Ἡ μουσειοποίηση τῆς Βασιλικῆς τῆς τοῦ  Θεοῦ  Σοφίας ἀπὸ  τὸν  Μ.  Κεμάλ.

 

Ἡ βασιλική “τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας ” στὴν ἀρχικὴ μορφή της ὄταν ἐγκαινιάστηκε τὸ 537 μ.Χ. ἀπὸ τὸ Πατριάρχη Μηνᾶ παρουσία τοῦ Ἰουστινιανοῦ γιὰ τὸν ὁποῖο ἔργο ἀξίζει νὰ καλεῖται Μέγας.

Του Αριστείδη Πανώτη

Τὸ Βυζάντιο ἀπὸ τὰ ἐγκαίνια τῆς 11ης Μαΐου τοῦ 330 ὡς ἡ βασιλεύουσα Πόλη τῆς Νέας Ρώμης ἂρχισε νὰ αὐξάνεται γρήγορα σὲ πληθυσμό.  Ὁ παλαιος μικρὸς εὐκτήριος οἶκος δὲν ἐπαρκοῦσε γιὰ τὸ πολυπληθὲς πλέον φιλόχριστο πλήρωμα.  Μετὰ τὴν εἰρηνευση ἀπὸ τοὺς τελευταίους  διωγμοὺς ἡ  ἒννοια τῆς «Εἰρήνης» ἀπὸ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγκάρδιος ἀποστολικὸς χαιρετισμός ταυτίστηκε μὲ τὸν ὑφιστάμενο ἐκεῖ τόπο  λατρείας ποὺ ἀπεκλήθηκε ἐκκλησία τῆς τοῦ Θεοῦ Εἰρήνης. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος σχεδίασε νὰ οἰκοδομηθεῖ πρὸς νότο τῆς μικρῆς ἑλληνιστικῆς βασιλικῆς  μία «Μεγάλη Ἐκκλησία» κατὰ τὰ πολύκλιτα κτίρια τῶν Ἀγορῶν ποὺ χρησίμευαν καὶ ὠς δικαστήρια καὶ γιὰ συνελεύσεις καὶ συναλλαγές,  ὁπως ἦταν ἡ καθέδρα τοῦ ἐπισκόπου της Ρώμης στὸ λόφο τοῦ Λατερανοῦ. Ὃμως  ἡ ξυλόστεγὴ αὐτὴ οἰκοδομὴ  περατώθηκε ἀπὸ τὸν διάδοχό του Κωνστάντιο Β΄ καὶ  ἐγκαινιάστηκε τὸ Φεβρουάριο τοῦ 360 ἀπὸ τὸν κακόδοξο ἐπίσκοπο πρώην Ἀντιοχείας Εὐδόξιο (360-370). Αὐτὴ ἡ πολύκλιτη βασιλικὴ κλήθηκε «Σοφία» κατὰ τὸν ἰστορικὸ Σωκράτη * (Ἱστορία.ΙΙ,43), ὂχι τόσο ἀπὸ τὴν ἰδιοτητα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ διότι ἡ ἒννοια τῆς «Σοφίας» προσωποποιήθηκε στὶς Βιβλικὲς  Παροιμίες (κεφ.η΄1,12) καὶ ἐξ αὐτοῦ: «ἡ Σοφία ὡκοδὀμησεν ἑαυτῇ οἶκον καὶ  ὑπείρησεν στύλους ἑπτὰ» (θ΄1) καὶ ἐκ τούτου  αὐτῆ ταυτίστηκε μὲ τὸν  «Σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ» (Ὶουστῖνος) καὶ μὲ «τὸ Πνεῦμα τῆς Σοφίας» (Θεόφιλος Ἀντιοχείας καὶ Εἰρηναῖος). Ἡ ἒννοια «Λόγου» τοῦ Θεοῦ ὡς «Σοφία»  στήριξε  τὴν ὀρθόδοξη πίστη  στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ, ὡς Δευτέρου Προσώπου  τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ στὰ χρόνια τῆς διαμάχης μὲ τὸν Ἀρειανισμὸ ἡ Νέα αὐτὴ Μεγάλη Ἐκκλησία θεωρήθηκε ὁ κατ’ εξοχὴν τόπος λατρείας τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἡ βασιλικὴ αὐτὴ πυρπολήθηκε τὸ 404 κατὰ τὴ διαμαρτυρία τοῦ λαοῦ γιὰ τὴν ἐκθρόνηση Ἰωάννου τοῦ Χρυσστόμου, ὃμως  τὸ κτίριο ἐπιδιορθώθηκε ἂπὸ τὸν Θεοδόσιο Β΄ καὶ πάλι ἐγκαινιάστηκε τὸ 415. Τὸ 532 κατὰ τὴ «Στάση τοῦ Νίκα» πάλι πυρπολήθηκε ἡ βασιλικὴ καὶ στὴ θέση του ὁ Ἰουστινιανὸς  ἀνήγειρε τὴν ἀξιοθαύμαστη  τρουλλαία βασιλικὴ ποὺ θεωρεῖται τὸ σπουδαιότερο ἒργο τῶν ἀνθρωπίνων χειρῶν ποὺ διατηρεῖται ἢδη ἐπὶ 15 αἰῶνες! Ὁ σημερινὸς ναὸς ἐγκαινιάστηκε στὶς 27 Δεκεμβρίου τοῦ 537 κατὰ τὶς ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων ὡς «ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ» ποὺ εἶναι «ὁ Σαρκωθεὶς Λόγος Του», ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς.  Ἒκτοτε εἶναι τὸ μακροβιώτερο χριστιανικὸ κτίσμα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ περίφημο  γιατὶ  ἒλυσε τὸ πρόβλημα τοῦ συνδυασμοῦ τῆς «δρομικῆς» μὲ τῆς «περίκεντρης» διατάξεως ἑνὸς μεγάλου κτιρίου ποὺ ἀπετέλεσε ἐπίτευγμα τοῦ Βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ καὶ  ἁπλώθηκε στὴν Οἰκουμένη.   Ἀλλοίωση τῆς ἐσωτερικῆς διακοσμίσεως ἐπέφεραν οἱ εἰκονοκλάστες καὶ γνωρίζουμε τὸ ὓψος τῆς εἰκονογραφίας ἀπὸ τὰ βυζαντινὰ ψηφιδωτά τῆς ἰδιας ἐποχῆς ποὺ διασώθηκαν στὴ Ραβέννα τῆς Ἰταλίας. Τἀ σημερινὰ  ψηφιδωτα εἶναι μετὰ τὸν 9ο αἰῶνα. Κατὰ τὴν πρώτη Ἁλωση τῆς Πόλεως  τὸ 1204 ἀπὸ τὴν Δ΄ Σταυροφορία οἱ Βενετοὶ τῆν μετέβαλλαν  σὲ λατινικό Καθεδρικὸ ναὸ τους, ἐνῶ κατὰ τὴν δεύτερη Ἅλωση ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453 μεταβλήθηκε σὲ τέμενος.

Μετὰ τὸ πέρας τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάννης καὶ τὴν πλήρη ἐπάνοδο τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας στὴν Ἀνατολικὴ Θράκη ἀρχίζει τὸ 1924 τὸ  πρόγραμμα ἐκκαθαρίσεως του ἱστορικοῦ κέντρου τῆς Κων/πόλεως ἀπὸ τὶς μετὰ ταῦτα προσθῆκες καῖ ἡ ἀνασκαφικὴ ἒρευνα  γιὰ νὰ  μελετηθεῖ τὸ παρελθὸν του. Στὸ πρόγραμμα αὐτὸ περιλήφθηκε καὶ ἡ «ΑγιαΣοφιά»    στὴν ὁποία ἀποκαλύφθηκε ὁ ὀρθόδοξος εἰκονογραφικός διάκοσμός της.  Αὐτὸ κατέστησε τὸν ναὸ ἐντελῶς ἀκατάλληλο γιὰ τόπο προσευχῆς σύμφωνα μὲ τὴν ἀνεικονικὴ ἰσλαμικὴ λατρεία. Ἡ συλλογικὴ θρησκευτικὴ ταυτότητα τῆς πλειονότητας τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Τουρκίας παρ’ ὃτι ἦταν ἰσλαμικὴ ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ ἐνδιαφερόταν νὰ ὑπερβεῖ ὃ,τι θεωροῦσε πὼς ἐμπόδιζε τὴ πορεία τῆς χώρας του νὰ καταλάβει τὴ θέση ποὺ δικαιούταν ἡ νέα Τουρκία  μεταξὺ τῶν πολιτισμένων λαῶν τῆς Εὐρώπης. Οἱ ἐπάλληλες μεταρρυθμίσεις ποὺ ἐπιβλήθηκαν μὲ τὶς «Διομολογήσεις» ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους πρὸς τοὺς σουλτάνους δὲν ἀπέδωσαν, γιατὶ  οἱ οὐλεμᾶδες ποὺ ἐπηρέαζαν  τὴν σουλτανικὴ ἐξουσία κατευθύνονταν ἀπὸ τὸν ἱερὸ νόμο τῆς σεριάτ ποὺ δὲν ἐπιτρέπει προσαρμογὲς στὶς ἐξελίξεις τοῦ Δικαίου καὶ δὲν  ἀναγνωρίζει ἀνθρώπινα καὶ ἐθνικὰ δικαιώματα στοὺς ὑπόδουλους λαούς. Μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ Χαλιφάτου στὶς 3 Μαρτίου 1924 καὶ τὴν ἀποπομπὴ τοῦ χαλίφη ἀφαιρέθηκε ὁ θεοκρατικὸς χαρακτῆρας τοῦ τουρκικοῦ κράτους. Τότε ὁ ἐκφραστὴς τῆς ἐθνικιστικῆς ἰδεολογίας Μουσταφᾶ  Κεμάλ, ἀφοῦ εἶχαν οἱ  συμπατριῶτες του ξεκληρήσει τοὺς χριστιανοὺς τῆς ὀθωμανικῆς ἐπικράτειας ὡς ἀκατάλληλα στοιχεῖα πρὸς ἐκτουρκισμὸ,  ὑποβάθμισε καὶ τὸν ρόλο τοῦ Ἰσλάμ στὴ χώρα του καὶ προσπάθησε νὰ τὸ περιορίσει τὴ θρησκευτικότητα στὴν ἰδιωτικὴ ζωή τῶν Τούρκων. Ὃταν μάλιστα καταστάθηκε ἀπόλυτος κυρίαρχος τῆς ἐξουσίας ἦταν ἐπικριτικὸς καὶ αὐτῶν τῶν ἂρθρων 2 καὶ 26  τοῦ τουρκικοῦ Συντάγματος «περὶ θρησκείας».  Σταδιακὰ ἐνσωμάτωσε τοὺς οὐλεμᾶδες τῶν πόλεων στὶς κρατικὲς δομὲς, γιὰ νὰ ἐλέγχονται ἀπόλυτα ὡς δημόσιοι λειτουργοὶ ἀπὸ τήν «δεσποτεία» του,  ἂρχισε τὴν καταδάφιση  τῶν δεσμῶν μὲ τὸ παρελθόν, γιατὶ πίστευε στὸν καθοδηγητικὸ ρόλο τῆς ἐξουσίας γιὰ τὴν ἀποδέσμευση τῆς ἰσλαμικῆς τροχοπέδης πρὸς ἐκσυγχρονισμὸ τοῦ κρατικοῦ θεσμοῦ. Στόχοι του ἦταν νὰ τεθοῦν οἱ βάσεις: α) Πολιτικῆς ἑνότητας,  β) Γλωσσικῆς ἑνότητας,  γ) Εδαφικῆς ενότητας, δ) Φυλετικῆς ἑνότητας, ε) Ἱστορικῆς ἑνότητας καὶ τέλος στ) Κοινῆς ἠθικῆς ἑνότητας ὃλων μέσα ἀπὸ τὸν «κεμαλικὸ ἐθνικισμό», ποὺ ἒγινε ἡ μοναδικὴ ἐπιτρεπτὴ ἰδεολογία  τοῦ κράτους.  Ὃλα αὐτὰ τέθηκαν κάτω ἀπὸ τὴ σκεπὴ τῆς νέας «Μεγάλης Ἰδέας» τοῦ «κεμαλικοῦ τουρκισμοῦ» γιὰ νὰ  πετὐχει τὴν ἐθνικὴ ἀνεξαρτησία καὶ νὰ ματαιώσει τὸν ἐγκλωβισμὸ τῶν Τούρκων  στὴν Ἀνατολία ὣστε ἡ χώρα τους νὰ ἐνταχθεῖ  στὰ ἀναπτυγμένα ἒθνη.

Ὁ Κεμάλ, μέ τὸ ἐπιτακτικὸ του ὓφος τῆς ἰδιοφυΐας του,  ξεκίνησε  τολμηρές παρεμβάσεις γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴ νέα Τουρκία. Ἐγνώριζε ἀπὸ τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων δεκαετιῶν πὼς τὸ ἐθνικὸ καὶ θρησκευτικὸ κίνητρο τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, Βουλγάρων καὶ Ρώσων ἦταν ἡ λύτρωση τῆς Κων/πόλεως ἀπὸ  τοὺς ἐτερόθρησκους λαοὺς τῆς Ἀνατολίας καὶ ὃτι τὸ κάλλιστο οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδοξίας ἦταν  ἡ Ἰουστινιάνεια τρουλλαία βασιλικὴ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Αὐτὴ ὑπῆρξε στὴν ὑπέρχιλιετία τῆς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας τὸ κέντρο τῆς πανορθόδοξης πολιτιστικῆς ταυτότητας τῶν Ὀρθοδόξων καὶ γύρω του ὑφάνθηκε ἡ οἰκουμενικὴ συνείδηση τῆς Ρωμιοσύνης. Ὁ Κεμάλ γνώριζε   ὃτι ὁ εὐαγγελισμός τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς καὶ τοῦ Βορρᾶ συνἐπιπτε  με τὸν «ἀπολυτρωτισμὸ» της Βασιλεύουσας καὶ τὸ ζωντανό διαχρονικὸ σύμβολο αὐτῆς τῆς προθέσεως ἦταν καὶ εἶναι ὁ ναὸς «τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ».

Τὰ συμβάντα μετὰ τῆν Ἀνακωχὴ τοῦ 1918 καὶ ἐκεῖνα κατὰ τὴν περίοδο  τῆς Κατοχῆς ἀπὸ τοὺς Συμμάχους τῆς Κων/πόλεως καῖ ποιὰ θὰ ἦταν ἡ μελλοντικὴ τύχη αὐτοῦ τοῦ μνημείου, οδήγησαν τον Κεμάλ νὰ καταλάβει  ὃτι ἡ διεκδίκηση τῆς βασιλικῆς προἐρχεται ὂχι μόνον ἀπὸ τοὺς Ὂρθοδόξους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἓδρας, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ μἐγιστο μέρος τῆς Χριστιανοσύνης. Γιατὶ ἡ Ρώμη τότε παρενέβη  μήπως τελικὰ ὁ ναὸς περιέλθη στὸν τσάρο  κατὰ τὶς συμφωνίες τοῦ Λονδίνου τοῦ 1914. Ἡ συμμετέχει τῆς  Ρωσίας στὴν Δυτικὴ Συμμαχία τῆς Ἀντάντ  συμφωνήθηκε τότε  ἒναντι τῆς προσφορᾶς της Θράκης καὶ ἡ Κων/πόλεως στὸν τσάρο κάτι ποὺ δυσαρέστησε τὸν Ἑλληνα Ἂνακτα καὶ ἐκεῖθεν ἂρχισε ὁ Ἐθνικός Διχασμὸς τῶν Ἑλλήνων γιατὶ ὁ Ελευθέριος Βενιζέλος εἶχε ἂλλες διαβεβαιώσεις ἀπὸ τὴν τότε Βρεττανικὴ κυβέρνηση.

Ἒτσι ἡ  κυβέρνηση τῆς Ἂγκυρας ἀποφασἰζει νὰ ἀπαλλοτριώσει τὰ γύρω πρόσθετα ξύλινα κτίσματα τῆς πλατείας τοῦ Αύγουσταίου γιὰ  νὰ διενεργηθοῦν ἐκεῖ ἀνασκαφές και νὰ ἐνοποιηθεῖ τὸ ἱστορικὸ κέντρο ποὺ κάποτε ὑπῆρξε ἡ καρδιὰ  τῆς αὐτοκρατορίας τους. Μὲ τὸ κύρος τοῦ ἐθνικοῦ Γαζῆ, ὁ ἲδιος ὀ Κεμάλ ἀνέλαβε νὰ ἐγκαινιάσει τὴν ἒναρξη τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν στὴν περιοχὴ καὶ ἒφθασε ἀπὸ τὴν Ἂγκυρα γιὰ κάποιο ἐπετειακὸ ἑορτασμὸ στὴν Κων/πολη τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1926.  Εἰδοποιεῖ τὸν διευθυντὴ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ μουσείου τῆς Πόλεως Ἀζίζ Ὀγκάν καὶ τὸν βαλὴ- Χαϊδὰρ μπέη ὃτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν «Ayasófya», ὃπως ἀποκαλοῦσαν οἱ Ὀθωμανοἰ τὸ ἱερὸ καθίδρυμα τοῦ Ἰουστινιανοῦ.  Τὴν ἐπομένη ἡμέρα συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ὐπασπιστἠ του φθάνει ἒξω ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἐκεῖ τὸν περίμενε ὁ Ἀζίζ Ὀγκάν ἀνέλαβε νὰ τὸν ξεναγήσει καὶ ἀναφέρθηκε στὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ ναοῦ ποὺ ἒγινε τέμενος τὀ 1453 καὶ  ἐπισήμανε πὼς ἡ «Ἂϊ Σόφια» ἒγινε πηγὴ ἐμπνεύσεως τῆς γνωστῆς ἀρχιτεκτονικῆς Σχολῆς τῆς σουλτανικῆς περιόδου μέχρι τὰ μέσα τοῦ  19ου   αἰώνα.

Ὁ σουλτάνος Ἀβδούλ Μετζίτ ἀνέθεσε τὴν ἐπισκευή του τὸ 1847-49 στοὺς Ἐλβετοὺς ἀρχιτέκτονες Γκάσπαρ καὶ Ἰωσήφ Φασσάτι, ποὺ εἶχαν φθάσει στὴν Πόλη τὸ 1841 γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὸ νέο κτίσμα στὸν καέντα ναὸ Πέτρου καὶ Παύλου τῶν Καθολικῶν.  Ὃταν οἱ δύο ἀδελφοὶ κλήθηκαν ἀπὸ τὸν σουλτᾶνο ἀνέλαβαν νὰ μελετήσουν τὴν εὐστάθεια τοῦ κτίσματος καὶ τὰ συμπεράσματά τους ἦταν ἀπογοητευτικά. Τότε ὁ σουλτᾶνος ἀποφάσισε τὴν ἐπείγουσα στήριξη τοῦ μνημείου  καὶ τὴν ἀνακαίνισή του.  Κατὰ τὶς γενόμενες τότε ἐργασίες στὸ διαπιστώθησε ὅτι κάτω ἀπὸ τοὺς ἀσβεστομένους τοίχους μὲ κάποιο μεῖγμα γύψου καλύπτονταν ψηφιδωτὰ μερικά τῶν ὁποίων ἀποτελοῦσαν ἒργα μεγάλης ἱστορικῆς καὶ αἰσθητικῆς ἀξίας.  Οἱ ἐργασίες ποὺ τότε ἒκαναν στὸ κτίριο ἦταν τόσο σημαντικὲς ποὺ ὃταν συνέβη ὁ μεγάλος σεισμὸς τοῦ 1894 ὑπέστη ὁ ναὸς  ἐλάχιστες ζημιές, ἐνῶ μεγάλο μέρος τῆς Κλειστῆς Ἀγορᾶς καὶ πολλὰ τεμένη κατέρρευσαν μὲ πολλὰ θύματα.  Βέβαια τὸ μεγαλεῖο τοῦ μνημείου τὸ ζημίωναν οἱ ἐξωτερικὲς άντερίδες καθὼς καὶ τὰ γύρω του πρόσθετα σουλτανικὰ μαυσωλεῖα, καθώς καὶ οἱ δεκαπέντε αἰῶνες τῆς ἱστορίας του.

Κατὰ τὴν ἐπίσκεψη  στὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ  μὲ τὸν Ἀζίζ Ὀγκάν ἀπὸ τὸ νάρθηκα προχώρησαν καὶ ἒφθασαν στὸ κατώφλι τῆς κεντρικῆς βασιλικῆς πύλης. Τότε ὁ Κεμάλ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ χώρου καὶ ὁ Ἀζίζ Ὀγκάν τοῦ ἐξήγησε πὼς οἱ Μικρασιᾶτες ἀρχιτέκτονες συνδύασαν τὸ κατά μῆκος κτίσμα μὲ τὸ περίκεντρο ὑπὸ  ἓνα αἰωρούμενο νευρώδη τροῦλλο ποὺ ἐπικρέμαται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ φωταγωγούμενος μὲ τὰ 40 παραθύρα γιὰ νὰ «ἀναγελᾶ ἀεὶ ἡ ἠμέρα»» κατὰ τὸν ἱστορικὸ Προκόπιο. Αὐτὸς ὁ τροῦλλος ὑπενθύμιζε τὸν «θόλο» τοῦ σύμπαντος καὶ κάλυπτε τὸν χῶρο τῶν προσευχόμενων ποῦ πρέπει ἀριθμοῦσαν 14.000 πιστούς. Ἐντυπωσίασαν καὶ οἱ διάτρυτες ἐπιφάνειες τῶν μαρμαρώσεων τῶν τοίχων ποὺ θύμιζαν  τὰ παραπετάσματα τῶν βήλων ποὺ κρέμονταν καὶ κάλυπταν τὸ δάσος τῶν κιονοστοιχιῶν!  Μετὰ ἀνέβηκαν διὰ τοῦ «κοχλία» στὰ ὑπερῶα καὶ τοῦ ἒδειξε τὰ ψηφιδωτὰ ποὺ ἦταν ἐν μέρει γνωστὰ ἢδη σὲ παλαιοὺς περιηγητὲς ἂπὸ τὸ 1738 καὶ τώρα ἂρχισαν νὰ ἐμφανίζονται μόνα τους γιατὶ ὁ σουβάς ἒπεφτε  ἀπὸ τῆν ὑγρασία. Ἡ ἐντύπωση ὅλων αὐτῶν ἦταν συγκλονιστική στὸν Κεμάλ. Σκεπτόταν πὼς ἦταν εὐλογη ἡ γοητεία ποὺ ἀσκοῦσε στοὺς πολιτισμένους λαοὺς ἡ Ἁγία Σοφία καὶ ἒπρεπε αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο κτίσμα νὰ ἀποκαλύψει τοὺς θησαυροῦς του γιὰ νὰ συντελέσει στὴν ἀναθεώρηση  τῶν ἀντιλήψεων τῆς διεθνοῦς κοινῆς γμώμης γιὰ τὴν Τουρκία. Ἐξ αὐτοῦ ἐπιβαλλόταν ἡ ἀξιοποίηση τοῦ μνημείου διὰ τῆς ἀρχαιολογικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ἒρευνάς του πρὸς ἀνάδειξη τοῦ μνημείου ποὺ θαυμάζει ὃλη ἡ ἀνθρωπότητα!

Γιὰ νὰ περιέλθει πλήρως τὸ κτίσμα στὴν ἁρμοδιότητα τῆς άρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας  καὶ νὰ ἀρχίσουν σ’ αὐτὸ μελέτες καὶ οἱ ἐργασίες, εὐθὺς ἀμέσως μὲ ἐντολὴ τοῦ Κεμάλ παραδόθηκαν τὰ κλειδιὰ τοῦ τεμένους ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνο ἰμάμι στὸν Ἀζίζ Ὀγκάν, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ μυστικῶν ἐνέργειῶν ἀπέσπασε τὴν «Ἂϊ Σόφια» ἀπὸ τὸ κτηματολόγιο τῶν «ἐβκαφίων», καὶ τὸ ἐνέταξε σὲ ἐκεῖνο τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνέθεσε πλέον τὴ φύλαξή του σὲ ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας του. Τὸ τέμενος ποὺ διεξαγόταν ἐκεῖ ἡ ἰσλαμικὴ λατρεία ἀπὸ τὸ 1453 ἒπαυσε προοδευτικὰ νὰ χρησιμοποιεῖται. Ἡ ἐντολή του Κεμάλ ἦταν  τότε νόμος καὶ κανεὶς δὲν τόλμησε ἀπὸ τοὺς μουσουλμάνους νὰ ἀμφισβητίσει τὴν ὠφελιμότητά της πρωτοβουλίας του γιὰ τὴ νέα Τουρκία. Ἡ φωνὴ τοῦ μουεζίνη δὲν ἀκούστηκε μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό γιατὶ  τὸ αἲτημα γιὰ «ναμάζι» στὸ χῶρο του πάντα ἀναμειγνυόταν  μὲ τὸν ἀντικεμαλισμὸ ἠ μὲ  τὸν φονταμενταλισμὸ καὶ κάθε αἲτημα γιὰ ἐκεῖ προσευχὴ παραπεμπόταν στὸ γειτνιάζοντα  τέμενος τοῦ Σουλτάν Ἀχμέτ. Τότε ὁ Ἀζίζ Ὀγκάν ἀπήλλαξε τὶς μοναδικὲς ὀρθομαρμαρώσεις τῶν  πλευρῶν τοῦ κεντρικοῦ κλίτους  ἀπὸ τοὺς πέντε πελώριους δίσκους μὲ τὶς ἐπιγραφὲς τῶν ἰερῶν προσώπων τοῦ Ἰσλάμ, ποὺ ἒγιναν τὸν 18ον  αιὠνα ἀπὸ τὸν καλλιγράφο  Τεκνετζὶ ζαντὲ Ἰμπραήλ  καὶ παραχώρησε τὰ χαλιὰ καὶ τὰ κινητὰ ἒπιπλα σὲ ἂλλα στὰ γύρω τεμένη καὶ ἀμέσως ἂρχισαν οἱ μελέτες γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ μνημείου καὶ οἱ ἒρευνες ποὺ ἐπεκτάθηκαν καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Μιλλίου καὶ τοῦ Ἰπποδρόμου γιὰ νὰ διαπιστωθεῖ  ἡ ὃλη Ἱστορία τῆς περιοχῆς.

Ἀναζητήθηκαν οἰ καλύτεροι μελετητὲς καὶ στερεωτὲς τῶν ψηφιδωτῶν καὶ εἰδικὰ τὸ 1930 τὴν ὑπεύθυνη αὐτὴ ἐργασία ἀνέλαβε τὸ Ἀμερικανικὸ Tεχνολογικὸ Ἰνστιτοῦτο Βυζαντινολογίας τοῦ Princeton μὲ διευθυντὴ τὸν Θωμᾶ Οὐϊτμωρ (†1950). καὶ οἱ δύο Ἰταλοὶ ψηφιδογράφοι ἦταν ὁ Γκρεγκορίνη καὶ ὁ Μπενβενούτη ποὺ προσέλαβαν ὠς τεχνικοὺς καὶ Ρωμιοὐς καὶ ἀπὸ τὀτε ἐργάστηκαν στὴν ἀποκάλυψαν στὰ ἐντοίχια  ψηφιδωτῶν ἀρχίζοντας  τὸν Ἀπρίλιο τοῦ  1932  ἀπὸ τὸν ἐσωνάρθηκα καὶ προχώρησαν στὸ ναὸ καὶ στὰ ὑπερώα ὃπου συνεδρίαζε ἠ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως. Ἂς σημειωθεῖ ὃτι ἂπὸ ἐκεῖ  εἰσέρχονταν μὲ διάδομο στὸ παρακείμενο τριώοοφο «Θετταλὸ Τρικλινο», ὃπου βρίσκονταν τὰ ίδιαίτερα διαμερίσματα τοῦ Πατριάρχη καὶ στὸ εἰσόγειο ἡ περιώνυμη πατριαρχικὴ βιβλιοθήκη. Στὸ Ἀνατολικὸ ἂκρο τοῦ ναοῦ  ὑπῆρχε ὁ τριώροφος «Θωμαΐτης Τρίκλινος’ μὲ τὶς μεγάλες αἲθουσες. Τὰ δύο αὐτὰ βασικὰ κτίρια συνδέονταν μὲ τὸν διώροφο «Μάκρωνα» στὸ είσόγειο τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε ἡ Σακέλλη ( Χαρτοφυλάκειο) καῖ πολλὰ σεκρέτα τοῦ Πατριαρχείο.

Ἡ πρός νότο ὂψη τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου μὲ τὸν Πατριαρχικὸ Οἶκο στὸ Θετταλό τρίκλινο, τόν Μακρώνα καὶ τὸ Θωμαΐτη τρίκλινο.

Μόλις τελείωσε ὁ κύκλος τῶν ἐργασιῶν τὸ Ὑπουργικὸ Συμβούλιο τῆς Ἂγκυρας στὶς 24 Ὀκτωβρίου 1934 συζήτησε τὸ ζήτημα καὶ μὲ ἐντολὴ τοῦ Κεμάλ ἐξέδωσαν Διάταγμα στὶς 4 Νοεμβρίου 1934,  Ὑπ’ἀρίθμ 24/1589. μὲ τὸ ὁποῖο μετατρέπεται στὸ μέλλον ἡ «Ayasófya», σὲ μουσεῖο. Ἀπὸ  τὴν 1η Φεβρουαρίου 1934 ἀνοίγουν οἱ πύλες της γιὰ τὸ κοινό καὶ τότε  τὸ ἐπισκέπτεται ἐπίσημα ὁ Μουσταφᾶ Κεμάλ ὡς πρόεδρος τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας καὶ θαυμάζει τὸ ἀναδεχθὲν μὲ τὴν πρωτοβουλία του μεγαλεῖο τοῦ μνημείου.                            Α.Π.

* Πλήρης ἓλληνικὴ καὶ διεθνὴς βιβλιογραφία μέχρι τὸ 1983 περὶ τῆς  Ἁγίας Σοφίας καὶ τῶν ψηφιδωτῶν της βλ. στὸ ἐπανεκδοθὲν ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Β. Γρηγοριάδη καὶ τὸ «Συμπλήρωμα» τῶν τριῶν τόμων  καὶ   Στέφ. Παπαδόπουλου, Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴν Πόλη, Ἀθῆναι 1978 , σσ. 117-124, 191-193