H πρωτεύουσα της Φιλλανδίας Ελσίνκι και ο καθεδρικός ναός της

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τερματίστηκε με την ειρηνευτική «Συνθήκη της Λωζάννης» (1923) και οι Ορθόδοξοι λαοί μετά την σύσταση των νέων κρατών τους διεκδίκησαν και την εκκλησιαστική ανεξαρτησία τους. Προς τούτο και κατέφυγαν στη Μητέρα τους Εκκλησία και ζήτησαν θεσμικές αποφάσεις για την ανασύσταση των τοπικών Εκκλησιών τους. Αυτό το αίτημα επιβεβαίωσε τον κορυφαίο ρόλο του αποστολικού θεσμού της Κων/πόλεως. Οι Ρώσοι αρχιερείς που διέφυγαν από τον αθεϊστικό κλοιό της χώρας τους και επιχορηγούντο από το τσαρικό ταμείο σε διάφορες εκκλησιαστικές αποστολές εκτός της ρωσικής επικράτειας, με την προσωπική παρουσία τους ή με επιστολές ζήτησαν από την Μητέρα τους Εκκλησία της Κων/πόλεως να επιβεβαιώσει την εκκλησιολογική τους κανονικότητα και εγκυρότητα για να αναγνωριστεί και στηριχθεί η εκκλησιαστική τους υπόσταση μέσα στις «υπερόριες» ορθόδοξες κοινότητες της Ευρώπης και του Νέου Κόσμου. 

Οι Βαλτικές εθνότητες διεκδίκησαν πρώτες την ανεξαρτησία τους και την απέκτησαν ακόμη και δια των όπλων, ανθιστάμενες κατά των δυνάμεων καταστολής των Μπολσεβίκων και των Γερμανών στρατοκρατών. Η Φιλλανδία, η Λιθουανία, η Εσθονία και η Λεττονία ήταν χώρες με μεικτό θρησκευτικό πληθυσμό. Απόλυτα σχεδόν τις κυριαρχούσε το Λουθηρανικό στοιχείο, με δεύτερο το Ρωμαιοκαθολικό και τρίτο τον Ορθόδοξο λαό. Κάθε χώρα που απέκτησε την εθνική της ανεξαρτησία, θέλησε και η τοπική της θρησκευτική κοινωνία να αποκτήσει ίδια εκκλησιαστική οργάνωση από το θεσμικό της κέντρο. Η ορθόδοξη πλευρά κάθε νεοσύστατου κράτους ζήτησε την κανονική απόφανση της Εκκλησίας Κων/πόλεως, εκ της οποίας προήλθαν οι ορθόδοξες καταβολές τους τον 10ο αιώνα από Βυζαντινούς κληρικούς που είχαν ανέλθει ιεραποστολικά τον Δνείπερο ποταμό μέχρι το Πσκοφ. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός εισήχθη στις χώρες αυτές από Δανούς και Γερμανούς ιεραποστόλους τον 12ο αιώνα με την σύμπραξη του Τευτονικού τάγματος και τον 16ο αιώνα η πλειονοψηφία προσήλθαν στον Λουθηρανισμό από τη γερμανική επίδραση. Η Ορθοδοξία στηρίχθηκε κυρίως από τις γειτνιάζουσες μονές και επισκοπές της τσαρικής επικράτειας που τότε εκδήλωναν και ενδιαφέρον για την αλίευση ψυχών.

Το Πατριαρχείο, κατόπιν παρακλήσεως του ορθοδόξου πληρώματος των χωρών αυτών και με την συμφωνία των δημοκρατικά εκλεγμένων πολιτικών αρχών, άσκησε το μοναδικό εξαρχικό του δικαίωμα του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και εξέδωσε Πατριαρχικούς και Συνοδικούς Τόμους τον Ιούνιο του 1923 με τους οποίους θέσπισε την «Αυτονομία» των τοπικών Εκκλησιών στην Φιλλανδία και στην Εσθονία. Με την κανονική αρμοδιότητά του αναγνώρισε και όσα είχε πράξει στις χώρες αυτές ο πατριάρχης Τύχωνας περιλαμβάνοντας τις στο κράτος της «Αγίας Ρωσίας». Έτσι, ξεκίνησε κανονικά η εγκαθίδρυση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής δομής σε κάθε νεοσύστατο κράτος της Βαλτικής. Δυστυχώς, πολλοί Ρώσοι κληρικοί και θεολόγοι, καθώς και ο πατριάρχης Τύχωνας, ήταν ακόμη δέσμιοι της τσαρικής πλάνης ότι όπου απλώνεται το κράτος τους ή εγκαθίστανται Ρώσοι μετανάστες, επεκτείνεται και η παραχωρηθείσα στον εκάστοτε Μόσχας «πατριαρχία», δεσμεύουσα την ελεύθερη έκφραση της εκκλησιαστικής συνειδήσεως των γειτονικών λαών στη Ρωσία. Μάλιστα, ο πατριάρχης Τύχων στην εγκύκλιο που απορρίπτει τη «καθαίρεσή» του από τους εχθρούς του, σχολιάζει με πικρία και το αναφαίρετο δικαίωμα του Οικουμενικού Θρόνου να προστατεύει την ελευθερία στις τοπικές Εκκλησίες που συνεστήθηκαν με αποφάνσεις του εντός της Δικαιοδοσίας του, ως δήθεν «αυθαίρετη Φαναριωτική ενέργεια». Όμως ο Τύχων παρερμήνευε τις βασικές αρχές της δωρηθείσης στους Ρώσους διοικητικής «ανεξαρτησίας» και αυτές ήταν γνωστές στο Φανάρι από τη μεταπήδησή του ως μητροπολίτης από τις Αλεουτίους νήσους και την Αλάσκα στη Καλιφόρνια των Η.ΠΑ. και δια του Αγίου Φραγκίσκου στη Νέα Υόρκη εμφανιζόμενος ως η μόνη συγκροτημένη και ενωμένη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική και το 1906 εξέδωσε και σχετικό οργανισμό της προς υφαρπαγή των Ορθοδόξων μεταναστών στις Η.Π.Α. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών προερχόταν εξ Ελλάδος και προς τούτο ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’, επειδή τότε το Πατριαρχείο διεξήγαγε δια των ιεραρχών του την στήριξη της «ελληνικότητος της Μακεδονίας» δεν θέλησε να έλθει σε σύγκρουση με τον τσαρικό επεκτατισμό και το 1908, παραχώρησε την επιστασία των Ελληνορθοδόξων μεταναστών στην Ιερά Σύνοδο των Αθηνών για να συνεργασθεί σ’ αυτό με την ελληνική κυβέρνηση, κάτι που επί που ολιγώρησε να επιδιώξει λόγω του Εθνικού Διχασμού. 

Με κέντρο την Καρελία συνεστήθη το 1923 και η «Αρχιεπισκοπή Βιμπόργου και πάσης Φιλλανδίας» με 75.000 πιστούς που απετέλεσε έκτοτε την «Αυτόνομη» Εκκλησία της Φινλλανδίας που επιστατείται από το Οικουμενικόν Πατριαρχείον.1 Πρώτο αρχιεπίσκοπο που απέκτησε ήταν ο από Σορδόβαλας Σεραφείμ. Αυτόν διαδέχθηκε το 1925 ο από πρωτοσυγκέλλου βοηθός επίσκοπος Γερμανός Αάβ, που υπήρξε ο μακροβιότερος ιεράρχης και οργανωτής των ορθοδόξων υποδομών της τοπικής Εκκλησίας μέχρι το 1961, όταν και υπέργηρος απεβίωσε. Ο Γερμανός συνδεόταν με τον Θυατείρων Γερμανό Στρινόπουλο και για να περισώσει το μικρό του ποίμνιο μέσα στην Διαμαρτυρόμενη πλημμυρίδα της χώρας του, αναγκάστηκε σε λειτουργικές προσαρμογές και μία από αυτές έφθασε στην διόρθωση και του Πασχαλίου κύκλου ώστε να συνεορτάζουν οι εκεί ορθόδοξοι πιστοί το Πάσχα κατά τον Γρηγοριανό Ημερολόγιο. όπως οι λοιποί συμπατριώτες του.. 2 Τούτον διαδέχθηκε ο πράος και ευγενής Παύλος και τούτον πάλιν ο ελληνομαθέστατος Ιωάννης Ρίνε, που συνέδεσε στενότερα την Εκκλησία του με τον ελληνισμό και τελικά απεβίωσε το 2009 ως Γέρων μητροπολίτης Νικαίας του Οικουμενικού Θρόνου. 

1. Ο Τόμος της στην « Εκκλ. Αληθεια» Κ.π. 1923, σσ, 251-253 

2 . Θ.Η.Ε. τ. Δ΄ , στηλ.411-412.

 ______________

Μετά τριετή πάλη με τους σοβιετικούς και τους Γερμανούς το 1920 αναγνωρίστηκε και η ανεξαρτησία της Εσθονίας στην οποία το 78% είναι Λουθηρανοί, ενώ το 20% Ορθόδοξοι, περί τις 250.000 πιστοί και μόλις το 2% Ρωμαιοκαθολικοί. Από τους Ορθοδόξους το 85-90% είναι Εσθονοί και μόνον το 15-10 % είναι Ρωσογενείς. Οι Ορθόδοξοι Εσθονοί μετά την απόκτηση της κρατικής τους ανεξαρτησίας θέλησαν να απεξαρτηθούν και εκκλησιαστικά από την σοβιετοκρατούμενη Ρωσία και ο επιχώριος ιεράρχης τους Ταλλίννης Πλάτων έπαυσε την εξάρτηση από το Πατριαρχείο της Μόσχας και γι’αυτό και δολοφονήθηκε και σήμερα τιμάται ως ιερομάρτυρας και προστάτης της τοπικής Εκκλησίας, καθώς και όλοι οι καταδιωχθέντες και μαρτυρήσαντες Εσθονοί για την ανεξαρτησία της Εκκλησίας τους από τους Ρώσους. Μετά τα θλιβερά αυτά γεγονότα οι Ορθόδοξοι Εσθονοί, με την συμφωνία του κράτους, ζήτησαν την κανονική τους εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, Η Μητρόπολη Κιέβου συσταθείσα από την Εκκλησία Κων/πόλεως περί το 910 είχε πρώτο μητροπολίτη τον Μιχαήλ που διέδωσε το Ευαγγέλιο στις Βαλτικές χώρες κατά το «Χρονικό του Νόβγκοροντ». Γι’ αυτό και το 1923 το Φανάρι με Τόμο συνέστησε τη «Μητρόπολη Ταλλίνης (Ρεβάλης) και πάσης Εσθονίας»1 με επισκοπές και της χορηγήθηκε επίσης η «Αυτονομία». Ως πρώτος κανονικός μητροπολίτης της αναγνωρίστηκε ο Αλέξανδρος, με βοηθό επίσκοπο τον Πετσέρης Νικόλαο, οι οποίοι και δεινοπάθησαν από τον σοβιετικό στρατό κατά την κατάληψη της χώρας τους τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τελικά εκπατρίστηκαν στην Σουηδία.2 1 «Εκκλ. Αλήθεια» Κπ, ο.π. σσ. 254-255 2 Περί της Εκκλησίας στην Εσθονία με κείμενα και βιβλιογραφία βλέπε στο τόμο: Gr. Papathomas et Mat. Palli. The Autonomous Orthodox Church of Estonia. Ed. Epektasis. Katerini. 2002. 

Στη Λεττονία πάλι επί συνόλου πληθυσμού 1.070.00 κατοίκων η πλειοψηφία των χριστιανών είναι Λουθηρανική, με δεύτερους τους Ρωμαιοκαθολικούς και τρίτους, μόλις το 20 % είναι Ορθόδοξοι, οι οποίοι τέθηκαν υπό τη «Μητρόπολη Ρίγας και πάσης Λατβίας» με μητροπολίτη τον Αυγουστίνο και βοηθό επίσκοπο τον Ελζάβ Ιάκωβο. Ο αρχιεπίσκοπος Φιλλανδίας και οι μητροπολίτες Εσθονίας και Λεττονίας εντάχθηκαν αντίστοιχα στην 22, 23 και 24 θέση της Α΄ στήλης του «Συνταγματίου» των Μητροπόλεων του Οικουμενικού Θρόνου, στις θέσεις που άλλοτε κατείχαν εκεί οι Μητροπόλεις Κιέβου, Μόσχας και Πετρουπόλεως. Στην Λιθουανία το 80% του πληθυσμού είναι Ρωμαιοκαθολικοί αλλά υπάρχει και το 3% των Ορθοδόξων, που κατ’ άλλους αυτό φθάνει τις 50.000 ρωσογενείς πιστούς, οι οποίοι ανήκουν στην Μητρόπολη Βίλνιους που τους επιστατούσε τότε η γειτνιάζουσα εν Ρωσία Εκκλησία. 

Μετά τον τραγικό πόλεμο 1914-1918 ανασυγκροτήθηκε και το πολωνικό κράτος από περιοχές που αποσπάστηκαν από τα άλλα όμορα κράτη της Ρωσίας, της Αυστρίας και της Γερμανίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι η εκεί «επικρατούσα» Εκκλησία στη σύνθεση του πληθυσμού της Πολωνίας. Όμως υπήρχαν και ορθόδοξες νησίδες με σημαντικό πληθυσμό Πολωνών, Ρώσων και Ουκρανών που ανερχόταν στις 4.000.000 πιστούς και συγκροτούσαν μια τοπική Εκκλησία που λειτουργούσε ως ανεξάρτητη Μητρόπολη συνδεδεμένη με τις γύρω της ορθόδοξες διοικήσεις που είχαν σχέσεις και με τον πατριάρχη Τύχωνα, ο οποίος είχε παραχωρήσει και προνόμιο αυτοδιοικήσεως. Η ορθόδοξη Μητρόπολη της Βαρσοβίας με την συμφωνία της πολωνικής κυβερνήσεως ζήτησε την θεσμική αναγνώριση ως «Αυτοκέφαλη» Εκκλησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό πραγματοποιήθηκε με τις επιβαλλόμενες κανονικές διατάξεις που διατυπώθηκαν στον εκδοθέντα το 1924 Τόμο επί πατριάρχου Γρηγορίου Ζ’ . Η Εκκλησία Κων/πόλεως άφησε την εσωτερική οργάνωση της τοπικής Εκκλησίας στην πρωτοβουλία του κλήρου και του λαού των Ορθοδόξων της Πολωνίας κατά τις παραδόσεις και τις ανάγκες του τόπου. Το μόνο όρο που κράτησε το Φανάρι δι’ εαυτό είναι η «επικύρωση» της εκλογής του εκάστοτε υποδεικνυόμενου ως μητροπολίτη «Βαρσοβίας και πάσης Πολωνίας». Τον ίδιο όρο έθεσε εκ παλαιού η Αποστολική Καθέδρα της Κων/πόλεως και στην «αυτοκεφαλία» για τον εκάστοτε μητροπολίτη Κιέβου και για την εν Ρωσία ύπατη εκκλησιαστική αρχή που τώρα μετεξελίχθηκε στην αποδοχή ή μη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη του «ειρηνικού γράμματος» του νεοεκλεγέντος ως «Πρώτου» εκάστης τοπικής Ιεραρχίας μέσα στις νεότερες Εκκλησίες που συνεστήθηκαν μέσα στην δικαιοδοσία της, δυνάμει του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. 

Πρώτος μητροπολίτης Βαρσοβίας εξελέγη ο Γεώργιος και τούτου δολοφονηθέντος από παράφρονα φιλορώσο μοναχό εξελέγη από κληρικολαϊκή συνέλευση ο επίσκοπος Βολίνης Διονύσιος, ο οποίος ζήτησε την «κύρωση» της εκλογής του από το Πατριαρχείο Κων/πόλεως με επίσημο γράμμα της 1ης Απριλίου 1923. Η αναγνώριση δόθηκε με συνοδική απόφαση στις 24 Απριλίου και επικυρώθηκαν ακόμη και τα υπό του πατριάρχου Τύχωνος παραχωρηθέντα προνόμια και μετέβη στην Βαρσοβία προς παράδοση του Τόμου και ηθική ενίσχυση της εκεί Εκκλησίας έκτακτη πατριαρχική Αντιπροσωπεία. Έκτοτε αναπτύχθηκαν στενότατες οι σχέσεις Φαναρίου και Βαρσοβίας μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, όταν οι σοβιετικοί παρενέβησαν στα της τοπικής Εκκλησίας, όπως και στις λοιπές Εκκλησίες της Βαλτικής και εντελώς αυθαίρετα φυλάκισαν τον κανονικό μητροπολίτη Διονύσιο και τον αντικατέστησαν με τον ευνοούμενό τους Βασίλειο Δορόσκεβιτς και μετά με τον Στέφανο που αμφότεροι παρέμειναν «ακοινώνητοι» μέχρι τέλους. Μετά τη πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία αποκαταστάθηκαν πλήρως και οι σχέσεις της Εκκλησίας αυτής με την Μητέρα της Εκκλησία και κατέχει ήδη την 7η θέση στα «Δίπτυχα της Ορθοδοξίας» ως μία των κατασταθέντων υπό τον Οικουμενικόν Θρόνον εντός του κλίματός του δέκα «Αυτοκεφάλων» Εκκλησιών, μερικές των οποίων πληρούσαν και τις κανονικές προϋποθέσεις να αναδειχθούν σε «Πατριαρχείο» ως ηγούμενοι έθνους με την απόφαση του θεσμικού κέντρου της αποστολικής Καθέδρας της Κων/πόλεως. 

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την διάλυση της αυτοκρατορίας της Αυστροουγγαρίας επακολούθησε η ίδρυση το 1919 του νέου κράτους της Τσεχοσλοβακίας. Η νέα κρατική οντότητα απήλλαξε την εκκλησιαστική ζωή των Τσέχων από τα σκληρά μέτρα κατά της Ορθοδοξίας των Ρωμαιοκαθολικών Αψβούργων και το διασωθέν μικρό ορθόδοξο πλήρωμα του νέου κράτους της Τσεχοσλοβακίας περιεπλάκη στον εθνικιστικό ανταγωνισμό των όμορων λαών για τη κηδεμονία του. Για να αποφύγουν νέες περιπέτειες οι Ορθόδοξοι επιδίωξαν την ανανέωση των αρχαίων δεσμών τους με το θεσμικό κέντρο των ορθόδοξων λαών της Ανατολικής Ευρώπης για την ανάκτηση της εκκλησιαστικής συγκρότησής τους. Με πατριαρχική και συνοδική απόφανση το Φανάρι αποκατέστησε τα εν Τσεχοσλοβακία εκκλησιαστικά πράγματα κατά το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας.1 Και η τοπική Εκκλησία των εκεί Ορθοδόξων καταστάθηκε με σχετικό Τόμο ως «Αυτόνομη» και απέκτησε εσωτερική διοίκηση αποτελούμενη εκ μιας Αρχιεπισκοπής στη Πράγα και δύο επαρχιούχες επισκοπές στη Μοραβία και στην Καρπαθορωσία. Τους πρώτους, τον αρχιεπίσκοπο και τους επισκόπους τους πρότεινε ο τοπικός κλήρος και ο λαός της χώρας και μετά εξελέγησαν με κανονικάς ψήφους και χειροτονήθηκαν από την Πατριαρχική Ιερά Σύνοδο προκειμένου να συγκροτηθεί η τοπική Σύνοδος τους. Στο μέλλον η εκλογή νέων επισκόπων επικυρώνεται από τον αρχιεπίσκοπο, ενώ η δική του εκλογή επικυρώνεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον οποίον μνημονεύει ο αρχιεπίσκοπος αλλά και οι άλλοι δύο ιεράρχες ως τον «Πρώτον» του κλίματος του Θρόνου. Ως πρώτος αρχιεπίσκοπος Πράγας προτάθηκε από την τοπική σύναξη του πληρώματος ο αρχιμ. Σαββάτιος. Αυτός χειροτονήθηκε από τον πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ και την Ιερά Σύνοδο στον πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Επιδίδοντάς του ο Πατριάρχης κατά την τάξη στο τέλος την ποιμαντορική ράβδο του, τον κατέστησε Έξαρχο της Εκκλησίας Κων/πόλεως σε μια περιοχή που η Ορθοδοξία δοκιμαζόταν επί σειρά ετών και τώρα διχάζεται και από το σκάνδαλο της Ουνίας, ώστε να διατηρεί «την μέσην οδόν» μεταξύ των εκεί Ρωμαιοκαθολικών και των Προτεσταντών και να προασπίζεται τα δίκαια της Μητρός της Εκκλησίας στη περιοχή. Γι ‘αυτό και η Αρχιεπισκοπή Πράγας τότε με πατριαρχική απόφανση κανονικά ανυψώθηκε ως η 21η Μητρόπολη στην Τάξη του «Συνταγματίου» του Θρόνου, μετά από εκείνες της Β.&Ν. Αμερικής, των Θυατείρων και της Αυστραλίας. Με το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την χαρισματική προσωπικότητα, την συνειδητή ευσέβεια και τον άοκνο και διακριτικό ζήλο ο αρχιεπίσκοπος Σαββάτιος εκτιμήθηκε μεγάλως στο νέο κράτος και ταυτόχρονα απετέλεσε πυρήνα έλξεως στην Ορθοδοξία εκείνων που αναζητούσαν μια τοπική και συνάμα ιστορική ταυτότητα για τα εκκλησιαστικά πράγματα της χώρας τους. Έτσι, το 1924 προσήλθε στην τοπική Εκκλησία με τους οπαδούς του ο πρώην Ρωμαιοκαθολικός ιερεύς Ματθαίος Παύλικ, μετονομασμένος σε Γεράρδο (Gorazd), ο οποίος είχε ήδη χειροτονηθεί σε επίσκοπο από τούς Σέρβους. Αυτός έδειξε πολλά χαρίσματα ως επαρχιούχος αρχιερεύς και αφιέρωσε μεγάλο μέρος του βίου του στο μεταφραστικό έργο στη τσεχική γλώσσα των λειτουργικών και κατηχητικών βιβλίων και ως άριστος μουσουργός πλούτισε την λατρεία με μουσικά έργα. Έτσι στον Μεσοπόλεμο αναδείχθηκε όχι μόνον άξιος διδάχος της ορθοδόξου πίστεως αλλά και της όλης λατρευτικής τάξεως και ζωής των Τσέχων. Οι Ορθόδοξοι της Τσεχίας το 1931 ανήρχοντο σε 145.583 πιστούς. Όμως, κατά τη γερμανική κατοχή της χώρας (1940-1945) που ήταν η κατ’ εξοχήν βάρβαρη, προκλήθηκε η Αντίσταση του λαού. Μεταξύ εκείνων που πρωτοστάτησαν ήταν και ο επίσκοπος Γεράρδος τον οποίο συνέλαβαν οι Ναζί μαζί με δύο ιερείς και μερικούς λαϊκούς και τους εξετέλεσαν στις 4 Σεπτεμβρίου 1942, ενώ θεώρησαν ως υπεύθυνο και τον αρχιεπίσκοπο Σαββάτιο και τον ενέκλεισαν στο ειρκτό στρατόπεδο του Ντανχάου για τρία χρόνια και διέλυσαν την Εκκλησία του και για να επιβιώσουν οι ιερείς του τους επέτρεψαν να γίνουν εργάτες στη Γερμανία. Ο αρχιεπίσκοπος Σαββάτιος έγραψε στο κάτεργο σελίδες άφθαστου ύψους αγιότητος, αυταπαρνήσεως και προσφοράς μεταξύ των κρατουμένων που θύμιζαν την εποχή των μεγάλων διωγμών και τις κατακόμβες που καταγράφηκαν αργότερα από συγκρατουμένους του.2 Μετά την συντριβή των Ναζιστών, τον Μάιο του 1945, ο μαρτυρικός αρχιεπίσκοπος Σαββάτιος επέστρεψε στην Πράγα και βρήκε ποίμνιο μόνον 40.000 Ορθοδόξων. Αμέσως επικοινώνησε με τον πατριάρχη Μάξιμο Ε΄ και τον ενημέρωνε για τα παθήματά του και για τα εκκλησιαστικά πράγματα στη χώρα του, η οποία είχε καταληφθεί από τους Σοβιετικούς. Τελικά αρνηθείς να ενταχθεί στο Πατριαρχείο Μόσχας εξαφανίστηκε από τους Ρώσους και χάθηκαν τα ίχνη ενός ηρωικού αγίου ιεράρχη γιατί έμεινε πιστός στον Οικουμενικό Θρόνο. 1. Περ. Εκκλ. Αλήθεια Κπ, ό.π., σσ., 69-72.  2. Βιργίλ Γεωργίου. «25η Ώρα» και ελληνικά, το βιβλίο έγινε παγκόσμιας κυκλοφορίας και ταινία. 

________________

Όσοι διαβάσετε αυτό το σημείωμά μου θα διαπιστώσατε πως οι τότε Πατριάρχες Κων/πόλεως Γερμανός Ε΄, Μελέτιος Δ΄ , Γρηγόριος Ζ΄ και Βασίλειος Γ΄ πάντοτε ακολουθούν την πάγια κανονική οδό τάξεως της Εκκλησίας μας και αποκατέστησαν την ανεξάρτητη διοικητική οργάνωση στις τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες στην Ανατολική Ευρώπη. Το ίδιο έπραξε η Α.Θ.Π. ο αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως και Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος και τώρα δέχεται ασεβέστατο και πρωτοφανή ολοκληρωτικό πόλεμο από τους Μοσχοβίτες, επειδή δεν είναι πλέον μία των Ορθόδοξων Εκκλησιών του Χριστού, στοιχούσα σε αυτό πού της παραδόθηκε τον 16ον αιώνα από την Μητέρα της Εκκλησία, αλλά μία εθνοφυλετική κρατική οργάνωση της Ομόσπονδης Ρωσίας και γι’ αυτό φέρει ακέραια την ευθύνη ενώπιον του Παρακλήτου Πνεύματος ο Μακαριώτατος «πολυπαίπαλος» ηγούμενός της με την παράφωνη συγχορδία του μουσικολογιώτατου «αγγελιώτη»της Τερψιχόρης! 

Το άρθρο συνεχίζεται Α.Π.