ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ἕνα ἀπόγευμα τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1947 ασπάστηκα  στήν Κηφισιά τό σεπτό χέρι τοῦ φιλοξενουμένου ἔκει Πατριάρχη Μαξίμου καί ἄπο τήν πρώτη στιγμή ἡ ματιά του μέ ἄγρευσε στούς προσήλυτούς του Φαναριοῦ. Μέ συνέδεσε μέ δύο κληρικούς διαφορετικοῦ μεγέθους ἄπο ὅσους μέχρι τότε ἔγνωριζα, τόν Μητροπολίτη Περγάμου Ἀδαμάντιο Κασαπίδη καί τόν τότε Ὑπογραμματέα Ἰάκωβο Στεφανίδη, τῶν ὅποιων ἤ ἕλληνομαθεια, ἤ θεολογική κατάρτιση καί ἤ λογοτεχνική εὐαισθησία μέ ἔντυπωσιασε καί ζήτησα νά μάθω πόθεν ἤ πηγή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἔμπειριάς τους. “Ὅμως «ἄλλως ἔδοξε» στή τήν Πόλη κουστωδία ποῦ συνεχῶς ἄπερριπτε τίς αἰτήσεις μου προκειμένου νά σπουδάσω στή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ὁπότε θά ἤμουν περίπου συνταξιώτης τοῦ Εὐαγγέλου Γαλάνη.

   Ὡστόσο, ἔκεινο ποῦ ἄμεσα στερήθηκα τό ἄναζητησα ἔμμεσα δί’ ἄλλης ὄδοϋ, προκειμένου νά γευθῶ «τό ζωντανό νερό» τῆς εὐσεβοῦς πηγῆς τοῦ Γένους. Τό ἄνακαλυψα μέ τή μελέτη τῶν δημοσιευμάτων ὅσων προσώπων ἔξεφραζαν τίς προσδοκίες μου γιά τή Σχολή τῆς Χάλκης καί ξεχώρισα ἕξ αὐτῶν τρεῖς, ποῦ συνέχιζαν τήν ἐκ παλαιοῦ Φαναριώτικη παράδοση. Καί ἔπεδιωξα νά τούς γνωρίσω καλύτερα.

Ὅ πρῶτος ἕξ αὐτῶν ἦταν ὅ Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος Γεωργιάδης. Ὅ μύστης αὐτός τῆς ὥραιοτητάς του κτιστοῦ κόσμου ὑμνοῦσε τίς θεϊκές εὐλογίες του καί μετουσίωνε τίς εὐαισθησίες του στόν ἀνθώνα τῆς Σχολῆς, ὥστε τά χρώματα καί τά ἄρωματά του νά μεταβάλλουν τήν ὄσφρητικοτητα καί τοῦ πλέον ἀνοσμου ἱεροσπουδαστῆ καί νά τόν ἔμπνεούν σε δημιουργία.

Ὅ δεύτερος ἕξ αὔτων ἦταν ὅ Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Χατζής, ὅ μεγάλος αὐτός ἑρμηνευτῆς τῶν ὕψιστων ἄξιών του Εὐαγγελίου καί τῆς σοφίας τῶν πρό αὐτοῦ. Ὅ Γέροντας ἤξερε νά συνταιριάζει μέ εὐγένεια τή φαναριώτικη παράδοση μέ τήν πρόοδο καί νά μεταβάλλει τήν εὔσεβη Πηγή σέ λαλέουσα. Στή σημαδιακή στιγμή τῆς ἄναθεσεώς της ἔπισκοπικης εὐθύνης στόν Πέργης Εὐάγγελο, ἔδωσε τό μέτρο τῆς τακτικῆς», πού εἶναι νά «ἐξάγει ἐκ τῶν χειριστῶν δεδομένων τό ἄριστον δυνατόν». Μέ τά ὅσα τότε εἶπε στόν λόγο τοῦ ὅ Γέροντας, μᾶς ὑποδείκνυε τόν «μέ γραφές καί ἔπιγραφες» σμιλευτῆ τοῦ σύγχρονου φαναριώτικου λόγου!

Εἶναι ὅ τρίτος ἐξ αὐτῶν, γνωστός ὡς ὅ «ἄπο Μεγάλων Ἀρχιδιακόνων» Εὐάγγελος Γαλάνης, ποῦ μέ ἔκελευσε πλησίον της «Δωδωναίας δρυός», τοῦ Μεγάλου Πατριάρχη Ἄθηναγορα, γιά νά χειροθετηθῶ κλητός Φαναριώτης». Ἤ μελέτη τῶν πεζογραφημάτων καί ποιητικῶν πονημάτων του μέ μύησε στό μυστήριο τῆς ζωτικότητας τῆς πατριαρχίας στό Φανάρι καί στίς ἰδέες καί τήν τόλμη ποῦ συντηροῦν τό μοσχολιβανισμένο φρόνημα γιά τά «Πάτρια της Πόλης». Στά γραπτά του γεύθηκα τήν ἐκλεκτή ποιότητα τῶν βιωμάτων τῆς πολίτικης φιλογένειας ποῦ ζεῖ γιά νά μαρτυρεῖ τήν Ἱστορία τοῦ Γένους τῶν ’Ὀρθοδόξων, ἕν μέσω τοῦ ἔκεϊ ἄλλοδοξου καί ἄλλοφυλου πλήθους.

Ὅ Εὔαγγελος Γαλάνης «ἐκ παίδων» ἔχει τό προνόμιο νά κινεῖται καί νά ἱερουργεῖ μέσα στό «Τελεστήριον» τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας. Οἵ σπουδές τοῦ καλλιεργήθηκαν στό ἱερό «χρηστήριο» τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης. Ἐκεῖ, ἔπανω στόν «λόφο τῶν ἔλπιδων», οἵ φιλόμουσες χάριτές του δέχθηκαν καί τή σφραγίδα τῆς ποιητικῆς καί λογοτεχνικῆς δωρεᾶς. Ἄντιδωρά του χαρίσματος αὐτοῦ εἶναι τά κατά καιρούς δημοσιεύματα «ἐκ Φαναριοῦ», τά ἄφιερωματα «στήν Πόλη» καί στόν «Λαό τῆς Χάριτος», τά ὅποια ἄπαθανατιζουν ἄξιομνημονευτα γεγονότα ποῦ ἔζησε καί ζεῖ κοντά στόν ἱερό Θεσμό, μέ βαθειά πίστη στό μέλλον του καί μέ φωτισμένους λογισμούς γιά τά δίκαιά του.

Μιά ἄκομη κατάθεση τοῦ Πέργης Εὐαγγέλου εἶναι καί ἤ ἐπίδοσή του στή γραπτή μαρτυρία τῆς ταυτότητας ἑνός κτίσματος, μαρτυρία ποῦ συμβιώνει μέ αὐτό καί διαιωνίζει τή συλλογική μνήμη. Ἤ κατάθεση αὕτη γίνεται μέ τήν Ἐπιγραφική Τέχνη, ποῦ ἄπο τήν πολιά ἄρχαιοτητα ἔπιβιωσέ σε διάφορες μορφές ἐπιγραμμάτων, τά ὅποια ἐκ τοῦ περιεχομένου τούς χαρακτηρίστηκαν ὡς Ἀναθηματικά, Ἐπιδεικτικά, Προτρεπτικά. Μνημειακά καί Κτιτορικά. Τά βραχύτατα αὐτά ἄριστουργηματα συντάχθηκαν ἄπο πλειάδα ἔπιγραμματοποιων, σχολαστικῶν καί γραμματικῶν ἄνά τους αἰῶνες, ποῦ τά ὄνοματά τους τά μνημονεύει ἤ Ἱστορία. Στήν καθ’ ἠμᾶς χριστιανική Ἀνατολή ἄκμαζεί το ἔπιγραμμα μέ τίς στιχουργίες ἐπιφανεστάτων μορφῶν, ὅπως τῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Γεωργίου Πισίδη, Θεοδώρου Στουδίτη, Ἰωάννη Εὔχαιτων, Νικηφόρου Καλλίστου κ.α., ποῦ τά ἄναριθμητα ἔργα

τούς φθάνουν ὡς τήν κτιτορική ἐπιγραφή τοῦ πατριαρχικοῦ ναοῦ τοῦ 1797 ποῦ τή συνέταξε ὅ Μ. Διδάσκαλος Α. Χαριλάου.

Στά ἔτη μας, «τόν ἔπαινο τῆς κτιτορικῆς ἄνδραγαθιας» τόν ὕπηρετησαν ὡς μήνυμα ἅμιλλας καί μιμήσεως δυό ἐκλεκτά βλαστήματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὅ ἄειμνηστος Αρχοντας Μέγας Πριμικήριος Θεοφάνης Θεοφανείδης καί ὅ «ἐκ Μεγάλων Ἀρχιδιακόνων» Μητροπολίτης Πέργης Εὐάγγελος, τοῦ ὅποιου ὅ παρών τόμος ἄπαθανατιζει τίς φιλόμουσες ἐπιγραμματικός συνθέσεις. Τά ἔπιγραμματά του, μέ ἔγχαρακτο λόγο καί ἄρχαιοπρεπη γλωσσική ἔπενδυση, ἱστοροῦν ἕνα ἄξιομνημονευτο γεγονός σέ ἱερό χῶρο, γιά τή σημερινή καί τίς μέλλουσες γενεές, κά’ἰ ταυτόχρονα χρονολογοῦν, μέ τήν ἄναφορά του σεπτοῦ προσώπου τοῦ Πατριάρχη καί τῶν συλλειτουργῶν του, τόν ἔπαινο τῆς εὔσεβειάς του κάθε χορηγοῦ, ὥστε «ἐκ τῶν ὄρωμενων» νά προκόψει ἤ μίμηση τῶν καλῶν ἔργων. Οἱ ἐπιγραφές τοῦ Πέργης εἶναι «διά χειρός» μουσοληπτου  καί φιλοκάλου ποιητῆ, ὅ ὅποιος, μέ ἄπαραμιλλη ἄκριβεια καί καθαρό ὕφος, παρά τή γλωσσική παλινδρόμηση, πλαστουργεῖ ὑπέροχα κείμενα πού κρούουν τίς εὐαίσθητες χορδές τῶν ἄναγνωστών τους. Τά ἔπιγραμματα αὐτά ἄνθοφορουν ἄκομη καί ἔπανω στό σκληρό μάρμαρο ἤ τήν ἴριδα τῶν ψηφίδων καί μνημονεύουν στιχηδόν μέ ἄξιοπιστια τή γενέθλια πράξη ἵδρυσεώς της οἰκοδομῆς ἤ τῆς εἰκόνας. Καί διακηρύττουν τή σύγχρονη πνευματική ἄλκή της Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

Ἀριστείδης Πανωτης