ΑΙΩΝΙΑ ΑΣΠΙΔΑ  ΣΤΟ ΝΟΘΟ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΜΟ» ΟΙ

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΕΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΩΝ «ΝΕΩΝ ΧΩΡΩΝ».

                                              

 

                                          

                                             

Η Επανάσταση του 1821 τραυµάτισε το γόητρο της οθωµανικής αυτοκρατορίας. Τότε η Πύλη εξοργισµένη επιχειρεί να αφαιρέσει την ηγεσία των Ορθοδόξων από το ελληνικό Γένος. Εγκαθιστά στο Φανάρι διαδοχικά µετά τον απαγχονισµο του πατριάρχου Γρηγορίου Ε´ τρις αλλογενείς βουλγαρικής καταγωγής ως Πατριάρχες: τον Ευγένιο Γ´, τον Χρύσανθο και τον Αγαθάγγελο (1821-1830). Όμως αυτοί γαλουχημένοι στα νάματα της Μητρός Εκκλησίας στάθηκαν απόλυτα συνεπείς στους αρχιερατικούς όρκους τους και διαχειρίστηκαν την πατριαρχία τους υπερφυλετικά µε φόβον Θεού. Αυτό δυσαρέστησε τους κρατούντες και οι τρις αυτοί Πατριάρχες δεινοπάθησαν και τελικά εξορίστηκαν!

Όταν συνεστήθη το 1830 το νεοελληνικό κράτος η Πύλη και πάλι επέστρεψε  τη Πατριαρχία κατά τους Ιερούς Κανόνες σε ιεράρχη ελληνικής καταγωγής στον Οικουµενικό Θρόνο και αυτός ήταν ο από Σιναίου λογιώτατος πατριάρχης Κωνστάντιος Α´, ο από αρχιεπίσκοπος Σιναίου.  Επηκολούθησε µία περίοδος επάλληλης διαδοχής Πατριαρχών που δοκίµασαν τις επαγγελίες του σουλτάνου Αβδούλ Μετζήτ µε το «Χάττι Σερίφ» (Ηatt-i şerif) στα 1839,  και µε το δεύτερο µείζον µεταρρυθµιστικό διάταγµά του το «Χάτι Χουµαγιούν» (Ηatt-i Ηumayun) που απετέλεσε ένα προστατευτικό χάρτη για τις µειονότητες τα οποία έδιναν µεγάλη εµφαση στην ισότητα όλων των υπηκόων της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας. Η χορηγούµενη πλέον ανεξιθρησκία και ισονοµία βοήθησε στην ανασυγκρότηση της οµογενειακής ζωής στην Ανατολή µε την εκκλησιαστική και µορφωτική προσφορά του Οικουµενικού Πατριαρχείου στο Γένος μας.

Δυστυχώς στο διάστηµα αυτό εκκολάπτεται στην τσαρική αυλή του Νικολάου Α´ (1825-1855) µιά νέα τάξη για τα ορθόδοξα πραγµατα. Οι σλαβόφιλες σκέψεις ιδεολογικοποιούν τον «εθνοφυλετισµό» για να διευθετηθούν τα εκκλησιαστικά ζητήµατα και η  ιδεοληψία αυτή που απετέλεσε το βασικό κίνητρο της βασιλείας του τσάρου Αλεξάνδρου Β´ επιδιώκει να υποκαταστήσει στους Ορθοδόξους  τη «Βυζαντινή» πολυεθνική ενότητα του µεσαιωνικού Ελληνισµού προκειμένου να οικειοποιηθεί και την κανονική παράδοση του Οικουµενικού Θρόνου για να επεκτείνει τη ρωσική αυτοκρατορία προς νότον στη Μεσόγειο θάλασσα.  Πρώτοι που εγκολπώθηκαν αυτήν την ιδεοληψία ήταν οι Βούλγαροι που µιµούµενοι την απολυταρχία της Βαυαρικής βασιλείας και τη πλανεμένη ελλαδική Φαρµακίδεια Εκκλησιολογία  θέλησαν να πλήξουν την πολυεθνικότητα του Οικουµενικού Πατριαρχείου και προσπάθησαν ακάνονα και βίαια να επιβάλουν την ανεξάρτητη περιφεριοποίηση της εκκλησιαστικής διοικήσεώς τους «µόνον µε εθνοφυλετικά κριτήρια».

Η στήριξη πέραν της δεκαετίας της βουλγαρικής αποσχίσεως από τη μεγαλαυχίας των τσάρων με τη διαιρετική πανουργία της Πύλης προκάλεσε την οξυδέρκεια του πατριάρχη Γρηγορίου Στ´, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του, και αποφάσισε να περισώσει την εκκλησιαστική συνείδηση των ελληνογενών πληθυσμών των Ορθοδόξων της Θράκης και της Μακεδονίας µε την ιστορική απόφαση του 1867 να ρυθµίσει τα όρια των εκκλησιαστικών επαρχιών του κλιµατός του, που πηγάζει από το κανονικό δικαίωµα του. Έτσι, περιέσωσε την εκκλησιαστική ζωή των περιοχών αυτών από τη σωβινιστική σλαβόφωνη προπαγάνδα που προετοίµαζε το έδαφος της καθόδου προς νότον όχι μόνον του τσάρου αλλά και της Αυτοκρατορικής Εκκλησίας του προς συγχώνευση κατά το σύστημά του και του  Αγίου Όρους, που το έβλεπαν, όπως αργότερα τη Σεβαστούπολη, για να ναυλουχεί  στην Ιερισσό ο  Ρωσικός στόλος. Γι’ αυτό και  άρχισαν  με την κατάληψη της µονής του Αγίου Παντελεήμονος  και τη σύσταση σε σκήτες τεράστιων κτισµάτων µε την προοπτική επανδρώσεώς τους µε εκ Ρωσίας «µοναστές» προς µεταβολή του αιωνόβιου αγιορείτικου καθεστώτος. Η παράλογη αυτή ιεροποίηση των εθνοφυλετικών απόψεων διέρρηξε από τότε την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και υποχρέωσε τον πατριάρχης Άνθιµος Στ´ να συγκαλέσει το 1872 στο Φανάρι τη Μεγάλη Σύνοδο μόνον µε τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία που συνυπέγραψαν το 1590 την απονομή της πατριαρχίας στη Μητρόπολη Μόσχας και γνώριζαν τις δοθείσες τότε εγγυήσεις των Ρώσων πως θα σεβαστούν την αιωνόβια κανονική τάξη των «Διπτύχων της Εκκλησίας». Στη Μεγάλη αυτή Σύνοδο συμμετείχαν επτά Πατριάρχες εν ενεργεία και πρώην και  25 Μητροπολίτες, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι που καταδίκασαν  τον «εθνοφυλετισµο» γιατί πολιτικοποιεί και μερίζει τη Μία Εκκλησία του Χριστού. Η απόφαση αυτή προστάτευσε τη θεία αξία της «ενότητος και της τάξεως» για την ευστάθεια των τοπικών Εκκλησιών που κανονικά προέκυψαν μόνον μέσα στη Δικαιοδοσία της Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Οικουµενικός Θρόνος ποτέ μέσα στους αιώνες  δεν καταπτοήθηκε από τον όγκο του αριθµητικού πλήθους και του πλούτου της κοσµικής δυνάµεως για να ασκήσει την αποστολική του ευθύνη που του ανέθεσαν οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων. Η τσαρική πολιτική μεγάλως δυσαρεστήθηκε για την κανονική αυτή απόφανση και άναψε  τη φωτιά του εθνικισμού στους αραβόφωνους της Μέσης Ανατολής και από τότε άρχισε να αγνοεί τη κανονική τάξη και να καλλιεργεί την αντιεκκλησιαστική τακτική του «εθνοφυλετισµού»: «όπου επεκτείνεται το ρωσικό κράτος και εκεί που εγκαθίστανται τέκνα του φθάνει και η δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ρωσίας»!  Εθνικιστικό «κατακτητικό δόγμα» μίας «ετέρας μορφής» πολιτιστικής Αποικιοκρατία που µέχρι  σήµερα δεν έπαυσε να την εφαρμόζει.

Η αιρετική αυτή πλάνη οδήγησε τους Ρώσους στα πρόθυρα της Κωνσταντινουπόλεως με το ιδεολόγημα για τη «Μεγάλη Βουλγαρία» της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου το 1878, ακόμη και το 1914 με τη τότε μυστική «συμφωνία» του Λονδίνου με την οποία συμμετείχε η Ρωσία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τη παραχώρηση στο τσάρο της Θράκης και της Πόλης και επομένως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά τη νίκη των συμμάχων! Όμως η συμφωνία  αυτή κατέρρευσε λόγω της ανατροπής των Τσάρων το 1917 και μετά από την επιβολή της Επαναστάσεως των Μπολσεβίκων.

Η πρόνοια του Πατριαρχείου μας για τις επαρχίες του στη Μακεδονία και τη Θράκη συνεχίστηκε με συνέπεια και κατά τη β΄ πατριαρχία Ιωακείμ Γ΄ (1901-1912).   Αυτός έσωσε τον 20ον αιώνα τις Ιερές Μητροπόλεις  των Νέων Χωρών της Βόρειας Ελλάδος από το βίαιο δια των όπλων εκσλαβισµό των αρχαίων ελληνικών πληθυσµών τους. Τότε το Φανάρι, ιδίως μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897,  ανασυγκρότησε το σώμα της Ιεραρχίας των πατριαρχικών επαρχιών στη Μακεδονία µε «µεταθέσεις και εκλογές» και επελέγησαν πρόσωπα µε κριτήρια την ακλόνητη πίστη, την έντιµη βιωτή, την θεολογική και εκκλησιαστική συγκρότηση και γλωσσοµάθεια για να ποιμάνουν των Ελληνορθόδοξο λαό µε υψηλό δείκτη νοηµοσύνης ικανά να πολιτευτούν µε φιλογένεια και φιλοπατρία για να εκφράσουν ως επιδέξιοι καλής πίστεως διπλωµάτες το ειρηνικό φρόνηµα της Μητρός Εκκλησίας. Ας θυμηθούμε μερικά φωτεινά πρόσωπα ιεραρχών:

Τη µητρόπολη Πελαγονίας (Μοναστήρι) ποιµαίνει ο Στέφανος Δανιηλίδης µέχρι το 1912 και τον διαδέχεται ο Χρυσόστοµος Καβουρίδης (1912-1918). Στην Πρέβεζα εκλέγεται ο Ναθαναήλ Παπανίκας (1908-1910) και ο Ιωακείµ Β´ Βαλασιάδης (1911-1931) και στην Παραµυθιά ο Νεόφυτος Β´ Κοτζαµανίδης (1909-1924), ενώ στη Δρυϊνούπολη εγκαθίσταται ο φλογερός Βασίλειος Παπαχρήστου (1909-1936) και στο Δυρράχιο ο νουνεχής Ιάκωβος Νικολάου ( 1911-1924).  Στη Δίβρη ο από Βελεσσών και Δεβρών και Γκλαβενίτσης Βαρνάβας Ρόσιτς (1911-1920) που ήταν ελληνοµαθής Σέρβος και αργότερα αναδείχθηκε µητροπολίτης Σκοπίων και πατριάρχης των Σέρβων (1930-1937). Στα Ιωάννινα εκλέγεται ο Γεράσιμος Τανταλίδης  (1906-1910) και ο Γερβάσιος Ωρολογάς (1912-1916) και στα Γρεβενά ο πολύγλωσσος καθηγητής της Χάλκης Αγαθάγγελος Κωνσταντίδης η Μάγνης (1902-1910) και ο πρώτος εθνομάρτυρας Αιµιλιανός Λαζαρίδης (1910-1911), ενώ στη Φλώρινα ο Πολύκαρπος Σακελλαρόπουλος (1912-1926) και στη Καστοριά ο καθηγητής στη Σχολή της Χάλκης ηρωϊκότατος πρόμαχος Γερμανός Καραβαγγέλης (1900-1908) και ο  Ιωακείµ Β´ Λεπτίδης (1911-1931). Οι Πρέσπες και η Αχρίδα ποιµαίνονται από τον Άνθιµο Γ´ τον Τουµπαλίδη (1911-1915) και στην Κοζάνη εκλέγεται ο Φώτιος Μανιάτης (1910-1923), ενώ στη Σιάτιστα ο Ιερόθεος Ανθουλίδης (1909-1920). Επίσης εκλέγονται στην Ελασσόνα ο Νεόφυτος Ευαγγελινίδης (1910-1917) και στη Βέρροια ο επιφανής κανονολόγος Καλλίνικος Δεληκάνης (1911-1922), στην Έδεσσα ο Κωνσταντίνος Ρούσης (1912-1922), στην Ιερισσό ο Σωκράτης Σταυρίδης (1911-1944), στην Αρδαµερίου ο Ιωακείµ Στρουµπής (1911-1922) και στις Σέρρες ο σοφός καθηγητής της Χάλκης Απόστολος Χριστοδούλου ( 1909-1917), στη Δράµα ο εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Καλαφάτης (1902-1910) και στο Μελένικο (Σιδηρόκαστρο) ο δεύτερος εθνοµάρτυρας Κωνσταντίνος Ασηµιάδης (1911-1913), στην νεοσύστατη εκ της Δράμας Μητρόπολη Φιλίππων πάλι ο Αγαθάγγελος Μάγνης-Κωνσταντινίδης (1910-1922) και τέλος στις Μητροπόλεις Κίτρους, Κασσανδρείας, Βελλάς, Νευροκοπίου, Μαρωνείας, και Πολυανής παρέµειναν οι αρχιερείς που ευδόκιµα πάλεψαν µε τη εθνικιστική λαίλαπα των ηµερών και ευλόγησαν την απελευθέρωση του Ελληνορθοδόξου ποιµνίου τους.

Όλοι αυτοί μορφώθηκαν και υπηρέτησαν στο Φανάρι και με ευψυχία έντιμης πατριωτικής ακεραιότητας διαφύλαξαν το ελληνορθόδοξο φρόνημα των χριστιανών τους. Οι αναδειχθέντες τότε ποιµενάρχες ηρωϊκά  στάθηκαν στις επαρχίες τους «ζητώντας σταυρό, µεγάλο σταυρό», όμως δήλωσε τότε ο Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης.  Η εκλογή ιεράρχη με «κατάσταση» (η µετάθεση) σε άλλη επαρχία γινόταν µόνον όταν ένας ήταν πολύ έµπειρος και επιτυχηµένος εκκλησιαστικά στην επαρχία του και έπρεπε να αναπληρώσει τον τόπο του ικανού εκδηµήσαντος ιεράρχη η σε περίπτωση αδιεξόδου µε τις τουρκικές αρχές.  Ουδέποτε ικανοποιούσε το Πατριαρχείο προσωπικές φιλοδοξίες η και επιδιώξεις εφάρματων επιδιώξεων κενοδοξίας και πλουτισμού. . Με την επιλεκτικότητα αυτή τέθηκαν στο πηδάλιο των πατριαρχικών επαρχιών της Βόρειας Ελλάδος οι αριστείς των ιεραρχών, που δυναµικά προστάτευσαν τους αλύτρωτους χριστιανικούς πληθυσµούς µέχρι να ελευθερωθούν. Παράδειγμα όταν δολοφονήθηκε  το Σάββατο 1ης Οκτωβρίου 1911 ο Γρεβενών Αιµιλιανός Λαζαρίδης η αντίδραση του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ ήταν άμεση και τον αναπλήρωσε αμέσως µε τον από Μελενίκου Αιµιλιανό Β´ τον Δάγγουλα (1911-1920), ο οποίος και έζησε το 1912 την απελευθέρωση της επαρχίας Γρεβενών. Ας σημειωθεί και κάτι το ιδιάζον  ότι οι αρχιερείς αυτοί στρατεύθηκαν από το «αλύτρωτο» Γένος και όχι από  τους επαναπαυόμενους στα αγαθά της ασφαλείας των ελληνικών συνόρων.

Οι Βούλγαροι,  πρώην σύμμαχοι των Σέρβων και των Ελλήνων,  επεδίωκαν  να καταλάβουν όλη την Μακεδονία και όταν ηττήθηκαν στα πεδία των μαχών και από τους Ρουμάνους κατά την αποχώρησή τους από την Μακεδονία προέβησαν σε σφαγές, ατιµώσεις και λεηλασίες των ελληνορθοδόξων οικογενειών, ναών και µονών µε επιστέγασµα την απαγωγή του µητροπολίτη Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασηµιάδη από την έδρα του στο Δεµιρ-Ισάρ (Σιδηροκάστρο). Αυτόν  κυριολεκτικά τον κατακρεούργησαν στις 25 Ιουνίου 1913, αλλά ακόµη χλεύασαν και το σεπτό του σκήνωµα στην πλατεία «Κυρά Αγάνην» του Σιδηροκάστρου, παρουσία της γηραιάς µητέρας του που απεβίωσε από συγκοπή! Με τη θηριωδία αυτή και το αιµα πολλών άλλων κληρικών και λαϊκών επισφραγίστηκε η απελευθέρωση της κεντρικής Μακεδονίας και παγιώθηκε το νέο status της δια της «Συνθήκης του Βουκουρεστίου» στις 28 Ιουλίου 1913, η οποία επιβεβαιώθηκε ακόµη και µε την υπογραφή της ειδικής «Συνθήκης των Αθηνών» στις 1/14 Νοεµβρίου 1913.

Έκτοτε η διαχρονική  ασπίδα σε κάθε απόπειρα παραβιάσεως των ορίων της Δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Θρόνου είναι  οι Ιεροί Κανόνες και οι Διεθνείς Συνθήκες. Οι πατριαρχικές επαρχίες της βόρειας Ελλάδος ευρισκόμενες  μέσα στην Δικαιοδοσία της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως αποτελούν διαχρονικό κανονικό έδαφος του Γένους μας. Αυτές µε την Ήπειρο και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου κλήθηκαν αρχικά από τους Σέρβους και µετά από την ελληνική πολιτειακή νοµοθεσία «Νέες Χώρες» και σ’ αυτές προστέθηκαν το 1923 µε τη «Συνθήκη της Λωζάννης» και οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Δυτικής Θράκης. Οι Μητροπόλεις αυτές, όπως και της Κρήτης και της Δωδεκανήσου και το Αγιώνυμο Όρος αποτελούν τα 3/5 του κανονικού εδάφους εντός της  Ελλάδος του Οικουμενικού Θρόνου ιδίως μετά το 1922.

Δυστυχώς ο βουλγαρικός Μεγαλοϊδεαλισμός δεν καταπραύνθηκε παρά την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρώπη Ένωση,  και τώρα η ιδεοληψία αυτή  κακοφόρμισε με το Σκοπιανό πρόβλημα.  Το μακρύ χέρι του Νεοτσαρισμού εύκολα φθάνει από τη Μόσχα στη Σόφια και τώρα οι βουλγαρογενείς της σχισματικής «Μακεδονικής» Εκκλησίας επιζητούν την αγκαλιά της Μητέρας τους Εκκλησίας,  που δεν είναι οπωσδήποτε ούτε η Σόφια, ούτε η Μόσχα, αλλά το Φανάρι! Τώρα χωρίς ίχνος εκκλησιαστικής συνειδήσεως έβγαλαν το προσωπείο και με προπέτεια αποκάλυψαν τη στυγνή πραγματικότητα ότι αποτελούν  κλωνοποιημένο  μόρφωμα  του βουλγαρικού εθνικισμού μέσα στο κανονικό έδαφος του πολυπαθούς Πατριαρχείου των Σέρβων. Οι Σέρβοι άλλοτε δοκιμάστηκαν στο Βορρά από τη Σύνοδο των Ρώσων του Καρλοβιτσίου, τώρα ταράσσονται στο νότο από τους «αλύτρωτους» ψευτομακεδόνες των Σκοπίων.-

                                            

Α.Π.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

  1. Συνοδικόν, τ. Β´, σσ. 233 κ.εξ. και σσ. 340-343.
  2. Αλεξάνδρα Σταματοπούλου. Η πολιτική της Ρωσίας, δια την Κων/πολη και τα Στενά κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο .Αθήνα 1975 σσ.170.
  3. Κ. Σβολόπουλος, Η Ελληνική εξωτερική πολιτική. Θεσσαλονίκη 1983, σσ.

82-83.

  1. Χαραλ. Γ. Νικολάου, Διεθνείς Συνθήκες, σ. 222-227, Αθήνα 1996. Anderson, Frank Marby; Amos Shartle Hershey (1918). «The Treaty of Bucharest, August 10, 1913». Handbook for the Diplomatic History of Europe, Asia, and Africa 1870-1914. Washington, DC: National Board for Historical Service.
  2. Η πρώτη νοµική χρησιµοποίηση στην Ελλάδα του όρου «Νέες Χώρες» έγινε στο νόµο 514/1914 όπως και από τη σερβική πλευρά.