Οι ταλαιπωρίες των Ορθοδόξων Εκκλησιών στα Βαλκάνια
κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου (1923-1940)

Η στενότερη συνεργασία των Ορθοδόξων της Ανατολικής Ευρώπης με τον Οικουμενικό Θρόνο καταστάθηκε περισσότερο αισθητή κατά τα χρόνια αυτά της παγκόσμιας συρράξεως με την εμφάνιση των νέων ιδεολογιών που τράφηκαν από τους ολοκληρωτικούς ανταγωνισμούς των ισχυρών κρατών που πληρώθηκαν ακριβά από τους φιλειρηνικούς πληθυσμούς. Ήδη το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον Ιανουάριο του 1923 στο επίσημο περιοδικό του με τίτλο: « Το Μέγα βήμα προς την αλληλεγγύην εν τη Ορθοδοξία» συμφωνεί για τη στενότερη προσέγγιση προς επίλυση των διαφόρων χρονιζόντων θεμάτων και για την αντιμετώπιση των έξωθεν επιβουλών ιδίως όσων έλαβαν κανονικά από το Πατριαρχείο την αυτοδιοίκησή τους μετά από την πολυετή δεσποτική τσαρική κατοχή.

6. Αυτό το άρθρο απηχεί καὶ τις σκέψεις του Πριμάτου της Ρουμανίας πατριάρχη Μύρωνα, μιας ισχυρής προσωπικότητας της εποχής, που παρενέβη και στην Συνδιάσκεψη της Λωζάννης υπέρ των δικαίων του Πατριαρχείου ως «υπερεθνικού εκκλησιαστικού κέντρου» όλων των Ορθοδόξων της Οικουμένης. 1 1 Περ. Εκκλ. Αλήθεια,Κπ. ο.π. σσ. 79. Οι ανακαινιστικές σκέψεις των Ρουμάνων κληρικών και θεολόγων εντοπίστηκαν στο συγκληθέν στο Βουκουρέστι Συνέδριο 150 ιερέων εξ όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρουμανίας. Σ’ αυτό παρευρέθηκαν και ιεράρχες, ο υπουργός Παιδείας και καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Βουκουρεστίου. Προς μελέτη τέθηκαν τέσσερα θέματα από τον καθηγητή πρωτ. Ποπέσκου: α) της θέσεως της Εκκλησίας στο Κράτος και έναντι των λοιπών Ομολογιών, β) Το δικαίωμα της Εκκλησίας να κατέχει και να διαχειρίζεται την περιουσία της, γ) Να είναι υποχρεωτικός στην χώρα ο θρησκευτικός γάμος καθώς και η Κυριακή αργία και το μάθημα των θρησκευτικών στους ορθοδόξους μαθητές, αλλά να διδάσκεται μόνον από θεολόγους κληρικούς. δ) Να ιδρυθεί «Παγκληρική Ένωση» για όλους τους ιερείς της χώρας, ακόμη δε εκφράζεται και η ευχή να δοθεί γρήγορα λύση στον θέμα του β γάμου των χηρευόντων κληρικών «για να παραμένουν φρονιμότεροι». Απότερος στόχος αυτού του συνεδρίου ήταν να γίνουν σεβαστά τα δίκαια και η αυτονομία της τοπικής Εκκλησίας και να κατωχυρωθεί συνταγματικά πως είναι η «επικρατούσα» Εκκλησίας στην Ρουμανία για να προστατευθεί από τις πιέσεις των Ρωμαιοκαθολικών που εξωθούν πιστούς στον Ουνιτισμό. Στο συνέδριο αυτό ασχολήθηκε με θέματα που ξεπερνούν τη Ρουμανία και βλέπουμε πως αποτελούν προβλήματα σε όλες σχεδόν τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες όπως βλέπουμε και στο θεματολόγιο του τότε συσταθέντος «Συνεδρίου της Κων/πόλεως»του 1923, που τόσο οικτρά διαβλήθηκε από το ζηλωτικό φανατισμό αν κρίνουμε από τα όσα σήμερα γνωρίζουμε για τις παράλληλες κινήσεις την ίδια εποχή στη Μόσχα και στο Βουκουρέστι. Εξ αυτού και προέκυψε το «Συνέδριο της Κων/πόλεως» που συγκάλεσε ο τότε Κων/πόλεως Μελέτιος στο θεσμικό κέντρο της Μητέρας Εκκλησίας.
Για τη λύση του σοβαρού θέματος της θέσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Ρουμανικό κράτος σπουδαία βαρύτητα είχε το υψηλό κύρος του πατριάρχη Μύρωνα και η ένθερμη συμπαράσταση στη Γερουσία του περίφημου βυζαντινολόγου καθηγητή Νικόλαου Γιόργκα, συγγραφέα του «Τὸ Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο», οι οποίοι καὶ συνετέλεσαν στην ανατροπή των σχεδιασμών της τότε κυβερνήσεως Βρατιάνου «περί ισοτιμίας» των Εκκλησιών στη Ρουμανία και τελικά ψηφίστηκε ο νόμος του κράτους που αναγνώρισε ως «κυρίαρχη» Εκκλησία του κράτους (Biserika dominanta) τα 13.000.000 των Ορθοδόξων Ρουμάνων και ξεχώρισε απ’ αυτήν την Ελληνοκαθολική Εκκλησία των Ουνιτών, ώστε μόνο πλέον το Πατριαρχείο του Βουκουρεστίου να ρυθμίζει τα της διοικήσεώς του με την συνεργασία του κλήρου και του λαού του. Σ’ αυτή την αρχική καταξίωση της τοπικής Εκκλησίας οφείλεται και η μεταταύτα θαυμαστή οργάνωσή της κατά την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι την επιβολή στη χώρα στις 30 Απριλίου 1948 της ερυθρής δικτατορίας του δήθεν λαϊκού κράτους!
7. Κατά τον «Εμφύλιο Πόλεμο» στη Ρωσία 1917-1922 μεταξύ του Κόκκινου Στρατού του βορρά και του Λευκού Στρατού του νότου η Αυτοκρατορική Εκκλησία πλήρωσε τον εναγκαλισμό της με την απολυταρχία των τσάρων με το μαρτυρικό τίμημα του αθεϊστικού στραγγαλισμού. Όσοι αρχιερείς, κληρικοί, μοναχοί και πιστοί παρέμειναν εδραίοι στην Ορθοδοξία και ζούσαν σε περιοχές ελεγχόμενες από τους Μπολσεβίκους μαρτύρησαν κατά τον πλέον φρικιαστικό τρόπο. Μετά την κατάρρευση του Στρατού του νότου όσοι επέζησαν τράπηκαν σε φυγή κυρίως δια του ελεύθερου λιμένα της Οδησσού και μεταξύ αυτών ήταν και ο Κιέβου Αντώνιος Χραποβίτσκυ. Αυτός κατέφυγε στο Φανάρι και τον φιλοξένησε η Ομογένειά μας και όταν έφθασε στην Αθήνα η Ελλάδα τον τίμησε και με την ανώτατη διάκρισή της. 1. Στην «αιχμάλωτη» Μητέρα τους ζήτησαν προστασία και κοινωνία πολλοί άλλοι αρχιερείς και κληρικοί από τις επιχορηγούμενες ρωσικές αποστολές, όπως ο εξ Αμερικής αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος και εκ της Κίνας ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος κ.α.,. και μυριάδες προσφύγων εκ Ρωσίας που τους στέγασε τὸ Φανάρι στα καθιδρύματά του και τους διέθρεψε μέχρι να βρεθούν τρόποι μεταφοράς τους στην Ευρώπη και στην Αμερική. Το πρόβλημα της εγκαταστάσεως των εκ Ρωσίας ιεραρχών στο μέσο των φυγάδων χριστιανών ήταν από τα δυσκολότερα ζητήματα γιατί έθεται το κανονικό πρόβλημα της «υπερόριας» ασκήσεως του «ενόριου επισκοπικού λειτουργήματος», που εξ αρχής τέθηκε ως θεμελιώδης αρχή για την πρόληψη κάθε αταξίας και έριδος μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Πολλοί από τους πρόσφυγες αρχιερείς αντιλήφθηκαν ότι υφίστανται πλέον εντός της Μιας κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με μόνον εφόδιον την κανονικότητά τους και έγιναν διάφορες προτάσεις. Οι «εμιγκρέδες» της Δυτικής Ευρώπης ζήτησαν άμεση εξάρτηση εκ του Οικουμενικού Θρόνου και το Φανάρι επικέντρωσε την προσοχή του στο πρόσωπο του μητροπολίτη πρώην Βολυνίας Ευλόγιου Γεωργιέφσκυ 1 μάρτυρα της τότε παρακμής του τσαρικού καθεστώτος. Αυτός είχε λάβει εντολή ελευθερίας κινήσεως από τον πατριάρχη Τύχωνα πριν απομονωθεί και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι (1926-1946) μέσα στα όρια της συσταθείσας το 1922 Μητροπόλεως Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας. Εκ των πρώτων μελημάτων του ήταν με κάθε τρόπο να προσεγγίσει τους ορθοδόξους ομογενείς του σε κατ’ οίκον εκκλησίες για τη θεία ορθόδοξη λατρεία όπου υφίστατο κατάλληλος χώρος και συγκρότησε δίκτυο κοινοτήτων-ενοριών γύρω από το Παρίσι και τις δυτικές πόλεις. Η δεύτερη επιδίωξή του ήταν να συστήσει ένα Ιερατικό Σεμινάριο για να μορφωθεί εκκλησιαστικά ο νέος κλήρος. Αυτό σε λίγο μετεξελίχθηκε κατάλληλα εμπλουτισθέν με αξιόλογα στελέχη στο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου που αποτέλεσε από το 1925 πυρήνας διαδόσεως της κατ’ Ανατολάς εκκλησιαστικής Παραδόσεως στον τότε ευρωπαϊκόν κόσμο. Με την προστασία του Φαναρίου και τη συμβολή σπουδαίων κληρικών και λαϊκών θεολόγων με πενιχρές απολαβές καὶ στεγαζόμενων σε πενιχρά κτίρια η Σχολή αυτή αναδείχθηκε εργαστήριο θεολογικής σκέψεως και σπουδής. Μεταξύ αυτών ἦταν οι επίσκοποι Βενιαμίν Φεντσένκοφ και Σέργιος Μπεζοβράζοφ, μετά επίσκοπος Κατάνης , ο Α. Καρτασώφ, καθώς και οι πρωθιερείς Σέργιος Μπουλγάκοφ, Βασίλειος Ζενκόβσκυ, Γεώργιος Φλορόβσκυ, Νικόλαος Αφανάσιεφ, Κυπριανός Κέρν κ.ά.
Όμως η φιλοτσαρική ομάδα που ήδη από το 1917 διαφώνησε με την εκλογή του Τύχωνα ως Πατριάρχη συνέστησε από το 1919 στη Σταυρούπολη της Νοτιοδυτικής Ρωσίας τὴν «Προσωρινή Ανώτατη Εκκλησιαστική Διοίκηση» υπό τον πρώην Κιέβου Αντώνιο.2 2 Μετ’ ολίγον όμως τον πλαισίωσαν πολλοί διαφυγόντες Ρώσοι αρχιερείς εραστές του τσαρικού παρελθόντος που κατέφυγαν στην προστασία του φυλετικά συγγενούς λαού των Σέρβων. Στο Κάρλοβιτς της Σερβίας με την άδεια του πατριάρχη Σερβίας Δημητρίου (1920-1930) συνέρχεται «Αρχιερατικό Συνέδριο» και αποφασίζει άνευ ορθοδόξων εκκλησιολογικών κριτηρίων την σύσταση μιας «Υπερόριας Συνοδικῆς Διοικήσεως» των εκ Ρωσίας διαφυγόντων αρχιερέων. Με αυτή την αυθαίρετη πρωτοβουλία επιδιώκεται να συντηρηθεί και πάλι το τσαρικό γόητρο της τότε διαλυθείσης «Αυτοκρατορικής Εκκλησίας». Εξ αυτού και κλήθηκε ο μητροπολίτης Εὐλόγιος3 να συνεργαστεί μαζί τους και τούτου αρνηθέντος τον κατέστησαν το 1925 υπόδικον. Όμως τότε παρενέβη ο πρώην Κων/πόλεως και τότε δευτερόθρονος ήδη πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος και δι’ επιστολής προς τον πρ. Κιέβου Αντώνιο απέδειξε το ανυπόστατο της υπερόριας δικαιοδοσίας, διότι ὁλες οι καθέδρες των επισκοπών είναι «ενόριες» διοικήσεις με βασικό λειτουργό τον επίσκοπο και οι Ιεροί Κανόνες υπερόριον δικαιοδοσία αναγνωρίζουν μόνον στον αρχιεπίσκοπον της Νέας Ρώμης, ειδικά για θέματα «των εν τοις βαρβαρικοίς» (28ος της Δ΄Οικ.Συνόδου). Στη διαχρονική πορεία της κανονικής Εκκλησίας είναι ανύπαρκτη η «Υπερόριος αυτή Σύνοδος» του Καρλοβιτσίου 5 Αυτή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μετακόμισε από την Ευρώπη στην Αμερική και είναι γνωστή σήμερα ως η ROCOR που προκάλεσε μεγάλη διαταραχή στην Ορθοδοξία. 6 Αυτή τη πληγή αγκάλιασε τώρα το «πολυπαίπαλον» (πανουργότατον) Πατριαρχείο Μόσχας ενδιαφερόμενον μόνον για τον πολλαπλασιασμό του όγκου του.
Προς τιθάσευση αυτού του αντικανονικού «νεοπλάσματος» ο πολύπειρος πατριάρχης Μελέτιος αποφαίνεται ότι: «η κάθε Υπερόριος Εκκλησία αντίκειται προς τους Ιερούς Κανόνες και την πράξη της Εκκλησίας» και επομένως: α) Ο Σερβίας δύναται να παραχωρήσει εντός του κανονικού εδάφους του την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων τους των εμπερίστατων Ρώσων Ιεραρχών κατά το κανονικό πρότυπο των συμβάντων στην περίπτωση τού διωγμοῦ του πληρώματος των Κυπρίων εκ της νήσου των τον 7ου αιώνα που κανόνισε η Ε/Στ΄ Οικουμ. Σύνοδος με την σύσταση μετά των «προνομίων» της στη Μητρόπολη Κυζίκου της Νέας Ιουστινιανής με τον 39ον κανόνα της. β) Ουδεμία εξουσία έχουν να χειροτονούν «επί των βαρβαρικών χωρών» προνόμιο που ανήκει κατά τον 28ον Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στον «Πρώτον» της Εκκλησίας Κων/πόλεως. γ) Ο μητροπολίτης Ευλόγιος καταστάθηκε δια της αναθέσεως εις αυτόν της Εξαρχίας Δυτικής Ευρώπης αρχιερεύς του Οικουμενικού Θρόνου και ουδεμία ανύπαρκτη «υπερόρια Σύνοδος» μπορεί να τον κρίνει! 7 Είναι γνωστόν ότι ο «ενόριος προσδιορισμός της διακονίας» εκάστου επισκόπου μέσα σε συγκεκριμένα όρια πόλεως ὴ περιοχής αποτελεί προϋπόθεση για την εγκατάσταση του θυσιαστηρού του προς καθαγιασμό τῆς Ευχαριστίας της τοπικής Εκκλησίας. Εξ αυτού κατά την κανονική τάξη το ελληνόφωνο, σλαβονικό, αραβόφωνο, γαλλόφωνο και λοιπό ετερόφωνο ποίμνιο των ορθοδόξων της Γαλλίας ποιμαίνεται κανονικά και ελεύθερα μέσα στην υφιστάμενη δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Γαλλίας. Όπως πράττουν και οι πιστοί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας διαφόρων φυλών και γλωσσών που εκκλησιάζονται στους απανταχού ναούς τους. Οι λοιποί που ανήκουν σε ανύπαρκτες εκκλησιολογικά «υπερόριες» εθνοφυλετικές παρασυναγωγές δεν αποτελούν μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.-
1. 1. Θ.Η.Ε.τ. 5. 1055-1058.
2. 2. Θ.Η.Ε. τ.Β . στ. 990-993.
3. 3Αρ.Πανώτη. «Συνοδικόν».τ. Γ , μέρος α , σ.202-203.
4. 4. Θ.Η.Ε. τ.Ε . στ. 1055-1058
5. 5. Θ.Η.Ε. τ.Β στ. 991-993.Περ. «Πάνταινος» Αλεξ. 1927 σ.514-516 αναδημοσιευθείσα στην «Ορθοδοξία» Κπόλεως τ. ΚΓ 1948. Πβλ. και τους 35ον Αποστ. κανόνα και τον 2ον της Β Οἰκουμενικῆς Συνόδου ως και τον 16ον της Αντιοχειας.
6. 6. Μετά τον θάνατο του Αντωνίου και των διαδόχων του αὐτὴ ἐξελίχθηκε σε πολυκέφαλη τυχοδιωκτική φατρία διασπείρουσα την «Αρχιερωσύνη» προς σύσταση παρασυναγωγών.
7. 7 Η Εξαρχία αυτή καθοχυρώθηκε με πατριαρχικό και συνοδικό Τόμο στις 17 Φεβρουαρίου του 1931, ο οποίος ήρθη μόλις το 2018.
8.
8 Η καταβολή του αποστολικού θεμελίου στο νοτιοδυτικό Ιλλυρικό, όπου σήμερα η Αλβανία, επιβεβαιώνεται από κείμενα του πρώτου αιώνα του Αποστόλου των Εθνών Παύλου1 αλλά και από μαρτυρίες που συνεχώς εμπλουτίζονται με τις έρευνες και ανασκαφές περί την Εγνατία Οδό που οδηγούσε από την Θεσσαλονίκη προς την Επίδαμνο (Δυρράχιο). Την χώρα αυτοί διέπρεψαν επίσκοποι της αποστολικής διαδοχής του Καισάριου, όπως ήταν ο Άστιος που μαρτύρησε το 98 και ο εξ Αυλώνος Ελευθέριος το 137 καθώς και πλειάδα άλλων μαρτύρων που προκαθόρισαν το σταυρικό μέλλον της εκεί τοπικής Εκκλησίας. Είναι συνεχής η εκεί παρουσία της οργανωμένης εκκλησιαστικής ζωής σε όλους τους αιώνες όπως φαίνεται από το πλήθος των αρχαίων βασιλικών που βρίσκονται εκεί και από τα μεσαιωνικά καθολικά των Μονών που διασώθηκαν από την καταστροφική μανία των κατά καιρούς επιδρομέων και δυναστών της περιοχής οι οποίοι επιδίωξαν να αφανίσουν στη χώρα την εις Χριστόν πίστη. Όμως η Εκκλησία Κων/πόλεως συνεχώς ανανέωνε τον ιστό της αρχιερωσύνης με θερμουργούς ιεράρχες καὶ κληρικούς που αναλάμβαναν την ποιμαντορία του εκεί χριστεπώνυμου ποιμνίου και γι’ αυτό διασώθηκε μέχρι τον 20ον αιώνα ζώσα η Βορειοηπειρωτική Εκκλησία. Τέλος το 1912 συνεστήθη το νέο Αλβανικό κράτος στην νότια πλευρά του οποίου διασώθηκε το ελληνορθόδοξο ποίμνιο που αποτελούσε πλέον το 25 % εκ του συνόλου του αλβανικού πληθυσμού. Στο μεταξύ το Φανάρι φρόντισε την εκκλησιαστική μόρφωση πλείστων όσων τέκνων της Ηπειρωτικής γης να μορφωθούν και στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης τους οποίους και ανέδειξε χωρίς διακρίσεις σπουδαίους ιεράρχες της Εκκλησίας κατά τα εκδηλωθέντα εκάστου χαρίσματα χωρίς ποτέ να διακρίνει την φυλετική ή την γλωσσική τους προέλευση και τους κατέστησε ιεράρχες σε σημαντικές επάλξεις του Οικουμενικού Θρόνου.
Τον Μάϊον του 1923 οι Ελληνορθόδοξοι αναζητούν την ανεξάρτητη εκκλησιαστικότητά τους, όπως έπραξαν και οι γείτονές τους Σέρβοι και απευθύνονται στην θεσμική τους Μητέρα της Κων/πόλεως, όπως έπραξαν και οι λοιποί Ορθόδοξοι λαοί στην Ανατολική Ευρώπη και των Βαλκανίων. Επταμελής αντιπροσωπεία μεταβαίνει στο Φανάρι όπου διεξήχθησαν συνομιλίες, Το Πατριαρχείο μελέτησε τις τοπικές δυσκολίες των εκεί πιστών στην Ορθοδοξία και χορήγησε στην εν Αλβανία Εκκλησία αρχικά το «αυτόνομο» και όχι το «αυτοκέφαλο» καθεστώς διοικήσεως, για να μην παραμείνει η εκεί τοπική Εκκλησία απροστάτευτη από το θεσμικό Κέντρο της και τελικά κατασταθεί παίγνιο της αλλόθρησκης και εθνικιστικής εξουσίας των κυβερνώντων την Αλβανία, δεδομένου ότι ο πληθυσμός θρησκευτικά τώρα είναι μεικτός με πλειονότητα τους Μουσουλμάνους και προς βορρά κυρίως βρίσκονταν Ρωμαιοκαθολικοί υπό την επιστασία και επιρροή του Βατικανού. Το Πατριαρχείο τελικά θέσπισε ανεξάρτητη διοίκηση στην Αλβανία ώστε να αποτελείται από μια Αρχιεπισκοπή και τέσσερις Μητροπόλεις, που συναποτελούν την επαρχιακή Σύνοδο με όλες τις εξουσίες και τις κανονικές ευθύνες για να συνέρχεται ως τακτική δις του έτους και στη θεία λατρεία της να χρησιμοποιεί τόσο την ελληνική όσο και την αλβανική γλώσσα κατά περίπτωση εκάστης ενορίας. Το προτεινόμενο σχέδιο διοικήσεως περιλαμβάνει ένδεκα όρους προστασίας του ορθοδόξου ποιμνίου του αρχαίου Ιλλυρικού, προς διαφύλαξη της ενότητός του με την Καθολική Ορθοδοξία.2 Όμως το κράτος μολύνθηκε από τις «εθνοφυλετικές» δοξασίας και προσωπικές επιδιώξεις που σε άλλες ευκαιρίες εκθέσαμε. Μία εξ αυτών ήταν η περίπτωση του Θεοφάνη Μαυρομμάτη (Φανόλη) και του παπα-Βασίλη κ.α. που περιέπλεξαν για χρόνια τα εκκλησιαστικά στην Αλβανία και καθυστέρησε η πλήρης ανεξαρτησία της αυτοδιοικήσεως τους, γεγονός που συνετελέστηκε μόλις το 1937. Στη συνέχεια όμως παρενεβλήθη η ιταλική κατοχή της Αλβανίας που επιδίωξε δόλια να συνδέσει τους Ελληνορθοδόξους της Βορείου Ηπείρου με τους Αρβανιτόφωνους της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, που είναι συνδεδεμένοι όμως με τη Μονή Παναγίας της Κρυπτοφέρρης υπαγόμενης στην Εκκλησία της Πρεσβυτέρας Ρώμης.-
Αυτά είναι τα σπουδαιότερα γεγονότα τα οποία συνέβησαν στον «Μεσοπόλεμο» των δύο Μεγάλων Παγκοσμίων συρράξεων του 20ου αιώνα που επιβεβαίωσαν και πάλι τον σεβασμό των Ορθοδόξων Εκκλησιών στα προνόμια και στα δίκαια του Οικουμενικού θρόνου , τα οποία έχουν άμεση σχέση με την ευταξία μέσα στην δικαιοδοσία του και κατ’ επέκταση σε όλη την κατ’ ανατολάς Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία.-

1 Ρωμ.ιε .19, Τίτου γ 12 , Β Τιμ. δ 10.
2 Περ. Εκκλ. Αλήθεια, Κπ. 1923, ο.π. σσ. 148-150.

Συνεχίζεται. Α. Π.