μόσχα, συγκάλεσε τον Μάϊο του 1923 στο Φανάρι το «Διορθόδοξο Συνέδριο» το επίσημο περιοδικό του Ρουμανικού Πατριαρχείου χαιρέτησε την πρωτοβουλία αυτή ως «Το Μέγα βήμα προς την αλληλεγγύην εν τη Ορθοδοξία» και πως συμφωνεί για τη στενότερη προσέγγιση προς επίλυση των διαφόρων χρονιζόντων θεμάτων. Ιδίως όσων Εκκλησιών έλαβαν κανονικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αυτοδιοίκησή τους προς υπέρβαση των διχαστικών και ετερόδοξων σκιρτημάτων που εμφανίστηκαν στη Ρωσία λόγω της Επαναστάσεως και επεκτάθηκαν και στη Ρουμανία το 1922. Τότε το Βουκουρέστι απέστειλε Αντιπροσωπεία από τον Κινσνοβίου Μολδοβλαχίας Αναστάσιο και τον Αρχιμ. Ιούλιο Σκρίμπαν και τον άρχοντα Νομοφύλακα της Μ.Τ.Χ.Ε. καθηγητή της Εκκλ. Ιστορίας Δραγογήρο Δημητριέσκου. Αυτός αποκάλυψε σχέδιο του θεματολόγιου που συντάχθηκε με τη συνεργασία των Καθηγητών των Θεολογικών Σχολών Αθηνών, Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου και Σόφιας, όπου και δεν υφίσταται ουδεμία νύξη αμφισβητήσεως της ασκήσεως σε τοπική Εκκλησία της αυτοκεφαλίας υπό του μόνου του Οικουμενικού Πατριάρχη ως «Πρώτου» του κλίματος της Κων/πόλεως. Ως δε προς τη θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Ρουμανικό κράτος, μεγάλως συνετέλεσε το κύρος του Πατριάρχη Μύρωνα και η ένθερμη συμπαράσταση στη Γερουσία του περίφημου βυζαντινολόγου καθηγητή Ν. Γιόργκα, ο οποίος το 1937 μας παρέδωσε το περίφημο πεντάτομο έργο του: «Η Ιστορία των Ρουμάνων και της Ρουμανίας στην Ανατολή»3.
Ο Πατριάρχης Ρουμανίας Μύρων και η συνοδεία του στο βήμα του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών
Από τη Τρανσυλβανία της Ρουμανίας προέρχεται ο Μύρων Κριστέα4 που εκλέγεται επίσκοπος Καρανσεμπές το 1908 και ασκεί με ζήλο όλη την ποιμαντική και πατριωτική δραστηριότητά του. Από το μεγάλο Πανρουμανικό Κληρικολαϊκό Συνέδριο στις 31 Δεκεμβρίου 1919 αυτός εκλέγεται σχεδόν παμψηφεί ως μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας και πριμάτος πάσης Ρουμανίας. Η παρουσία του κατά την περίοδο αναδιοργανώσεως του ρουμανικού κράτους ήταν μεγάλο ευτύχημα για την τοπική Εκκλησία. γιατί έκανε απόλυτα σεβαστά τα εκκλησιαστικά δίκαια των Ορθοδόξων στην ρουμανική κυβέρνηση. Αυτό έλαβε θετική τροπή οταν τέθηκε ως θεσμικός εκπρόσωπος της Εκκλησίας στη Γερουσία του έθνους του και με τα συνεχή υπομνήματά του πέτυχε την αυτονομία των Ορθοδόξων της Ρουμανίας ως της «κυριάρχου» ποίμνης του 87%, έναντι των ετεροδόξων Ρωμαιοκαθολικών Ελληνορρύθμων Ρουμάνων (Ουνιτών), που επιδίωκαν την πλήρη «ισοτιμία» με τους Ορθοδόξους.
Ο Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄ ήταν βαθύς γνώστης των εκ παλαιού σχέσεων του Φαναρίου μετά του ρουμανικού λαού, ως εκ τούτου μία των πρώτων αποφάσεων της πατριαρχίας του ήταν η ανύψωση το 1925 του πριμάτου Μύρωνα Κριστέα στα Δίπτυχα της Ορθοδοξίας ως έβδομου Πατριάρχη. Μάλιστα, για να επιδώσει τον σχετικό Τόμο σε επίσημη τελετή παρουσία του βασιλέως της Ρουμανίας Καρόλου Α΄, μετέβη πατριαρχική αντιπροσωπεία στο Βουκουρέστι, αποτελούμενη από τους μητροπολίτες Χαλκηδόνος Ιωακείμ, Δέρκων Φώτιο και Σάρδεων Γερμανό. Κατ’ αυτήν η πράξη του Κων/πόλεως τιμήθηκε ως αρχηγού ιερού θεσμού ισάξιου προς εκείνον του κράτους κατά τα διεθνώς κρατούντα. Το γεγονός αυτό ανέτρεπε τους ισχυρισμούς της Άγκυρας στη Λωζάνη, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελεί θεσμό μεταφερόμενο εκεί όπου πηγαίνει και ο λαός του, όπως συμβαίνει με την Χαλιφεία!
Ο πατριάρχης Μύρων τότε εξέφρασε την επιθυμία προσεχώς να μεταβεί ο ίδιος στο Φανάρι, για να ευχαριστήσει τον Πατριάρχη και την Ιερά Σύνοδό του, εκδηλώνοντας την ένθερμη συνηγορία του για την διορθόδοξη συνεργασία και την ταχύτερη προετοιμασία της συγκλήσεως της μελετώμενης Συνόδου. Για να πραγματοποιήσει αυτή την επιθυμία του ξεκίνησε από την Κωνστάντσα με το ατμόπλοιο «Δεκία» και ήλθε τη Δευτέρα 23η Μαΐου 1927 στην Κων/πολη, συνοδευόμενος από εξαμελή συνοδεία: από τον επίσκοπο-βικάριό του Τίτο Σεμένδρεα, τον πρώην υπουργό Αυρήλιο Κοσμά, τον γερουσιαστή Ιγνάτιο Μίρτσεα, τον Γενικό Γραμματέα Θρησκευμάτων Στάγκο Μπραντιστεάνο, τον ιδιαίτερο γραμματέα του Γρηγόριο Αντάλ και τον Έλληνα εφημέριο Βουκουρεστίου Τιμόθεο Ευαγγελινίδη 5.

Στο Φανάρι έγινε η επίσημη υποδοχή προκαθημένου κατά το πρωτόκολλο με δοξολογία που έψαλλε κατά το αρχαιοπρεπές ύφος ο τότε διάσημος πρωτοψάλτης Ιάκωβος Ναυπλιώτης. Στο Μεγάλο Συνοδικό τον πατριάρχη Μύρωνα ανέμενε ο γηραιός και σοφός Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄ περιστοιχούμενος από 11 συνοδικούς αρχιερείς του. Προσφωνών τον Πατριάρχη Βασίλειο Γ΄ ο Ρουμάνος Πατριάρχης εξέφρασε τον παιδιόθεν πόθο του να φθάσει στο κέντρο της Μητρός Εκκλησίας, για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του ιδίου και των 16 εκατομμυρίων Ορθοδόξων της Ρουμανίας για την απονομή της πατριαρχικής αξίας στην Εκκλησία του και πρόσθεσε: «Τα γεγονότα που συνετάραξαν πρόσφατα την ζωή στην Ευρώπη επιβάλλουν επιτακτικά τον απόλυτα στενότερον δεσμόν, την στενότερη συνεννόηση και συνεργασία, πασών των ορθοδόξων Εκκλησιών μετά του Κέντρου τούτου προς επίλυση δια κοινής ενεργείας των μεγάλων ζητημάτων, των επειγόντων προβλημάτων που απασχολούν ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, των οποίων η διευθέτηση παρίσταται επείγουσα όσο πανταχόθεν τα αντίξοα ρεύματα απειλούν να βυθίσουν το σκάφος της Εκκλησίας». Ο Πατριάρχης Βασίλειος Γ ανταπαντών αναφέρθηκε στην εξαιρετική εντύπωση που απεκόμισαν οι αποσταλέντες πατριαρχικοί αντιπρόσωποι περί της ακμής και της ευπραγίας της Εκκλησίας στη Ρουμανία για την επίδοση του Τόμου της Πατριαρχίας στην πεφιλημένη θυγατέρα. Στο τέλος, ο Πατριάρχης Μύρων ασπάσθηκε την χείρα του πολιού πατριάρχου Βασιλείου Γ΄ και αντήλλαξε μετ’ αυτού τον αδελφικόν ασπασμόν, δείγμα του βαθύτατου σεβασμού προς τον «Πρώτον» Ιεράρχην της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄ στεκόταν μεν συγκινημένος, αλλά πολλά πικραμένος, τόσον από Τούρκους, με τα συμβάντα στον Γρηγόριο Ζ΄ και στον Κωνσταντίνο Στ΄, όσον και από τα συμβαίνοντα τότε στην Ελλάδα από ελλαδικούς ιεράρχες, που νόμισαν ότι μετά το 1922 το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάθηκε για το Γένος και έφθασε η ώρα «διαμερισμού των ιματίων του»!
Μετα τους ασπασμούς έγιναν και οι εκατέρωθεν παρουσιάσεις και ακολούθησε η επίσημη τράπεζα με την παρουσία των δύο Πατριαρχών, των συνοδικών αρχιερέων και των μελών της ρουμανικής συνοδείας. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε μακρά σύσκεψη συνοδικών των δύο πλευρών επί διαφόρων εκκλησιαστικών ζητημάτων που κατάληξε πως πρέπει να δοθεί ευρύτερη συμμετοχή μελών κατά την «σύγκλιση της προπαρασκευαστικής επιτροπής» για την μελετώμενη Πανορθόδοξη Σύνοδο. Την επομένη, 24η Μαΐου, με ειδική ατμάκατο μετέβη ο Πατριάρχης Μύρων και η συνοδεία του στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στο φυτώριο αυτό της Εκκλησίας του Γένους μας, γενόμενος τιμητικά δεκτός από τον σχολάρχη Σταυρουπόλεως Ιωακείμ Πελεκάνο, τους μητροπολίτες Κυζίκου Καλλίνικο Δελικάνη και Ροδοπόλεως Κύριλλο και τους διδάσκοντες εκεί καθηγητές. Ο Πατριάρχης Μύρων μίλησε στο Συνοδικό προς τους τότε 52 ιεροσπουδαστές και τους προέτρεψε να εμπνέονται από το παρελθόν της Σχολής και της Μεγάλης Εκκλησίας που ανέδειξαν υπερμάχους της πίστεως και σοφούς ιερομύστες, εκ των οποίων τα παραδείγματα πρέπει να εμπνέονται οι σημερινοί μαθητεύοντες, για να αναδειχθούν άξιοι διδάσκαλοι και ιερείς στη διάδοση της ορθοδόξου μαρτυρίας και επισκέφθηκε την σπουδαία Βιβλιοθήκη της Σχολής και το απόγευμα. επέστρεψε με τιμητική συνοδεία στο Γαλατά και επιβιβάστηκε στο ατμόπλοιο «Δακία» και ανεχώρησε για την Ελλάδα.
Οι Πατριἀρχες Αλεξανδρείας Μελέτιος Β΄και Ρουμανίας Μύρων στο ρουμανικό πλοίο «Δακία» στον λιμένα της Αλεξανδρείας

Έφθασε στον Πειραιά την 25η Μαΐου και τον υποδέχθηκαν εκ μέρους της Εκκλησίας, ο Κεφαλληνίας Δαμασκηνός και εκ της Πολιτείας ο καθηγητής Γρηγόριος Παπαμιχαήλ. Ύστερα ανήλθε στην Αθήνα, όπου ο κλήρος, οι Ριζαρίτες και πλήθος λαού τον υποδέχθηκαν θερμότατα. Στις πύλες του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών τον ανέμενε ο Αθηνών Χρυσόστομος με τα μέλη της Ιεράς Συνόδου και τελέσθηκε δοξολογία μετά την οποία αντηλλάγησαν εγκάρδιες προσφωνήσεις. Ο Αθηνών, γνωρίζοντας τις θέσεις του Πατριάρχη Μύρωνα, τόνισε «ως επιτακτική την ανάγκη αμέσου και συνεχούς επικοινωνίας μεταξύ των Ορθοδόξων, για την εξέταση και επίλυση των εκκλησιαστικών ζητημάτων υπό πάσης της Εκκλησίας, παρά τας δυσμενέστατες περιστάσεις που διέρχεται η πνευματική κορυφή της Μητρός Εκκλησίας».

Σε αυτά απήντησε ο Ρουμάνος Πατριάρχης και τόνισε ότι συμφωνεί με τον αρχιεπίσκοπο πως οι κατά τόπους Εκκλησίες πρέπει «να συνασπισθούν περί το Οικουμενικόν Πατριαρχείον» που όλοι οι Ορθόδοξοι θεωρούν ηγετικό θεσμό και συνέχισε: «Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να συγκληθεί πανορθόδοξο συνέδριο, το οποίον χωρίς βεβαίως να θίξει τα εσωτερικά ζητήματα των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, να μελετήσει τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίας καλείται σήμερα να δράσει πλέον η Εκκλησία μας». Ο Πατριάρχης Μύρων κατέλυσε σε διαμέρισμα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και από εκεί μετά του αρχιεπισκόπου Αθηνών πραγματοποίησε σειρά επισήμων επισκέψεων στον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας. Μετά ξεναγήθηκε στον Άρειο Πάγο και στους λοιπούς αρχαιολογικούς τόπους και τα Μουσεία της πόλεως των Αθηνών και ανεχώρησε για την Αλεξάνδρεια με “αυτοκρατορικές τιμές από τους Έλληνες”, όπως δήλωσε μετά στους δημοσιογράφους ο Πατριάρχης Μύρων.
Ο τότε πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Β΄ ο Μεταξάκης, υποδέχθηκε με μεγάλη εγκαρδιότητα και ασπασμούς τον Πατριάρχη Μύρωνα στο μέσο του μεγαλώνυμου ναού του Ευαγγελισμού της Αλεξάνδρειας. Στη προσφώνησή του αναφέρθηκε στους κάποτε στενούς δεσμούς των παλαίφατων Πατριαρχείων μετά των Ηγεμονιών των Παραδουνάβιων χωρών και ευχήθηκε κραταίωση των σχέσεων αυτών στις ημέρες της πατριαρχίας του. Αντιφωνών ο Πατριάρχης Μύρων είπε ότι: ήθελε από χρόνια να γνωρίσει τον Πατριάρχη Μελέτιο που έχει φήμη μεγάλου Πατριάρχη, πλήρους δυναμικής ενέργειας, που έχει υπερβεί τα όρια της πατρίδος του και του οποίου τας αρχάς ασπάζεται. “Επιθυμία μου είναι οι ορθόδοξες Εκκλησίες που ευρίσκονται απομονωμένες να συνασπιστούν και πάλιν καθιστάμεναι η μία ενιαία Εκκλησία του Χριστού. Ας συγκεντρωθούμε λοιπόν το ταχύτερον και ας συνεννοηθούμε, αφού η Εκκλησία είναι Μία”. Ο Πατριάρχης Μύρων σε συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο» της Αλεξάνδρειας πρότεινε τη στήριξη και ενίσχυση του Οικουμενικού Θρόνου με την συγκρότηση μιας επί πλέον αντιπροσωπευτικής Συνόδου των Ορθοδόξων, που θα ασχολείται με τα γενικότερα ζητήματα της Εκκλησίας, όπως είναι το ζήτημα του Ημερολογίου για το οποίο στη Ρουμανία δεν υφίσταται ζήτημα, αφού η διόρθωση προσεγγίζει καλύτερα την εφαρμογή των αποφάσεων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, για να αποδείξουμε ότι η Ορθοδοξία πέραν της τοπικής αυτοδιοικήσεως κατά κράτη είναι η μία και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού.Την Κυριακή λειτούργησε και μίλησε προς το εκκλησίασμα ρουμανιστί στον καθεδρικό ναό του Αγίου Σάββα παρουσία του πατριάρχου Μελετίου μεθερμηνεύοντος του συνοδού του αρχιμ. Τιμοθέου Ευαγγελινίδη και το απόγευμα μετέβη σιδηροδρμικώς στο Κάϊρο και από εκεί μέσω της Καντάρας συνέχισε με νυκτερινό δωδεκάωρο ταξίδι την μετάβαση του στους Αγίους Τόπους Στη Λύδδα έφθασε τη 30η Μαΐου 1928 και από εκεί μετέβη πάλι σιδηροδρομικώς στην ιερά πόλη των Ιεροσολύμων, γενόμενος επίσημα δεκτός από εκπροσώπους του πατριάρχη Δαμιανού και της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας και τις αρχές του τόπου. Επίσημη υποδοχή με μεγάλη «Παρρησία» έγινε στον πάνσεπτο ναό της Αναστάσεως, όπου και οδηγήθηκε προ του Παναγίου Τάφου. Εκεί αντηλλάγησαν οι εκατέρωθεν εγκάρδιες προσφωνήσεις των δύο Πατριαρχών και ο πατριάρχης Μύρων ανέγνωσε το Ευαγγέλιο του Μ. Σαββάτου και εκφωνών το «Δόξα τη Αγία» έψαλε το «Χριστός Ανέστη» και προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο. Στη συνέχεια, μετά του πατριάρχου Δαμιανού μετέβη στο Καθολικό της Αναστάσεως, όπου εψάλη δοξολογία. Το απόγευμα επεσκέφθη τη Βασιλική της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ και στη συνέχεια τα λοιπά προσκυνήματα μέχρι τις 4 Ιουνίου. Από την Λύδδα επέστρεψε στο Κάϊρο σιδηροδρομικώς, όπου συνάντησε τον αρχιεπίσκοπο Σιναίου Πορφύριο Παυλίνο, και από εκεί μετέβη στον λιμένα της Αλεξάνδρειας, απ’ όπου επανέκαμψε στα ίδια την Κυριακή 12 Ιουνίου 1927.
Ο Πατριάρχης Μύρων, κατά τις επαφές του μετά των Πατριαρχών, των ιεραρχών και των θεολόγων που επεσκέφθη μετάγγισε το φωτεινό πνεύμα του και τη συμφωνία με αυτό των θεολογικών κύκλων του Βουκουρεστίου στις κατά τόπους Εκκλησίες που επισκέφθηκε συνετέλεσε στην αναζωπύρωση του διορθοδόξου αιτήματος μελέτης και επιλύσεως των χρονιζόντων ζητημάτων για την εύρυθμη λειτουργίας της Εκκλησίας. Οι Ρουμάνοι δεν λησμονούν ότι εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου έλαβαν την εκκλησιολογική τους υπόσταση, καθώς και όλες οι θυγατέρες Εκκλησίες του στην Ανατολική Ευρώπη, όπως αποδέχεται το σύνολον της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Εξαίρεση αποτελεί η κατά παράταξη επί τέσσερις αιώνες τακτική φατριασμού της ρωσικής πατριαρχίας, η οποία προκειμένου να υπονομεύσει το ιεροκανονικό κύρος του Οικουμενικού Θρόνου, παρασύρει στον σχισματικόν όλεθρον και τους ωνυτέους ακολούθους της. Το ίδιο έπραξε τον 19ον αιώνα με το «Βουλγαρικό ζήτημα» καταστρέφοντας την ελληνικήν παλαίφατον κληρονομίαν των Συρορθοδόξων Αντιοχειανών!
Κατά τις διεξαχθείσες συνομιλίες διαπιστώθηκε ότι αυτό που επιδίωξε έμπρακτα ο πατριάρχης Μελέτιος με το Συνέδριο της Κων/πόλεως το 1923, εν μέσω τόσης περιδινήσεως από τους ανθρώπους της Άγκυρας πρέπει να συνεχιστεί, για να επαναβεβαιωθεί η εκκλησιολογική ενότητα των Ορθοδόξων και η πανορθόδοξη στήριξή του στο τόπο της προαιώνιας συστάσεώς του, ως Πρωτόθρονου θεσμού της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με την προκαταρκτική Διάσκεψη που συνέβη μετά τριετία στην Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.
 Α.Π. 
______________________________
1. Έντυπη Επιστολή ευσεβούς Ρώσου προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχη Κωνσταντίνον Ε΄. Εν Αθήναις 1899 σελ 15-16, επιστολή που μάλλον είναι του Καθηγητού και ιστορικού Ιβάν Σοκολόφ.
2. Περ. «Εκκλ. Αλήθεια»,Κπ. 1923 σσ. 79.
3. N. Jorga. Histoire des Roumains et de la Roumanite orientale. Boucourest 1937.
4. Θ.Η.Ε. τ. Θ΄. στηλ.220-221
5. Αρχιμ. Τιμόθεος Ευαγγελινίδης. Ο Πατριάρχης και Αντιβασιλεύς Ρουμανίας Δόκτωρ Μύρων Κριστέα και το ταξίδιον αυτού εις τους Αγίους Τόπους. Εκ Βουκουρεστίου 1928. σ.σ. 64.
6. Η μελέτη των επίσημων πρακτικών της Ιεράς Συνόδου των Αθηνών της 11ης μέχρι της 15ης Νοεμβρίου 1926 αποκαλύπτει όλο το ασεβέστατο, παράνομο και αντικανονικό παρασκήνιο των ενεργειών για να αποτραπεί η επιψήφιση των νομοσχεδίων της Γνωμοδοτικής Επιτροπής της Συντακτικής Εθνοσυνελεύσεως του 1924 από την Βουλή. Η μεθοδευμένη αυτή «ύβρις» νομοθετήθηκε τότε με τον προηγηθέντα νόμον 3615/1928 και ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1928 νομικά επικυρώθηκε μετά εξηκονταετία (1928-1977).