Η στοργή της Μητρός Εκκλησίας για τη Κύπρο.

         Η ανανέωση της Ιεραρχίας στη Εκκλησία Κύπρου το 1948.

                                                            

     Η αρχέγονη Εκκλησία της Κύπρου συνιστάται κατά την Α΄   Ἀποστολική περιοδεία το 45-48 μ.Χ..  στη νήσο όταν ευαγγελίζονται ο Παύλος και ο Βαρνάβας από τη Σαλαμίνα  μέχρι τη Πάφο στα ενδιάμεσα πολίσματα τον Ιησού Χριστό.  Το πολύμηνο έργο τους το συνέχισαν οι επίσκοποι που καταστάθηκαν από τον Βαρνάβα και τον Λάζαρο και οι διάδοχοί τους οι οποίοι το  στερέωσαν  και το ανέδειξαν εκκλησιαστικά σε αυτοδύναμη Εκκλησία μέχρι που τον Δ  αἰώνα. Τότε η  γειτνιάζουσα πρώτη ιεραποστολική πηγή της  Αντιοχείας διεκδίκησε τη διοίκησή της με την χειροτονία των επισκόπων της.  Όμως οι Συνοδικοί Πατέρες που συνήλθαν το 431  στην έτερη σπουδαία  αποστολικη πηγή  της Εφέσου για την  Γ  Οἰκουμενικὴ  Σύνοδο, διέγνωσαν ότι οι Αντιοχειανοί «ατάκτησαν» και τους ανακάλεσαν στην Τάξη με απόφανση της οικουμενικής πλέον Εκκλησίας. Αυτή περιλαμβάνεται  στον 8ον  κανόνα της που συνέστησε την πρώτη κανονικά «ανεξάρτητη», δηλαδή (αυτοκέφαλη) με Σύνοδον Εκκλησίαν, την οποίαν  διαχρονικά ουδείς  μπόρεσε να αμφισβητήσει.1

Ἡ «Πατριαρχικὴ Ἐξαρχία» μετὰ συλλείτουργο στὸν Καθεδρικό ναό τῶν Ἀθηνῶν. Ιούνιος 1948. Ἐξ ἀριστερῶν ὁ Λαοδικείας Μάξιμος, ὁ Περγάμου Ἀδαμάντιος, ὁ Ἰμβρου Ἰάκωβος, ὁ Σάρδεων Μάξιμος. ὁ Χαλδίας Κύριλλος, ὁ Ἀριστείδης Πανώτης, ὁ Ὑπογραμματεύς Ἰάκωβος Στεφανίδης μετὰ Ἰκονίου καὶ Σχολάρχης τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Χάλκης.

            Κατά τις ληστρικές αραβικές επιδρομές του 7ου  αιώνα η νησιώτικη Εκκλησία της Κύπρου ταλαιπωρήθηκε και ο Οικουμενικός Θρόνος, διάδοχος της αποστολικής Καθέδρας της Εφέσου,   έδειξε τη στοργή του στην δοκιμαζόμενη Εκκλησία των Κυπρίων  με τη φιλοξενία του πληρώματός της  στην περιοχή της Μητροπόλεως Κυζίκου στη Προποντίδα. Εκεί στην ιδρυθείσα περιοχή της «Νέας Ιουστινιανής» παρέμεινε από το  691 η Εκκλησιά του λαού των Κυπρίων μέχρι ποὺ ελευθερώθηκε το νησί από τους άρπαγες επιδρομείς και επέστρεψαν όλοι οι Κύπριοι στο νήσο τους. Έκτοτε ο δεσμός εκείνος  παρέμεινε πανίσχυρος και μάλιστα διαιωνίζεται με τον  λθ´ (39) Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. 2

              Νέα περίοδος μεγάλης δοκιμασίας του λαού της νήσου προέκυψε μετά την ήττα του Τουρκικού στόλου κατά την ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). 3 Οι Τούρκοι φοβούμενοι  ότι οι χριστιανικές δυνάμεις θα στραφούν πλέον στην απελευθέρωση της Κων/πόλεως προχώρησαν για αντιπερισπασμό  στην εκπόρθηση της τότε Ενετοκρατούμενης Κύπρου. Εκδιώκονται οι λατίνοι κληρικοί και το Πατριαρχείο εκλέγει νέο αρχιεπίσκοπο Κύπρου τον Κωνσταντίας Τιμόθεο και επί τρεις αιώνες οἱ νέοι κατακτητὲς επιβάρυναν την ζωή του κυπριακοῦ λαού με θελκτικούς  εξισλαμισμούς Κυπρίων και φρικαλεότητες σε κάθε αντίστασή του μέχρι τη συρρίκνωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1878 που η Κύπρος περιήλθε στο βρεταννικό στέμμα μέχρι το 1914. Κατά τον Α΄  Παγκόσμιο Πόλεμο οι Τούρκοι συμμαχούν  με τις «Κεντρικές Δυνάμεις» περί τη Γερμανία και  οι Άγγλοι μετέβαλαν την νήσο σε προτεκτοράτο. Με την ειρηνευτική «Συνθήκη της Λωζάννης» (1923)  η Κύπρος παραχωρήθηκε «De facto» στη Μ.Βρεταννία.

        Έκτοτε οι Κύπριοι,  όπως παλαιότερα και οι Κρήτες,  ως οι γηγενείς κάτοικοι των νήσων τους διεκδικούσαν την εθνική Ανεξαρτησία τους.  Νέα  σειρά ταραχών εκδηλώνεται κατά την έκρηξη της επαναστάσεως των «Νοεμβριανών» του 1931 και οι Άγγλοι εξορίζουν εκ της νήσου την εκκλησιαστική ηγεσία των Ελληνορθοδόξων τους   μητροπολίτες Κιτίου Νικόδημος (+1937) και Κερηνείας Μακάριος.4 Στην νήσο παρέμενουν ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Γ (1916-1933) που απεβίωσε το 1933 και ο συνετός Πάφου Λεόντιος5 που τον διαδέχθηκε ως Τοποτηρητής της Αρχιεπισκοπής Κύπρου επί 14 χρόνια.

 Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου,  επειδή πολλοί Κύπριοι υπηρέτησαν με ηρωϊσμό παρά το πλευρό των Συμμάχων,  ο Βρεταννός αρμοστής  της Νήσου εν όψει συντάξεως κάποιου Συντάγματος δίδει την άδεια να συμπληρωθούν οι κενές μητροπολιτικές έδρες.6 Το 1946 επιτρέπεται η επιστροφή του Κερηνείας Μακαρίου, ο οποίος και εκλέγεται αρχιεπίσκοπος όχι κατά τους αντικανονικούς νόμους που επιχείρησαν να επιβάλουν οι Άγγλοι, αλλά ψήφο κλήρου και λαού κατά τον Κανονισμό που ισχυε από το 1910. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄  (1947-1950)7 ζήτησε  την αποστολή ιεραρχών εκ Φαναρίου για σύμπλήρωση της Ιεράς Συνοδου προς ανανέωση της Ιεραρχίας στη νήσο. Ο πατριάρχης Μαξίμου Ε 8 μνήμων των μακρών δεσμών της Κων/πόλεως με την Εκκλησία της νήσου    απέστειλε στη Κύπρο το Φθινόπωρο του 1948 «Πατριαρχική Εξαρχία» αποτελούμενη από τους  μητροπολίτες Περγάμου Αδαμάντιο9  και Σάρδεων Μάξιμο10  προς  εκλογήν των νέων ιεραρχών της. Το έργο της Εξαρχίας αυτής στηριζόνταν στο Κανονισμό   λειτουργίας της Εκκλησίας της νήσου που συνέταξε ο τότε Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης,11.  ο οποίος επανασυνέστησε την αρχαία πράξη της Εκκλησίας για την αναζήτηση των νέων ηγητόρων της «ψήφο κλήρου και λαού». Μάλιστα τον Κανονισμό αυτό όταν έγινε Αθηνών εισηγήθηκε  να  εισαχθεί και στην Ελλαδική Εκκλησία, μήπως παύσουν οι αντικανονικές «Αριστίνδην Σύνοδοι» που τόση ανωμαλία προκάλεσαν στη εκκλησιαστική ζωή της χώρας.  Δυστυχώς τότε ο  Ελ. Βενιζέλος απέφυγε την θεσμοθέτησή του Καταστατικού του κλεινού Μελετίου γιατί δεν συνέφερε τους πολιτικούς και δεν διευκόλυνε τις συναλλαγές μεταξύ αρχιερέων.    Το αρχαίο αυτό «Κληρικολαϊκό» σύστημα το υπηρέτησαν με τον προσήκοντα σεβασμό και ευφυΐα οι δύο Φαναριώτες αρχιερείς συνεργαζόμενοι με τις έμπειρες προσωπικότες εκκλησιαστικές προσωπικότητες της Ελλάδος, όπως ήταν ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος και άλλοι. 12

 1 Ότι «οι Κύπριοι δι’ εαυτών ποιούνται τας χειροτονίας» κανών Η  (8), Αμ. Αλιβιζάτου. Οι Ιεροί Κανόνες. Εν  Αθήναις. 1949. σ.44. και 93-94.  Αριστ. Πανώτη. Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας. τ.Α .σελ.50 και 174-175.

2.        Α. Πανώτη. Συνοδικόν… περί του 39ου  κανόνα της Ε/ΣΤ . τ. Α  σελ. 236.

3.        Θ.Η.Ε. τ. Θ . σελ.324.

4.        Θ.Η.Ε. τ. Ζ . σ.489.

5.        Θ.Η.Ε. τ. Ζ . σ.1209.

6.         Θ.Η.Ε. τ. Ζ . σ.236.

7.        Ανδρέα Μιτσίδη άρθρον Εκκλησία Κύπρου. Θ.Η.Ε. τ. Ζ  1126-1138

8.         Θ.Η.Ε. τ. Η . σ.638-640.

9.        Θ.Η.Ε. τ. Α . σ.377-378

   10.    Θ.Η.Ε. τ. Η . σ.640-641.

     11.  Το κείμενο του Καταστατικού εκείνου διασώθηκε στο τότε περιοδικό του «Καινή Κτίσις» και επειδή προστατεύει από τις συναλλαγές των πολιτικών και των αρχιερέων ο μακαριστός Κίτρους Βαρνάβας Τζωρτζάτος δεν τον δημοσίευσε  στο τόμον που εξέδωσε με την προϊστορία των Καταστατικών Χαρτών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εν Αθήναις 1967. σ. 626.

    12.  Ο μακαριστός  γέροντάς μου Περγάμου Αδαμαντίου  αν και τότε ήμουν νεότατος μου εμπιστεύθηκε πολλά και εζησα την αγωνία του για  την εξέλιξη της ωριμότητος των Κυπρίων αρχιερέων, που τόσο ακριβά επλήρωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Ρωμιοσύνη της Κων/πόλεως από την τουρκική επιθετικότητα εκ του «Κυπριακού ζητήματος».-  Α.Π.