Η Ιστορία απαντά στους «λεονταρισμούς» του κάθε εκβιασμού.

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΘΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

Του καθηγητή Αριστείδη Πανώτη
Μ.Ιερομνήμονα της Μητρός Εκκλησίας.

Οι μετασεισμοί του «συμβιβασμού» της εν Ρωσία Εκκλησίας με την κρατούσα εκεί από το 1943 επαναστατική αθεϊστική εξουσία έφθασαν μέχρι την εποχή της λεγόμενης «Περαστρόϊκας». Τον «κότινο» της Μοσχόβιας πατριαρχίας παρέλαβε το 1971 ο πατριάρχης Ποιμήν και τον παρέδωσε το 1990 στον πατριάρχη Αλέξιο Β΄. Ο από το 1966 μητροπολίτης Κιέβου Φιλάρετος Ντενισένκο, που διετέλεσε χρόνια εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις, απέτυχε στην πατριαρχική εκλογή του 1990 και όταν το 1991 είδε τη σύσταση της νέας κρατικής οντότητας της χώρας του, ως Ουκρανός πατριώτης, έκρινε πως πρέπει να διεκδικήσει την εκκλησιαστική ανεξαρτησία της Κιεβινής Εκκλησίας. Η προσπάθειά του όμως αυτή προσέκρουσε στην «αυτοκρατορική Εκκλησιολογία» που από το 1686 συνέστησε το τσαρικό «εκκλησιαστικό status» στη Ρωσία και ο Κιέβου καταδιώχθηκε και καθαιρέθηκε το 1992. Τότε διέπραξε το σφάλμα να μη προσφύγει στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ως ο κανονικός μητροπολίτης «Κιέβου και πάσης Γαλικίας» για να διεκδικἠσει τα δίκαια του λαού της Ουκρανίας, διότι ήταν δέσμιος ακόμη της πλάνης του «Πανρωσισμού» της Εκκλησίας. Την ίδια εποχή ο Γεωργιανός πρωθιεράρχης Ηλίας, αντιληφθείς τα μελλούμενα ζήτησε από το Φανάρι την ενεργοποίηση της παλαιάς εκκλησιαστικής αυτοδιοικήσεως της Γεωργιανής Εκκλησίας που αυθαίρετα στραγγάλισε ο τσαρισμός και ανανεώθηκε η διοικητική ανεξαρτησία αυτής της Εκκλησίας. (Βλέπε άρθρον μου: «Ήταν πάντα υπό τη Μόσχα η Εκκλησία του Κιέβου;» www.panotis.gr)
Όμως μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αλεξίου Β΄ άνοιξε ο δρόμος στον «τετραπέρατο» μητροπολίτη Σμολένσκ Κύριλλο Γκουντιάεφ, γνωστό στο Φανάρι από τη θητεία του στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στη Γενεύη για τις «πανρωσικές»» δοξοκοπίες του. Έτσι, χρόνια τώρα σοβεί η σοβαρότατη τετραπλή διχοστασία του Ορθοδόξου πληρώματος της Ουκρανίας, που μεγεθύνεται στις μέρες μας από την προσπάθεια της Μόσχας να παρέμβει στην ουκρανική κρίση με επίκληση της ανιστόρητης και πλαστής εξαρχικής αναθέσεως το 1684 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Διονύσιο Δ΄ στον Μόσχας Ιωακείμ (1674-1690).
Είναι γνωστό στην Ιστορία της Εκκλησίας μας ότι η πολίχνη του Κιέβου επικοινωνεί με την Βασιλεύουσα Πόλη από τον 8ον αιώνα και η βασίλισσα Όλγα επισκέπτεται την Κων/πολη και βαπτίζεται το 957. Μετά εικοσαετία διαπιστώνεται ότι και οι συμπατριώτες της ενδιαφέρονται για την ορθόδοξη πίστη και μετά δεκαετία στέλνεται από το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως το 988, η πρώτη οργανωμένη ιεραποστολή για τη διάδοση εκεί του Ευαγγελίου. Στη Χερσώνα βαπτίζεται ο ηγεμόνας τους Βλαδίμηρος και από το 989 άρχισαν οι ομαδικές βαπτίσεις των Κιεβινών στο Δνείπερο. Ο πατριάρχης Κων/πόλεως Νικόλαος Β΄ ο Χρυσοβέργης (984-996) κατά τον 28ον κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ιδρύει τη Μητρόπολη Κιέβου και χειροτονεί τον πρώτο μητροπολίτη της χώρας Μιχαήλ ή Λέοντα. Το 1037 ο πατριάρχης Αλέξιος ο Στουδίτης (1025-1043) θεωρεί στα Δίπτυχα του Θρόνου του το Κίεβο ως την 61η Μητρόπολη του με 12 επισκοπές προς ανατολάς και 7 πρός δυσμάς. Το 1302 ο πατριάρχης Ιωάννης ΙΒ΄(1294-1304) συνιστά μέσα στα όρια της Μητροπόλεως Κιέβου τη Μητρόπολη «πάσης Ρωσίας» με έδρα τη Μόσχα και ο μητροπολίτης της χειροτονείται στη Κων/πολη από τον πατριάρχη Νήφωνα Α΄ (1311-1315). Τα διατρέξαντα πολεμικά γεγονότα εκείνη την εποχή επέβαλαν την μετακίνηση της Μητροπόλεως Κιέβου αρχικά στο Βλαδίμηρο και στο τέλος στη Μόσχα. Το 1416 Σύνοδος 9 επισκόπων στο Νόβγκοροντ αποφασίζει τον διοικητικό χωρισμό των Μητροπόλεων Κιέβου και Μόσχας και εννέα χρόνια μετά την Άλωση το 1462, κατ’ αξίωση των Λιθουανών απομακρύνθηκε από τη Μητρόπολη Κιέβου το «πασών των Ρωσιών» και συνδέθηκε με τη Μητρόπολη Μόσχας. Το 1462 κατά τη β΄ πατριαρχία του ο Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος χειροτόνησε ως νέο μητροπολίτη Κιέβου τον Γρηγόριο Τσαμιλάκο με τον τίτλο του Εξάρχου του Οικουμενικού Πατριάρχου.
Μετά το 1589 για γνωστούς ειδικούς λόγους και πάλι ο μεγάλος πατριάρχης Ιερεμίας ο Β΄ ανύψωσε την Μητρόπολη Μόσχας σε πέμπτο (Ε΄) Πατριαρχείο με σαφείς και «μεμαρτυρημένους όρους», γνωστούς και από τις Εκθέσεις των τότε αρχιερέων που στάλθηκαν εκ του Ιερού Κέντρου. Από τότε η διοίκηση της Μητροπόλεως Κιέβου εξακολουθούσε πάντα να επιστατείται από τον εκάστοτε Οικουμενικό Πατριάρχη είτε την επισκεπτόταν ο ίδιος, είτε οι πληρεξούσιοί του. Πρώτος που την επισκέπτεται το 1589 μετά το χωρισμό της από τη Μόσχα ήταν ο ίδιος ο πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ και απόδειξη ότι αυτός είναι ο υπό των Ιερών Κανόνων υπεύθυνος ρυθμιστής της εκεί «εκκλησιαστικότητος», είναι η καθαίρεση του Κιέβου Ονησιφόρου γιατί ήταν «δίγαμος» και μερικών άλλων κληρικών, οι οποίοι ήσαν ένοχοι για διάφορα παραπτώματα. Ο Ιερεμίας Β΄ χειροτόνησε τότε ως νέο Κιέβου τον Μιχαήλ Ραγάζον και κύρωσε τον κανονισμό της «Αδελφότητος των Θεοφανείων» (Βογοιαβλένσκη) που μετεξελίχθηκε στην περίφημη εκεί «Θεολογική Ακαδημία» και μάλιστα συγκρότησε επαρχιακή Σύνοδο που ομόφωνα κανόνισε ως πρώτο όρο ότι: «Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν και είναι η κεφαλή της Εκκλησίας στην Ουκρανία και ότι μόνον σ’ αυτόν οφείλουν οι πάντες υπακοή και υποταγή». Όταν πάλι μετέβαινε στη Ρωσία κάποιος άλλος Πατριάρχης ενεργούσε ως πληρεξούσιος του Οικουμενικού Πατριάρχη προς επίλυση διαφόρων ζητημάτων. Το 1620 μεταβαίνει στο Κίεβο ο Ιεροσολύμων Θεοφάνης και χειροτονεί τον Κιέβου Ιώβ και συμπληρώνει τις έξι κενές έδρες των αρχιεπισκοπών και επισκοπών που επικυρώθηκαν μετά κανονικά και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Τιμόθεο Β΄. Το 1632 το ίδιο τηρήθηκε κατά την εκλογή του μητροπολίτη Κιέβου Πέτρου του Μογίλα και το 1647 του Σίλβεστρου. Έτσι γνωρίζουμε πως όσοι εκλέγονται μητροπολίτες Κιέβου αναγνωρίζονται μόνον από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι περίπου το τέλος του 17ου αιώνα.
Το 1654 ο ηγέτης των Κοζάκων Μπόγδαν Χμελνίτσκι απελευθέρωσε την Ουκρανία εκ της πολωνολιθουανικής κατοχής, όταν οι κάτοικοι των ουκρανικών πόλεων και της υπαίθρου ενώθηκαν στον αγώνα για την αποτίναξη του φεουδαρχικού ζυγού που είχαν επιβάλλει οι ξένοι κατακτητές. Τότε για να διασφαλιστεί αυτή η ελευθερία συνδέθηκε η Ουκρανία με τη Ρωσία δια της «Συνθήκης του Περεγιεσλάβ» και αυτό που συνέβη στην κρατική οντότητα, άρχισε με πιέσεις να το επιβάλουν στα της Εκκλησίας οι Ρώσοι. Ο Κιέβου Σίλβεστρος και οι αρχιερείς και ευγενείς και όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας στην Ουκρανία τότε έντονα αντέδρασαν και ρητά αξίωσαν «να μη διασπαστεί ποτέ η υπακοή στον Πατριάρχη Κων/πόλεως στον οποίον ανήκουν θείω δικαίω και ως εκ του βαπτίσματός τους κατά τους Ιερούς Κανόνες». Ο διάδοχος του Σιλβέστρου Διονύσιος προσκληθείς να χειροτονηθεί από τον πατριάρχη Μόσχας Νίκωνα (1652-1658) απέρριψε διαρρήδην τη πρόταση. Τότε ο Διονύσιος απέστειλε αντιπροσωπεία στη Μόσχα για να εξηγήσει τους κανονικούς λόγους και ο Νίκων: «την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος δέχθηκε φιλόφρονα τον αντιπρόσωπο του Κιέβου Διονυσίου και σεβάστηκε τα δίκαια της Εκκλησίας του Κιέβου και συνέστησε στην κυβέρνηση της Μόσχας να πράξει το αυτό και ο αντιπρόσωπος επέστρεψε στο Κίεβο μετά πολλών δώρων». Τη στάση αυτή τήρησαν και οι μετά μητροπολίτες Κιέβου Διονύσιο, Ιωσήφ και Αντώνιος. Όμως όταν εξελέγη ως Κιέβου ο Γεδεών κατόπιν πολιτικού σχεδίου παραπείστηκε να διενεργηθεί η «χειροτονίας» του από τον Μόσχας Ιωακείμ (1674-1690) για να διακοπεί κάθε επικοινωνία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη και αναγκαστικά ο Γεδεών αποδέχθηκε την αθέμιτη και αντικανονική αυτή χειροτονία του. Όμως με αυτή τη καινοτομία διαφώνησαν οι Ουκρανοί αρχιερείς γιατί γνώριζαν τις εκκλησιολογικές συνέπειες της και συγκρότησαν πολυπληθή Σύνοδο στο Κίεβο, η οποία κήρυξε άκυρη την εκλογή και χειροτονία του Γεδεών ως γενόμενη εν αγνοία του Πατριάρχη Κων/πόλεως. Τελικά ο Γεδεών κατάλαβε πως άνευ της επικυρώσεως της εκλογής της χειροτονίας του από τον Οικουμενικό Πατριάρχη δεν θα γινόταν αποδεκτός ως ο κανονικός μητροπολίτης Κιέβου και ζήτησε τη παρέμβαση της τσαρικής κοσμικής εξουσίας για να αποσπάσει με κάθε τρόπο την «ευλογία» του πατριάρχη Διονυσίου Δ΄ για τα γενόμενα εν αγνοία του στη Μόσχα.
Το 1680 η ανατολική Ευρώπη είχε εμπλακεί σε τριπρόσωπο πόλεμο μεταξύ της Πολωνίας, της Αυστρίας και της Βενετίας. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Δ΄ (1646-1687) δεν επιθυμούσε να προσχωρήσει σ’ αυτόν με συμμαχία η διαρχία των τότε τσάρων, Ιβάν Ε΄ και Πέτρου Α΄ (1682-1696). Αυτοί μαθαίνουν ότι ο σουλτάνος βρίσκεται στην Αδριανούπολη και αναθέτουν στον πρεσβευτή τους Νικήτα Αλέξιεφ να καλύψει το ατόπημα του Ρώσου πατριάρχη Ιωακείμ, γιατί στην ίδια πόλη βρισκόταν τότε κατά την δ΄ πατριαρχία του (1686-1687) και ο πατριάρχης Κων/πόλεως Διονύσιος Δ΄. Εκεί για τα ζητήματα του Παναγίου Τάφου βρισκόταν και ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος Β΄. Ο Αλέξιεφ πρώτα επιδίωξε τη μεσολάβηση του Ιεροσολύμων για την ευόδωση του αιτήματος του Γεδεών και τον δέχθηκε ο Δοσίθεος και αφού άκουσε το αίτημά του απέκρουσε μετ’ αγανακτήσεως τη χειροτονία του Κιέβου από τον Μόσχας και χαρακτήρισε τη πράξη αυτή ως δόλια επιδίωξη του Μόσχας Ιωακείμ για να απορροφήσει τη Μητρόπολη Κιέβου. Μάλιστα του δήλωσε πως ουδέποτε θα συνεργήσει στην αναγνώριση αυτής της αντικανονικής «ενέργειας» και μάλιστα προέτρεψε και τον πατριάρχη Διονύσιο να αποκρούσει αυτό το αίτημα και αρχικά αυτό έπραξε ο πατριάρχης Κων/πόλεως. (Αρχιμ. Κάλλιστος. περ. «Εκκλ. Φάρος» Αλεξανδρεία. τχ.18. Δεκέμβριος 1928, σελ. 742-744).
Τότε ο πρεσβευτής Αλέξιεφ κατ’ εντολή του Κρεμλίνου αποτάθηκε στον Βόσνιο Μ. Βεζύρη Σαρή Σουλεμάν πασά (1685-1687) ο οποίος δεν θέλησε οι τότε τσάροι να προστεθούν στους εχθρούς του σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ και διέταξε τον πατριάρχη Διονύσιο Δ΄ το 1686 να ικανοποιήσει χωρίς αντίρρηση το αίτημα των Ρώσων. Έτσι ο Διονύσιος με τη βία εξαναγκάστηκε να υποκύψει στο σουλτανικό θέλημα για να προλάβει τη κατηγορία της απείθειας προς την Υψηλή Πύλη και χωρίς την απαραίτητη συνοδική «διαγνώμη», αναγκαστικά συγχώρησε την αντικανονική χειροτονία του Γεδεών από τον Μόσχας Ιωακείμ. Η επιστολή αυτή επειδή εκμαιεύθηκε προς σφετερισμό του κανονικού δικαιώματος του Πατριάρχη δεν καταγράφηκε ως κανονική πατριαρχική και Συνοδική πράξη της Εκκλησίας σε διασωθέντα μέχρι σήμερα «Πατριαρχικό κώδικα» και ουδέποτε θεμελίωσε «Δίκαιο Εξαρχείας» στον πατριάρχη Μόσχας και μάλιστα επί της κατέχουσας το προνόμιον της «Προγενέσεως» (των Πρεσβείων) Μητροπόλεως Κιέβου! Με τον άκυρο αυτό καρπό του εκβιασμού, έκτοτε η Μοσχοβία θέλησε να διευρύνει το πλάτος και το μήκος της «Αυτοκρατορικής Εκκλησίας» της και αυθαίρετα το επέβαλαν στην Πολωνία μετά τον διαμελισμό του Βασιλείου της και στη Σιβηρία το 1822, στη συνοδικά λειτουργούσα ως εκεί αυτόνομη Εκκλησία και το 1878 και όταν καθυπέταξε η Μόσχα την Εκκλησία περί το Βατούμ! Το ίδιο είχε αρχίσει να προετοιμάζει το 1915 και για τον Πόντο κατά μαρτυρίες του μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθου και του ηγουμένου της μονής Βαζελώνος Πανάρετου Τοπαλίδη, προσεγγίζοντας την Κων/πολη για τον «εκρωσισμό» του Οικουμενικού Θρόνου, σύμφωνα με τη γνωστή πλέον συμφωνία των «Συμμάχων της Αντάντ» (Αγγλογάλλων), που ματαιώθηκε το 1917 μετά την πτώση του Τσαρισμού.
Το φιλοτάραχο των Μοσχοβιτών διατρέφεται επί τρεις τώρα αιώνες από το εκβιαστικό και κίβδηλο αυτό πλαστογράφημα που επανέφερε στο προσκήνιο ως δήθεν «εύρημα» κάποιος π. Παύλος Ερμίλωφ που φαίνεται ότι είναι εντελώς αγύμναστος στην ιστορική έρευνα των γεγονότων του 1686, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απληστία του αντικανονικού θελήματος! Οι Μοσχοβίτες, ορεγόμενοι την αίγλη της πρωτοκαθεδρίας, άρχισαν ενωρίς να αμφισβητούν το κύρος του 28ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου για να σφετεριστούν την κλείδα του πατριαρχικού προνομίου της Μητρός Εκκλησίας που είναι «ο έλεγχος των χειροτονιών των επισκόπων». Η μητρική μέριμνα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας δεν ευνόησε όμως ποτέ το μεγάλο κανονικό έγκλημα της «ποιμνιοκλεψίας» μεταξύ των θυγατέρων της Εκκλησιών. Όταν το 1946 το Ρωσικό Πατριαρχείο επιχείρησε βίαια να εγκλείσει στο Σιδηρούν Παραπέτασμα την Ορθόδοξη Εκκλησία των Τσέχων, ο άγιος αρχιεπίσκοπος Πράγας Σαββάτιος, που αναδείχθηκε και ήρωας των Ναζιστικών Στρατοπέδων, ζήτησε την προστασία της Εκκλησίας εκ των εκβιασμών του τότε ρώσου πατριάρχη Αλεξίου Α΄ και προσέφυγε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Μάξιμο Ε΄ (1897-1972). Τότε ο «Πρώτος» της Ορθοδοξίας του απάντησε πως η απάτη που χαλκεύτηκε το 1686 «μηδοπωστούν εστί δυνατόν ίνα ευλογηθεί» γιατί είναι εντελώς αδιανόητο μια «βίαιη υπεξαίρεση δικαιώματος» να θεωρηθεί κανονική πράξη και να επαναληφθεί! (Περιοδ. Ορθοδοξία Κ/πόλεως τ. ΚΓ. 1948. Σελ. 243-244 και Α.Πανώτη. Η Διορθόδοξη πορεία προς τη Μ. Σύνοδο Αθήνα 1917. σ. 92). Και τούτο διότι ο διαρρεύσας χρόνος προσβολής της κανονικότητος ποτέ δεν νομιμοποίησε τις εκ πονηρής παραδρομής επιλήψιμες παρεμβολές. Βασικό και γενικό αξίωμα του Ρωμαϊκού Δικαίου, που αναγνωρίζουν και οι Ιεροί Κανόνες είναι: «Το εξ αρχής ανυπόστατον ου βεβαιούται τη χρονία παραδρομή»! (Πανδέκτ. 50, 17 reg.juris Βασιλ.ΙΙ 3, 29). Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν και όσοι με άμεσες η έμμεσες κοσμικές διατάξεις και νομικές ερμηνείες επιδιώκουν την υποκλοπή του κανονικού προνομίου του Οικουμενικού Πατριάρχη για τις χειροτονίες των νέων αρχιερέων του κλίματός του. Η μεθοδευμένη διασπορά φοβίας από διάφορους ωνητούς ελλαδικούς ιστότοπους περί δήθεν προκλήσεως σχίσματος δεν επιτρέπεται να κάμψει τη μητρική στοργή της Μητρός Εκκλησίας για να επιτελέσει το καθήκον της και στην ουκρανική διάσταση των τριών Ουκρανών αρχιερέων Φιλαρέτου, Μακαρίου και Ονουφρίου, όπως το έπραξε και προ ετών κατά τη γνωστή Βουλγαρική ακαταστασία.
«Εκάς οι βέβηλοι» που «ad placitym» – κατά το δοκούν – από ιδεοληψίες και σκοτεινά συμφέροντα διενεργούν εορτασμούς για παμπόνηρες διαβουλεύσεις και παρασύρουν αφελείς και αδιάβαστους ομόδοξους με τις περιποιήσεις, τις χορηγίες και τα δώρα τους για να συμπαραταχθούν σε αντικανονικά θελήματα και να κλονίσουν την πάγια πατριαρχική βούληση της Αποστολικής Μητρικής Καθέδρας μήπως πετύχουν κάτι τα ανακλάσματα της φιλοτάραχης μεγαλομανίας τους. – Α.Π. 
Βιβλιογραφία: Αθ. Κομνηνού – Υψηλάντη. Τα μετά την Άλωση. Κπολη 1870 σσ. 176-182. Τ. Γριτσόπουλος. Διονύσιος Δ΄ Θ.Η.Ε. τ.5 στ.23-25. Προκόπιος Τσιμάνης. Οι Πατριάρχες Κπόλεως. τ. Α΄ σσ.285-292. Αρ. Πανώτη. Διονύσιος Δ΄. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. τ.3 (1990) σ.289 κ.ά.