Η κανονική αρχή της τάξεως:   «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξη γίνεσθαι».

 

  «Η  ΕΦΕΣΟΣ  ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ   ΠΗΓΗ  ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΟΣ»

      

Του Αριστείδη Πανώτη

 

 

Ο σημερινός  μεσογειακός ερειπιώνας της αρχαίας Εφέσου, της ἀλλοτε επίσημης πρωτεύουσας τηνς Ιωνίας έπαυσε από αιώνων να είναι η ένδοξη «θαλασσόθεα» πόλη και παραδόθηκε στην ιστορική μνήμη μόνον ως το διανοητικό, επιχειρηματικό και πολιτιστικό κέντρο της Ιωνίας. Όμως το άπλωμα σ’ αυτήν  της  ευαγγελικής  σαγήνης  κατέστησε τη πόλη  αυτή και αιώνια παρακαταθήκη αποστολικών προσταγμάτων τόσον  του Απόστολου των Εθνών Παύλου,  όσον και του «ηγαπημένου» Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος  μετά του Πέτρου και του Ιακώβου, αποτελούν  την ευλογημένη  «τριανδρία» των «στυλοβατών» της αρχαϊκής Εκκλησίας (Πραξ. γ΄. 1. δ΄13.19 και Γαλ.β΄,9). Οι Επιστολές τού πρώτου και οι Επιστολές και Αποκάλυψη του δεύτερου  μεταγγίζουν εσαεί στο αδιαίρετο «έθνος το Άγιο» της Εκκλησίας (Α΄ Πέτρ. β΄. 9) το ζωντανό νερό της αποστολικότητος.

Στις δύο πρώτες περιοδείες του ο «Απόστολος των Εθνών» απέφυγε να δράσει στην Έφεσο.  Μετά τη τρίτη περιοδεία του αφού  στήριξε πολλούς μαθητές του Χριστού στη Γαλατία και στη Φρυγία, δηλαδή στο κέντρο της Μικρασίας και απέκτησε τον νεότατο και εγγράμματο συνεργάτη του, τον από τα Λύστρα Τιμόθεο, επέστρεψε στην Έφεσο και παρέμεινε εκεί από το 53 μέχρι το Μάϊο του 56 (Πράξ, ιθ΄. 8-10), που φαίνεται ότι συμβαίνει η αμφιλεγόμενη μακροχρόνια «αιχμαλωσία» του, που «παρασιωπάται» από τις «Πράξεις των Αποστόλων». Η νέα αυτή  φυλάκισή του επί τριετία φαίνεται πως προκλήθηκε  εξ αφορμής της εκεί νέας παρουσίας του και της διασαλεύσεως πάλι της δημόσιας τάξεως.  Τότε φαίνεται πως γράφηκαν οι σπουδαιότατες για την εκκλησιαστική ζωή και τάξη οδηγίες του προς Γαλάτες και Α΄ προς Κορινθίους γραμματεύοντος του Τιμοθέου μετά πρώτου επισκόπου της Εφέσου. Αυτή η   απομόνωση του Παύλου μετά των «συναιχμαλώτων» του έδωσε την ευκαιρία  να καταγράψει στις λεγόμενες επιστολές της «αιχμαλωσίας» του  με τις  αποστολικές υποθήκες του  που παραμένουν επί είκοσι αιώνες οδηγίες αποστολικών εντολών  για τη Χριστιανοσύνη. Στη προς Γαλάτες ελέγχεται η  επίθεση των Ιουδαϊζόντων κατά της αποστολικότητάς του και αποδεικνύεται η γνησιότητα του Ευαγγελίου που εκήρυττε.  Ἡ διδαχή του Ευαγγελίου  στα έθνη είχε την αποδοχή   των προεστώτων Αποστόλων  όταν «τας δεξιάς τους έδωκαν» στην Αποστολική τους Σύνοδο για να  προσφερθεί  το μήνυμα της  σωτηρίας στους πολλούς, χωρίς την δέσμευση από θρησκευτικούς τύπους της Συναγωγής. Αυτή η απόφανση άνοιξε διέξοδο για να κατανοηθεί ο χαρακτήρας και  η φύση  της «Χριστιανικής ελευθερίας» και γι’ αυτό ο Τερτυλλιανός θεωρεί την επιστολή αυτή «πρωταρχικής σημασίας στη πολεμική  κατά του Ιουδαϊσμού» γιατί «απελευθερώθηκε η Εκκλησία από ξεπερασμένες δεσμεύσεις για να πορεύονται οι εξ Εθνών  προς τον Ἰησοῦ Χριστό». Η απόρριψη του τύπου της «περιτομής» για τους εξ Εθνών πιστούς επιβάλλεται γιατί αναιρεί την  οικουμενικότητα της δια Ιησού Χριστού Σωτηρίας

Επομένως πρώτη σπουδαία αποστολική υποθήκη του Παύλου είναι ότι η χριστιανική πίστη καταδικάζει κάθε εναγκαλισμό φυλετικής  διακρίσεως γιατὶ αντιτίθεται στην αδελφότητα του «Ενός γένους» των ανθρώπων. Στους τελευταίους αιώνες η κρατική διπλωματία έδωσε εθνικό-πολιτικό περιεχόμενο στο «φυλετισμό» για να διαβρώσει την εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών στην Ορθοδοξία. Το «εθνοφυλετικό ιδεολόγημα» δεν πρέπει να συγχέεται με την αποστολή της Εκκλησίας αφού η «εκκλησιαστικότητα» πρέπει να αγκαλιάζει τους πάντες για να έλθουν  σε  επίγνωση  της αλήθειας. Δυστυχώς ο «Εθνοφυλετισμός» έγινε εργαλείο του «ηγεμονισμού» όσων διαθέτουν όγκο πλήθους και πλούτο μήπως με «επιτήδειους» χειρισμούς ανατρέψουν τη τάξη των «Δίπτυχων» της Εκκλησίας μας. Όταν διεπιστώθηκε η απροκάλυπτη  χρήση αυτής της κακοδοξίας συνεκάλεσε το 1872 την Αγία και Μεγάλη Συνόδου των παλαίφατων Πατριαρχείων και καταδίκασε το διχαστικό αυτό ιδεολόγημα που εκτρέφει την κάθε λογής πανουργία για να   διασπάσει τη θεοσύστατη ενότητας της Εκκλησίας. Ο «κλητός» Ταρσέας Απόστολος εμπιστεύθηκε στους Κορινθίους και στα έθνη μία ἀκόμη σπουδαία αποστολική εντολή.  Για να στερεωθεί  η  Εκκλησία πρέπει τα : «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξη γινέσθω» (Α΄Κορ.ιδ΄40). Η κανονική τάξη εξομαλύνει την εκκλησιαστική ζωή στην Εκκλησία  αλλά και  στη δημόσια λατρεία της, που αρχίζει από το  ιερό «τέλεσμα»  του «Δείπνου του Κυρίου», μέχρι την αδελφική συμμετοχή στη  τράπεζα  των «Αγαπών» και στην άσκηση της φιλαδελφίας προς τούς δοκιμαζόμενους αδελφούς. Η ανατροπή της ευταξίας επεμβαίνει και παρερμηνεύει στα Έθνη και το προφητικό χάρισμα  της «γλωσσολαλίας».                Το αξίωμα ότι:  «υπό πάντων των Αποστόλων κατατέθηκε και παντού και υπό πάντοτε διατηρήθηκε » αυτό αποτελεί τη πυξίδα  προσανατολισμού στην  Αποστολική Παράδοση.

Σε αυτό συμφωνεί και ο «ηγαπημένος» Απόστολος Ιωάννης, που εγκαταστάθηκε το τελευταίο τέταρτο του Α΄ αιώνα στον Μικρασιατικό πυλώνα της  Εφέσου. Εκεί  ως ο  φορέας της «παλαιάς εντολής» (Α΄ Ιω.β΄.7), έρχεται για να  ζωντανεύσει την εκκλησιαστική ζωή όλων των υφιστάμενων πιστών στην Ανθυπατική Ασία. Τα «δοκητικά» και «γνωστικά» παραληρήματα μύθων και φαντασιώσεων προσπαθούσαν να εμπλέξουν την αλήθεια περί του Ιησού με τις θαυματοποιές  τεχνουργίες του Τυανέα Απολλώνιου για να καταστρέψουν την πρόοδο τοῦ Εὐαγγελίου την Ασία. Κατά τον περίφημο μετά επίσκοπο Παπία, που ζούσε και αυτός τότε στην Έφεσο, ο Ιωάννης ήταν η εγκυρότερη φωνή γι’ αυτά που «άκουσε και είδε  με τα μάτια του και ψηλάφισε» για το θείο πρόσωπο του Ιησού και αναμφισβήτητα μπορούσε να διαψεύσει όλες τις ψευδοδιδασκαλίες που επιδίωκαν να διαβρώσουν την περί του Χριστού αλήθεια. Κατά τον Ευαγγελιστή της Αγάπης η πάλη της αλήθειας με το ψεύδος όταν  εμβαθύνει στο μυστήριο του «Λόγου του Θεού που σάρξ εγένετο» είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος εξοντώσεως του μισάνθρωπου μένους του διάβολου.  Σε όλες τις επιστολές του ο Ευαγγελιστής τονίζει τη προτεραιότητα της εντολής της Αγάπης σε συνδυασμό πάντα με την αυστηρή προσήλωση στην αλήθεια.

Εκείνο το κείμενό του που έχει μείζονα «εκκλησιολογική» σημασία για την αρχαϊκή συγκρότηση της Εκκλησίας είναι το βιβλίο της «Αποκαλύψεως». Μεταξύ του 2 και 3 κεφαλαίου του παρεμβάλλονται οι επτά επιστολές προς τις νεόφυτες Εκκλησίες της Μικράς Ασίας και προς τους προεστώτες «αγγέλους»-τους για να προληφθούν διάφορες ελαττωματικές καταστάσεις της εκκλησιαστικής ζωής της μείζονος περιοχής της Εφέσου. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτονται  μηνύματα αγάπης του Ουρανού  προς έλεγχο και καθαρμό των ανθρώπινων λαθών σε περιόδους δοκιμασίας και διωγμών. Το πρόβλημα της ερμηνείας αυτών επιστολών είναι δύσκολο όχι τόσον για το μέγεθός τους, αλλά για τον  πλούτο των συμπερασμάτων τους.

Η παρουσία στην Έφεσο πέραν του μισού αιώνα  δύο Ἀποστόλων που «έσονται μάρτυρες της αλήθειας» περί του Ιησού Χιστού ( Μαρκ.στ΄.7-6) διαμορφώνει στη Συνείδηση της Εκκλησίας στα τέλη του πρώτου αιώνα εκτός από την αρχαϊκή αληθινή πίστη και την ασφαλιστική δικλίδα της προστασία της με τη σύσταση του  μητροπολιτικού διοικητικού συστήματος. Η συμβολική παράθεση των επτά πρώτων επισκοπών περί την Έφεσο πιθανόν να είναι   η πρώτη απόπειρα συντάξεως του «Συνταγματίου» της,  που αργότερα εντάχθηκε στην Αποστολική Καθέδρα της Κων/πόλεως.

Η γνωστή παρέμβαση του πατριάρχου Ιωάννου του Χρυσοστόμου για την αποκατάσταση της περί την Έφεσο διασαλευθείσας κανονικής τάξη που δείχνει πολλά και μαρτυρείται υπό του ιστορικού   Θεοδώρητου (Ἐκκλ. Ιστορία Ε΄.28) δείχνει άσκηση κανονικού δικαιώματος στη Μικρά Ασία ήδη μετά τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η «κανονική  τάξη» στη Μικρά Ασία έχει σταθεροποιηθεί από τον 7ο  αιώνα σύμφωνα με τον  παρισινού κώδικα 1555Α που περιλαμβάνει το πρώτο «Συνταγμάτιο» της Εκκλησίας Κων/πόλεως. Στη Τάξη αυτή  διαπιστώνουμε ότι η πρώτη θέση παραχωρεῖται στο αρχαϊκό ιεραποστολικό κέντρο της Καισαρείας με τις έξη επισκοπές της. Η μείζονα όμως περιοχή  της Ασίας εξαρχικά  ανήκει στη Μητροπολιτική Καθέδρα  της Εφέσου με τις τριανταέξη (36) επισκοπές της που διατήρησε περίπου μέχρι το 1922. Μέχρι τότε ο μητροπολίτης Εφέσου για να ασκεί τη διακονία του είχε  τρις καθέδρες. Η πρώτη που παέμενε ο ίδιος βρισκόταν έξω από τη πόλη της Σμύρνης  στο  Κορδελιό, η δεύτερη  στη Μαγνησία με τον εκάστοτε επίσκοπο Ερυθρών και η  τρίτη στις Κυδωνίες με τον επίσκοπο Ειρηνουπόλεως.   Ἡ επισκοπή της Σμύρνη αναδείχθηκε 40 μίλια μακριά από την ΄Εφεσο σε ανεξάρτητη αρχιεπισκοπή,  μετά τη  πρόσχωση της διώρυγας επικοινωνίας του λιμένα της Εφέσου με  τη θάλασσα του Αιγαίου από τον Καΰστρο ποταμό.  Η Εκκλησία τῆς Σμύρνης περιορίστηκε μόνον εντός της πόλεως του λιμένα της όπως δείχνει το διάγραμμα των ενοριών της που βρίσκεται στο αρχείο του Πατριαρχείου μας. Σαφής μαρτυρία αυτού του γεγονότος είναι το ακόλουθο.  Όταν ο δάσκαλό μου Γεώργιος Σωτηρίου ανακάλυψε το 1921τη βάση του στην Ιουστινιάνειο βασιλική της«Τρόπαιου μνήμης» του Ευαγγελιστή Ακροπόλεως της Εφέσου, προκειμένου να ερευνηθεί ο τάφος δεν προσκάλεσε τον ξακουστό τότε μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου Καλαφάτη, αλλά τον οικείο τότε  μητροπολίτη της περιοχής Φιλαδελφείας Χρυσοστόμο Χατζησταύρου και αυτός συνέταξε και την υπέγραψε τη  Έκθεση προς τον τότε «εν ενεργεία» πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ . Κατά την Έκθεση αυτή: «ο τάφος ανεσκάφη επιμελώς και ανευρέθηκαν εν αυτό συντρίμματα κανδυλών, διαφόρων εκκλησιαστικών σκευών και οστά τινά, μετά προσοχής ιδιαιτέρως φυλαττόμενα.» Βλ.«Εκκλησιαστική Αλήθεια» του 1922 σελ. 344-346,  Μάλιστα ο ίδιος κατά την τάξη τέλεσε μετά του Ιερού Κλήρου και λαού τη πρώτη και τελευταία εκεί θεία λειτουργία στις 6 Αυγούστου 1922,  ενώ άρχιζε η φονική αναμέτρηση στο Σαγγάριο.

Μετά 82 χρόνια  στις 26 Σεπτ. 2004 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος χοροστάτησε στην τελεσθείσα εκεί θ. λειτουργία υπό του Αρχιμανδρίτη Κυρίλλου Συκή, τώρα επισκόπου Ερυθρών. Από τότε  εγκαινιάστηκε  η ετήσια λειτουργική συνάξη περί το «Τρόπαιο μνήμης» του Ευαγγελιστή την  ημέρα της μνήμης του.  Πρόσφατα μάλιστα ανασυστάθηκε ως η Μητρόπολη Βρυούλων μία των αρχαίων επισκοπών της Εφέσου για τους εκεί  Ορθοδόξους και στον επισκευασμένο ναό της Μενεμένης ενθρονίστηκε στις 9 Μαΐου 2018 ο πολιός ιεράρχης του θρόνου  Παντελεήμων Σκλάβος που επί σειρά ετών διακόνησε την Ομογένεια στην Αυστραλία και τίμησε εκεί και στη  Θεσσαλονίκη τη Μητέρα Εκκλησία.

Ο Κύριος της Εκκλησίας εξακολουθεί να περιπατεί μέσα στον ερειπιώνα της Εφέσου διότι εκεί όχι μόνον μεγάλα «ονόματα κεκοίμηνται», κατά τον Εφέσου Πολυκράτη (193-202) αλλά  εκεί κατατέθηκαν  βασικές αποστολικές αρχές και αξίες που σφραγίζουν μέχρι σήμερα τη ζωή της Εκκλησίας  μας. Κανείς δεν θα πίστευε πως μετά τα τραγικότατα  Μικρασιατικά συμβάντα (1909-1923) και τη Μεταλωζάννεια εχθρική τακτική της Άγκυρας κατά του Οικουμενικοῦ Πατριαρχείου πως θα υφίστατο εκεί πέραν του 20ου  αιώνα η Εκκλησία.  Όμως αργά η γρήγορα η Ιστορία μας διδάσκει πώς  όλα τα εκ του κόσμου τούτου παρέρχονται και χάνονται και μόνη η Εκκλησία είναι ακλόνητη αφού «αι  αποστολικαί μόνον αυτήν εθεμελίωσαν χείρες, αλλά και του Δεσπότου των Αποστόλων η απόφασις ετείχισεν αυτήν εν καινό και παραδόξου τειχισμού τρόπο, ούτως και αυτήν ησφαλήσατο.» ( Ιω. Χρυσόστομος. Migne P.G. τ.51.στ.77).Βλ. Έφεσος. στη Θ.Η.Ε. τ.5, στ.1150-1152.

Α.Π.