Σχολιάζοντας τις  ανάδελφες αθλιότητες των Μοσχοβιτών.  

                 Η «Περεστρόϊκα» και η εν Ρωσία Εκκλησία

 

                                                               

Πράκτορας της ΚGΒ, την ημέρα των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου 1991,
ανάβει κερί και μυστικά προσεύχεται.

                Είναι άξιο παρατηρήσεως ένα σημαντικό γεγονός που συνέβη στην Εκκλησία της Ρωσίας όταν έπαυσε να υπάρχει το  τσαρικό καθεστώς (1917) που μεταχειριζόταν την Εκκλησία ως εργαλείο της διπλωματίας του για την προώθηση των κρατικών συμφερόντων του.  Ο έντονος παρεμβατισμός της διπλωματίας του τσάρου στα της Εκκλησίας παράδοξα καταπραΰνθηκε και σταμάτησε  η προώθηση  της πλάνης του «Εθνοφυλετισμού» στις Διορθόδοξες σχέσεις. Όταν σταμάτησαν οι τσαρικές χρηματοδοτήσεις έπαυσαν και οι αντικανονικές αταξίες των Ρώσων που στα μέσα του 19ουαιωνα τάραξαν την ενότητα της κατ’ Ανατολάς Εκκλησία.  Το παλαίφατο Πατριαρχείο της Αντιόχειας που είχε καταληφθεί με εθνικιστικά επιχειρήματα από αραβόφωνους αρχιερείς  με την παρέμβαση και του Ρωσικού Στόλου (!) μετά την επί χρόνια  απομόνωσή του φυσιολογικά  επανήλθε στην Ορθόδοξη κοινωνία και την πατριαρχική εκλογή στη Δαμασκό από αρχιερείς που δεν παρασύρθηκαν  από τις φαντασιοπληξίες  περί της «Τρίτης Ρώμης», ούτε και εξαγοράσθηκε η συνειδήσεως τους και τούτο διότι είχαν μαθητεύσει, αν και αραβόφωνοι,  στην ελληνικής παιδείας εκ της  Μεγάλης του Γένους Σχολής και στα εκκλησιαστικά γράμματα στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπως ήταν εκ παλαιού οι Πατριάρχες της «Θεουπόλεως»της Αντιοχείας Αλέξανδρος, Θεοδόσιος και Ηλίας, τους δύο τελευταίους είχα γνωρίσει προσωπικά και οι οποίοι πάλιν κατέστησαν το Πατριαρχείον τους «Αθήνας της Ανατολής» μέχρι το  1979, όταν και πάλι ενέσκηψαν στην  Συρία οι εκ Ρωσίας συνεχιστές της διχαστικής πλάνης του περιλάλητου πανσλαβιστή Πορφύριου Ουσπένσκυ.

            Όμως οι διαχειριστές της ζωής εκατομμυρίων πολιτών στη Ρωσία υπερέβησαν τα όρια του Σοβιετικού Σατραπισμού τους και έφθασαν το 1985  στα πρόθυρα της  αυτοκαταστροφής. Το αδιέξοδο της σοσιαλιστικής περιπέτειας έφθασε στο τέλος του μετά μία  εξηκονταετία εφαρμογής του  (1924-1985)και για να  αποφευχθεί η κατάρρευσή του ο τελευταίος ηγέτης της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και τους συνεργάτες του αποφάσισαν να περισώσουν ότι μπορούσαν από τον λεγόμενο  «Υπαρκτό Σοσιαλισμό» με μία νέα πολιτική που την απεκάλεσαν της Ανασυγκροτήσεως (Περεστρόϊκας) και της  Διαφάνειας (Γκλάσνοστ) μήπως τερματιστεί η περίοδος της οικονομικής στασιμότητας και καχεξίας. Για να συμβεί αυτό χρειαζόταν  να εκδημοκρατιστεί η διακυβέρνηση στην Ρωσία για να σταματήσουν τα μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό του κράτους και για να τιθασευτεί ο πληθωρισμός που επέφερε  ελλείψεις αγαθών στις αγορές που εγκυμονούσαν μεγάλους κοινωνικούς τριγμούς και αναταραχές.  Οι λαοί των περιθωρίων της σοβιετικής επικράτειας με τα νέα ηλεκτρονικά μέσα έβλεπαν τη ζωή  των μη σοσιαλιστικών εθνών στην Ευρώπη και διεκδικούσαν αποδέσμευση από την οικονομική δεσποτεία της κάστας του Κρεμλίνου και διεκδικούσαν την ελευθερία και αυτονομία τους και σεβασμό  στα εθνικά τους δίκαια. Οι Βαλτικές χώρες και οι λοιπές της Ανατολικής Ευρώπης  ταλαιπωρήθηκαν από τους Σοβιετικούς και μετά τον Β  Παγκόσμιο Πόλεμο και σύμφωνα με τις νέες   «Συνθήκες» ανέκτησαν την εθνική ανεξαρτησία τους ως κράτη της Ευρώπης.

Η «περίοδος»  καταπατήσεως της ελευθερίας της συνειδήσεως και των θρησκευτικών καταπιέσεων εγκαταλήφθηκε πλέον  και η συνάντηση του πατριάρχη Μόσχας Ποιμένα (1971-1990) και της Ιεράς Συνόδου το 1988 με τον τότε Γενικό Γραμματέα του κόμματος  Μιχαήλ Γκορμπαστώφ συνετέλεσε ώστε να συμφωνηθεί η νέα γραμμή στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Εξ αυτής της επαφής ο Επίτροπος της κυβερνήσεως του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ «επί των θρησκευτικών υποθέσεων» σύντροφος Κωνστ. Χάρτσεφ συνεκάλεσε σε σύσκεψη πολλούς θεωρητικούς παράγοντες  του σοβιετικού καθεστώτος και ακαδημαϊκούς  επιστήμονες που εισηγήθηκαν μια νέα «φιλοσοφική» αντίληψη  επί του « θέματος της Θρησκείας» δεδομένου ότι η πολυδάπανη και έντονη αθεϊστική προπαγάνδα 1917-1987 ουδέν απέδωσε. Αυτό αποδείχθηκε και στατιστικά αφού στο σύνολον των 115 εκατομμυρίων των σοβιετικών πολιτών οι θρησκευόμενοι  δεν είναι  το 20%,   αλλά το 70 %  που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.  Το 1914 στη Ρωσία υπήρχαν 73 εκκλησιαστικές επαρχίες με μητροπολίτες, αρχιεπισκόπους αι επισκόπους και το 1939 είχαν παραμείνει φανεροί λόγω των διωγμών μόνον 7 «εν ενεργεία» ιεράρχες.1 ενώ μετά τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο  το 1980 εμφανίζονται εντός και εκτός της Σοβιετικής επικρατείας 78 αρχιερείς ανήκοντες στην   ρωσική Ιεραρχία! Στην υπό ελέγχον του κράτους από το 1943 Ορθόδοξον Εκκλησία της Ρωσίας  κάθε χρόνο ένα εκατομμύριο πολίτες απέρχονται της ζωής με την ιεροτελεστία της κηδείας στους υπάρχοντες ναούς κάθε Σάββατο. Χιλιάδες γάμοι γίνονται ομαδικά στις Εκκλησίες και πολλές χιλιάδες βαπτίσεων διεξάγονται φανερά και μυστικά  προς συνεχή  ανανέωση του εκκλησιαστικού σώματος.

Η σύσκεψη που συγκάλεσε ο Κ. Χόρτσεφ έδωσε συμπεράσματα και αυτά τελικά αποκρυσταλλώθηκε από τον διάδοχος του Γκορμπατσόφ Μπόρις Γέλτσιν το 1997 σε νόμο, όπου το σοσιαλιστικό κράτος αναγνώριζε τον εθνικό ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη ζωή της ρωσικής επικράτειας, αλλά και στην εξέλιξη του πολιτισμού αυτής της χώρας. Η νέα μορφή της πολιτικής οντότητας δεν μπορούσε  να αγνοήσει το ένστικτο της ελευθερίας της υπάρξεως που είναι   συνυφασμένο σε κάθε ζωντανό οργανισμό.  Η αναθεώρηση της περί Εκκλησίας στάσεως του καθεστώτος άρχισε από την εξέταση του Διατάγματος του Λένιν περί χωρισμού του Κράτους από την Εκκλησία και επεκτάθηκε  στον Σταλινικό νόμο του 1929 που θεσπίστηκε εν μέσω των διωγμών Τότε το κόμμα για να απομονώσει την Εκκλησία από την κοινωνική ζωή του ρωσικού λαού αρνήθηκε κάθε  δικαίωμα «νομικού προσώπου» και κατέστησε από νομικής πλευράς κάθε εκκλησιαστικό τέλεσμα  ανίσχυρο κατά τους νόμους του κράτους.  Επομένως, η προκατάληψη του κόμματος για την Εκκλησία την ανάγκασε να αποκρύπτει την εσωτερική ζωή της και το κόμμα προοδευτικά έχασε κάθε έλεγχο επί του Κλήρου και των θρησκευόμενων πολιτών..  Και τούτο παρ’ ότι η Πολιτεία  πρέπει να γνωρίζει την ζωή του κάθε πολίτη σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής του.    Η «περί Εκκλησίας» νομοθεσία πάλιωσε σημαντικά και στερεί την πληροφόρηση του κράτους για τα συμβαίνοντα θρησκευτικά γεγονότα που συμβαίνουν στην Ρωσία όπου υπάρχουν συνολικά 57 Ομολογίες οι οποίες  δικτυώνονται μέσα σε  15.000 νόμιμα λειτουργούντα σωματεία  τα πλείστα των οποίων δέχονται χρηματοδοτήσεις και έξωθεν κατευθύνσεις  για τις δραστηριότητές τους   Στην υπό έλεγχον από το 1943 Ορθόδοξον Εκκλησία της Ρωσίας  κάθε χρόνο ένα εκατομμύριο πολίτες απέρχονται της ζωής με την ιεροτελεστία της κηδείας στους υπάρχοντες ναούς κάθε Σάββατο. Χιλιάδες γάμοι γίνονται ομαδικά στις Εκκλησίες και πολλές χιλιάδες βαπτίσεων διεξάγονται φανερά και μυστικά προς συνεχή  ανανέωση του εκκλησιαστικού σώματος.

Στις 17 Μαρτίου 1991 διεξάγεται το πρώτο ελεύθερο Δημοψήφισμα για την πολιτειακή μεταβολή των Κρατών της  Σοβιετικής Ενώσεως  σε μία Ομοσπονδιακή μορφή Πολιτειών και προκύπτει απόφαση με μεγάλη πλειονοψηφία. Τον Ιούνιο του ιδίου έτους εκλέγεται άμεσα και ο πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μπόρις Γιέλτσιν. Όμως  οι   δύστροποι κομμουνιστές επιχειρούν τον Αύγουστο πραξικόπημα που αμέσως καταστέλλεται και το Κ.Κ.Σοβιετικής Ενώσεως διαλύεται και στις 25 Δεκεμβρίου 1991,  ημέρα των  Χριστουγέννων,  εγκαθιδρύεται η νέα «Ρωσική Ομοσπονδία» που περιλαμβάνει 15 νέα πρώην σοβιετικά  κράτη.

Κατά την αλλαγή μορφής του πολιτειακού συστήματος στη Ρωσία τα έθνη που συνωθούντο με τη βία μέσα στην  σοβιετική επικράτεια έδραξαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την απόλυτη κυριαρχία του Κρεμλίνου και  έδωσαν προβάδισμα στην ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.  Όμως αυτή είναι συνυφασμένη με την «ύπαρξη» κάθε ζωντανού οργανισμού προκειμένου να κινητοποιηθεί και να αναπτύξει τις δυνατότητές του  μέσα στην κοινωνία,  ώστε να  συντελεστεί η αναδημιουργία στην κοινωνία της πατρίδας.                Έτσι επιδίωξαν την ελευθερία τους πρώτες οι Βαλτικές Εκκλησίες, που επουλώθηκαν πάλι  στη Μόσχα το 1945 μετά τον Β  Παγκόσμιο Πόλεμο.  Η Μόσχα το 1961 για να φιλοτιμήσει τους Εσθονούς κατέστησε επίσκοπο Ταλλίνης τον  Εσθονό τευτονικής καταγωγής Αλέξιο Ρίντιγκερ μετατεθέντα μετά τον θάνατο του Λένινγκραντ Νικοδήμου στο Βατικανό το 1986 σε μητροπολίτη της Αγίας Πετρουπόλεως και το 1990 σε πατριάρχη Μόσχας μέχρι το 2008. Ο Αλέξιος Β΄ διετέλεσε μεταβατικός  πατριάρχης  μάλλον προς   εξόντωση του φιλόδοξου  Κιέβου Φιλάρετους Ντενισέκο, ιδίως όταν απέτυχε στην εκλογή του στον Μοσχόβιο θρόνο και στράφηκε αρχικά με όταν και αυτό απορρίφθηκε αυτοανακηρύχθηκε «Πατριάρχης Ουκρανούς» και αμέσως καθαιρέθηκε και αναθεματίστηκε για να καταλάβει  τον πατριαρχικό θρόνο της Μόσχας το 2008 μετά τον μυστηριώδη θάνατο του Αλεξίου Β΄ ο Κύριλλος Γκουντιάγιεφ, ο «ευλογημένος»  υπό της KGB ιδιαίτερος γραμματέας από το 1970 και βοηθός επίσκοπος του Νικοδήμου Ρότωφ γνωστός παρ’ ημίν  ως ο «φιλοκυδής» της φιλοπρωτίας. Τώρα ο από ηθικός αυτουργός της καταστάσεως στην Ουκρανία Μόσχας Κύριλλος, μαζί με τον παράφωνο μαέστρο του, υποδύονται τους κήνσορες  της «κανονικότητας» χωρίς ίχνος αρχιερατικής συνειδήσεως.

Το 1991 κατά την εφαρμογή της ανασυντάξεως της Ρωσικής επικράτειας σε κράτη  οι Ορθόδοξοι κληρικοί της Εσθονίας ζήτησαν την ανασύσταση της «Αυτονομίας» τους του 1923 και καθαιρέθηκαν από τη Μόσχα, γιατί έθιξαν την «Υπερόρια Δικαιοδοσία» που υπερβαίνει τα καθορισμένα   όριά της υπό των Μεγάλων Συνόδων της Κων/πόλεως του 1590 και του 1583 και δεν συμπίπτουν με την έκταση της σημερινής ρωσικής Ομοσπονδίας. Το κράτος της Εσθονίας ζήτησε κατά τις διεθνείς συνθήκες την τέλεια ανεξαρτησία από τη Μόσχα της τοπικής Εκκλησίας του για τον τερματισμό του διχαστικού  εκκλησιαστικού προβλήματος της χώρας. Η παράταση της εκκλησιαστικής εκκρεμότητος πάντα  κυοφορεί πολλούς πνευματικούς  κινδύνους και το Φανάρι απέστειλε ως τοποτηρητή στην Εσθονία τον από Ναζιανζού επίσκοπον Στέφανον Χαραλαμπίδη το 1997 ζήσαντα ως διακόνου του Ρηγίου Μελετίου  στις Βρυξέλλες το ιδεώδες της ενώσεως των ευρωπαϊκών κρατών.  Ο Τοποτηρητής Στέφανος επιμελήθηκε της εκκλησιαστικής  συγκροτήσεως σε σώμα της  τοπικής Εκκλησίας των Εσθονών  και το 1999 καταστάθηκε και ο κανονικός μητροπολίτης Ταλίνης και πάσης Εσθονίας. Αυτό το σημαντικό  γεγονός το ανεγνώρισαν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες,  χωρίς τον ρωσικό παρεμβατισμό της Μόσχας. Έκτοτε  η ρωσική πατριαρχία κατηγορηματικά απορρίπτει κάθε διοικητική ανεξαρτησία προηγηθείσης από την ίδια τοπικής Εκκλησίας, όπως της Ουκρανίας,της Μολδαβίας και της Λευκορωσίας αρνούμενη την αποδόμηση του Γιγαντισμού της.    Τότε αμέσως ενεργοποιείται ο ρουβλιωτικός εκμαυλισμός «των διψώντων χρήματα και δόξα» και οι εκβιαστικές «αποκαλύψεις» των «προσωπικών δεδομένων» των ανθιστάμενων.     Όμως η υπευθυνότητα  του αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως δεν πολεμάται με παρόμοιες φθηνές εκδουλεύσεις  γιατί η άσκηση των καθηκόντων του πηγάζει   «άνωθεν και εκ παλαιού» κατά τον πατέρα της Εκκλ. Ιστορίας Καισαρείας Ευσέβιον,2 και οι ανάδελφοι εκβιασμοί μητραλοίων βαθύτερα στερεώνουν στις χείρες της  Αποστολικής Καθέδρας της Πόλεως του Κωνσταντίνου τις κλείδες της ενότητος της κατ’ Ανατολάς Χριστιανοσύνης.-

  1. Εκείθεν και το πρόβλημα περί των έγκυρων χειροτονιών κάθε διωκόμενης παρατάξεως που κατήλθε στις «κατακόμβες» για να διασωθεί και τώρα αυτό το καταχρώνται οι υποτακτικοί της Μόσχας, ωσάν να είναι αμόλυντοι ευθυνών!
  2. Ευσέβιος Καισαρείας: Migne P.G. τ. 21. στ.279.