Του Αριστείδη Πανώτη 
Άρχοντος Μ. Ιερομνήμονος της Μ.τ.Χ.Ε.
Θεολόγου – ιστορικού
Αφιερωμένο στον Σεβ. Αμερικής Ελπιδοφόρον 
Στην Ανατολική Ευρώπη από τον 18ο αιώνα η εν Ρωσία Εκκλησία είχε όλες τις πνευματικές και οικονομικές προϋποθέσεις για να φωτίσει την εκκλησιαστική συνείδηση του ορθόδοξου λαού της επικράτειάς της. Όμως αντ’ αυτής η τοπική Εκκλησία προτίμησε τον μοσχοβίτικο συγκεντρωτισμό και στους επεκτατικούς στόχους της τσαρικής διπλωματίας και στράφηκε στο «υπερόριο άπλωμα» για να αποκτήσει το σύνδρομο του γιγαντισμού. Όταν στα τέλη του 16ου αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρισκόταν προ του κινδύνου δελεαστικής αλλαξοπιστίας από τους Οθωμανούς της Ρωμιοσύνης, τότε μετά από «σκηνοθεσία» παμπόνηρου αντιτσάρου ο πατριάρχης Κων/πόλεως Ιερεμίας ο Β΄ δέχθηκε να πρωτοτυπήσει μετά τον 6ο αιώνα και να ανυψωθεί η Μητρόπολη Μόσχας στην πατριαρχική τιμή και τα λοιπά πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής αξίωσαν στη Β΄ Μεγάλη Σύνοδο στην Κων/πολη το 1593 να καθοριστούν κατά την τάξη τα όρια αυτής της πατριαρχίας μέσα στην τότε ρωσική επικράτεια. Όμως οι τσάροι προχώρησαν σε μεγαλύτερο άπλωμα της επικράτειάς τους και με το πρόσχημα της διαδόσεως της πίστεως παρεξέκλιναν από την τηρηθείσα ορθόδοξη ιεραποστολική τακτική προς διδαχή του Ευαγγελίου, που απαράβατα τηρούσαν πάντοτε οι Βυζαντινές Ιεραποστολές.

Ο Αθηνών Μελέτιος με τους συνεργάτες του επισκεπτόμενος το Σικάγο

Με τον τρόπο αυτό διεύρυναν την ρωσική επικράτεια στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα επιβάλλοντας την δεσποτεία τους προς εκρωσισμό ξένων φυλετικά λαών προς τελική συγχώνευσή τους στην τσαρική επικράτεια! Στην προσπάθειά τους αυτή κατέλυσαν πάσα σχέση των παλαιών εκκλησιαστικών επαρχιών που προϋπήρξαν στην Κριμαία και στην ενδοχώρα των Παρευξείνιων περιοχών της Εκκλησίας Κων/πόλεως, που οι Έλληνες ιεράρχες τους παρέστησαν το 325 και στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο!

Όταν ξεκίνησε η δεύτερη μεγάλη προσπάθεια ευαγγελισμού της Κιεβινής ενδοχώρας στα τέλη της πρώτης χιλιετίας και υπάρχει πλέον σταθερό χριστιανικό ποίμνιο για την συντεταγμένη οργάνωση κανονικής επαρχίας περί το Κίεβο, το 991 ο Πατριάρχης Κων⁄πόλεως Νικόλαος Β’, ο Χρυσοβέργης (984-996) χειροτονεί ως πρώτο μητροπολίτη της χώρας του Κιέβου τον Μιχαήλ ή Λέοντα και του παρέχει και το προνόμιο της αυτόνομης ιεραποστολικής δράσεως προς τις περιοχές του Νόβγκοροντ, του Βόλγα, της Λευκής Θάλασσας, μέχρι και στα Ουράλια. Αυτό δεν είναι αυθαίρετη ενέργεια του Κων/πόλεως, αλλά είναι απόφανση δια του 28ου Κανόνος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου του 431, που κατ’ εξαίρεση εξ όλων των λοιπών Πατριαρχείων ανατέθηκε μόνον στην Εκκλησία της Νέας Ρώμης–Κων/πόλεως το «υπερόριο καθήκον» της επιστασίας επί των νεοσύστατων τοπικών Εκκλησιών των «εν τοις βαρβαρικοίς». Αυτές ήταν οι πέραν της Ρωμανίας χώρες που συνόρευαν κατ’ επέκταση με τις άγνωστες ή ημιάγνωστες χώρες που διαβιούσαν τότε στην οικουμενική γη ως άτακτες επιθετικές ορδές και στίφη εκτός του Ελληνορωμαϊκού κόσμου και πολιτισμού, όπως ήταν οι Άβαροι, οι Σλάβοι κ. α. Το 1037 ο πατριάρχης Αλέξιος ο Στουδίτης (1025-1043) εντάσσει την Μητρόπολη Κιέβου στην τάξη των θρόνων του και κατέχει πλέον την 61η θέση του Συνταγματίου του. Έτσι το Κίεβο καθίσταται το εκκλησιαστικό κέντρο της χώρας με ενδεικτική οργάνωση της ακμής του. Στον μητροπολίτη του υπάγονται οι 12 επισκοπές των ανατολικών περιοχών της Ρωσίας και οι 7 επισκοπές προς την δυτική πλευρά της Λευκορωσίας και κτίζονται και διακοσμούνται σπουδαίοι βυζαντινοί ναοί με επιρροή από την βασιλεύουσα Νέα Ρώμη και όχι «παγαδόσχημοι» (pagode) ναοί Βιρμανικής επιρροής αλλοτρίων θρησκευμάτων, στεγαζόμενοι με φολιδωτούς κρεμμυδόμορφους τρούλλους. Το 1169 Ιεραπόστολοι μοναχοί της Εκκλησίας Κων⁄πόλεως ευαγγελίζονται τους λαούς της Βαλτικής θάλασσας, τους Καρελίους, Λάπωνες, Περμίους, Βοτιάκους και Μάρους και τους προσελκύουν στην Ορθοδοξία. Τον 13ο αιώνα η ηγεμονία του Κιέβου διασπάται στα τέσσερα μέρη και η Ουκρανία υποτάσσεται τον 14ον αιώνα στη Λιθουανία, που διατελεί υπό την εκκλησιαστική επιρροή της εκλατινισμένης πλέον Παλαιάς Ρώμης. Το 1300 η Μητρόπολη Κιέβου μετατίθεται στο Βλαδίμηρο και το 1302 ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΒ΄ (1294-1304) συνιστά την β΄ Μητρόπολη Γαλλίτζης στη Γαλλικία της Ρωσίας για να προστατευθεί ο ορθόδοξος βορράς από την εκ δυσμών απειλή. Το 1308 το Πατριαρχείο συνιστά την γ΄ Μητρόπολη «πάσης Ρωσίας» με έδρα τη Μόσχα. Ο μητροπολίτης όμως χειροτονείται κατά την τάξη στην Κων⁄πολη από τον πατριάρχη Νήφωνα Α΄ (1311-1315). Το 1416 Σύνοδος 9 Ορθοδόξων επισκόπων στο Νόβγκοροντ αποφασίζει αυθαίρετα τον χωρισμό των μητροπόλεων Κιέβου και Μόσχας και εκλέγουν ως ίδιο μητροπολίτη Κιέβου τον Γρηγόριον Τσαμβλάκου, τον οποίο δεν επικυρώνει ο πατριάρχης Ιωσήφ Β΄ (1416—1439) για να τον χειροτονήσει. Το 1433 ο ίδιος πατριάρχης εκλεγέντος του επισκόπου Σμολένσκ Γερασίμου ως μητροπολίτη Κιέβου επικύρωσε την εκλογή του και εγκρίνει την «κυριαρχία» του εφ΄ όλης της λεγόμενης «Μικράς Ρωσίας».

Ο συστήσας την Αρχιεπισκοπή Αμερικής στις 4 Αυγούστου 1919 τότε μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος μετά την εκλογή του το 1921 στον Οικουμενικό Θρόνο ευρικόμενος στις ΗΠΑ

Το Φανάρι γνωρίζει τις επιχορηγήσεις της τσαρίνας Αικατερίνης Β΄ προς ευαγγελισμό των αρκτικών πληθυσμών του αχανούς κράτους της. Το 1843 δημοσιεύεται εκ του ρωσικού στην Οδησσό από τον Αλέξανδρο Πάγκαλο ο «Οδηγός εις την Βασιλεία των Ουρανών», που αποκάλυψε το συντελεσθέν εκεί έργο του αρχιεπισκόπου Ιννοκεντίου Βενιαμίνωφ. Η ορθόδοξη αυτή διακονία άρχιζε από τη Σιβηρία και έφθανε δια της μακράς αλυσίδος των 150 Αλλεούτιων νήσων του Βερίγγειου πορθμού στην εισπήδηση εκ της Άπω Ανατολής και στην Αμερικανική Ήπειρο δια της Αλάσκας. Όμως το 1867 η Αλάσκα πωλήθηκε από την Ρωσία και αγοράστηκε από τις Η.Π.Α. Το Φανάρι μαθαίνει ότι η Ρωσική Ιεραποστολή το 1870 μεταπήδησε από τις Αλλεούτιες νήσους στη Σίτκαν της Αλάσκας και το 1872 έφυγε από εκεί και εγκαταστάθηκε στον Άγιο Φραγκίσκο της Καλιφόρνιας, όπου λόγω της ηπιότητος του κλίματος, είχαν εγκατασταθεί και πολλοί Έλληνες και άλλοι ορθόδοξοι μετανάστες. Στην πόλη αυτή οι Ρώσοι συνασπίζονται μαζί με ένα Αραβόφωνο επίσκοπο Ευθύμιο και συνέπηξαν «θυσιαστήρια» σε εποχή που διεξαγόταν ο αγώνας για τον εξαραβισμό του Πατριαρχείου Αντιοχείας! Το 1897 ο εκ Πσκώβου Τύχων Μπελλάβιν (1898-1907) χειροτονείται επίσκοπος Λιούμπλιν της Πολωνίας και το 1898 μετατίθεται στην επισκοπή Αλεουτίων νήσων και Αλάσκας. Το 1900 μεταβλήθηκε ο τίτλος της επαρχίας του σε Αλεουτίων νήσων και Βορείου Αμερικής. Το 1905 προήχθη σε αρχιεπίσκοπο και εξ Αλάσκας εισπήδησε στις δυτικές ακτές των Η.Π.Α. στον Άγιο Φραγκίσκο της Καλιφόρνιας και από εκεί μεταπήδησε στην Νέα Υόρκη, όπου αποβιβάζονταν τα κύματα των μεταναστών κυρίως εξ Ελλάδος. Τον ίδιο χρόνο λειτουργεί στη Μιννεάπολη το πρώτο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο στις Η.Π.Α. Το 1906 εγκαθιστά εκεί την μόνη στις Η.Π.Α, Ορθόδοξη εκκλησιαστική Αρχή και δημοσιεύει τον «Κανονισμό της Ορθοδόξου Αρχιεπισκοπής Αμερικής»! Αυτό υπερέβη κάθε όριο της δωρηθείσης το 1593 στη Μόσχα δικαιοδοσίας και προκάλεσε τις αντιδράσεις των Ελλήνων μεταναστών στην Ουάσιγκτον και η Μόσχα αποσύρει από τις Η.Π.Α. τον Τύχωνα και τον εκλέγει αρχικά μητροπολίτη Γιαροσλάβου και Ροστόβου. Ο πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ λόγω του τότε ανοικτού μετώπου διασώσεως της Μακεδονίας από την παρέμβαση του «Πανσλαβισμού», για να μην προβεί σε διαμαρτυρία στον τσάρο αναθέτει με Τόμο το 1908 στην Ιερά Σύνοδο των Αθηνών την ποιμαντική ευθύνη των μεταναστών στην Αμερική.

Ο από Ροδοστόλου πρώτος αρχιεπίσκοπος Αμερικής Αλέξανδρος Δήμογλου

Όμως ο Αθηνών Μελέτιος μετέβη στις Η.Π.Α πρώτη φορά προς διάσωση της εκεί Ομογένειας μέσα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη δεύτερη φορά ήλθε ως αυτοεξόριστος λόγω του «Εθνικού Διχασμού» μετά την έξωσή του από τον θρόνο του και τότε παρουσίασε την συνοδική πράξη της Ιεράς Συνόδου των Αθηνών της 4 Αυγούστου 1918, με την οποία συνέστησε «την Αρχιεπισκοπή Αμερικής»Αυτή η πρωτοβουλία του Αθηνών Μελετίου ανήρεσε το σχέδιο των Ρώσων για «υπερόρια» εξάπλωση και στον Νέο Κόσμο και ο Τύχων σχολίαζε πάντα δυσμενώς τις αποφάσεις του Μελετίου Μεταξάκη και ως Οικουμενικού Πατριάρχη (1921-1923) για την πλήρη «αποκατάσταση της κανονικότητος» μέσα στην εκ παλαιού δικαιοδοσία της Εκκλησίας Κων/ πόλεως.

Όλες αυτές οι ιστορικές μαρτυρίες αποδεικνύουν ποιος είναι ο δεσμός της Κιεβινής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και πώς σεβάστηκε τον ουκρανικό λαό η Μητέρα Εκκλησία και δεν τον εξελλήνισε ούτε τον συγχώνευε μέσα στα όρια της Φιλόχριστης Βασιλείας της, όπως έπραξε η τσαρική και σοβιετική Μόσχα, αλλά καθοδηγούσε τους «εν τοις βαρβαρικοίς» να αναπτύξουν την γλωσσική τους ταυτότητα και πολιτιστική ιδιαιτερότητα, για να αναπτύξουν τα ίδια χαρίσματά τους σεβόμενη την ελευθερία τους. Αυτή την βασική αρχή επί αιώνες την σεβάστηκαν γενεές επισκόπων και ιεραποστόλων και την αγνόησαν από τον 18ο αιώνα οι ταγοί της Μόσχας που με ορμαθό ιστορικών ψευδών και εξαγορών προς έκφραση προδεσμεύσεων πριν καν λάβουν την «Ειρηνευτική Επιστολή» του νέου κανονικά κατεστημένου μητροπολίτη Κιέβου Επιφανίου. Αυτά δεν είναι καμώματα εκκλησιαστικών ανδρών αλλά όσων υποδύονται την υποκριτική τέχνη προβάλλοντες την Αγία Αρχιερωσύνη με την κανονική ασυνειδησία τους χάριν απειλών και χρημάτων.

Η Πρώτη Ελληνορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Τριάδος στις Η.Π.Α. το 1864

Την Παύλειο κανονική αρχή «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξη γινέσθω» (Α΄ Κορ. ιδ΄ 40) την κατέστησαν οι Πατέρες βάση των αποφάνσεων όλων των Οικουμενικών Συνόδων γιατί σαφέστατα και ρητά εδράζεται στον Λόγον Θεού που «ωρίσατο ου μετακινήσεις όρια» (Δευτερονόμιο. ιη’ 14) «α έθηκε Κύριος» (Ιησούς Ναυή, κβ’. 25) και «οι πατέρες σου» (Παρ. κβ’  28). Η Ιστορία μας διδάσκει πώς όλα τα εκ του κόσμου τούτου παρέρχονται και μόνη η Εκκλησία είναι ακλόνητη αφού «αι αποστολικαί μόνον αυτήν εθεμελίωσαν χείρες, αλλά και του Δεσπότου των Αποστόλων η απόφασις ετείχισεν αυτήν εν καινώ και παραδόξου τειχισμού τρόπω, ούτως και αυτήν ησφαλίσατο» 2.
Α.Π. 

1. Α.Π. Συνοδικόν. τ. Β’ σ. 442-243.
2. Ιω. Χρυσόστομος. Migne P.G. τ.51. στ.771.