ΓΙΑΤΙ Η «ΣΤΑΥΡΩΣΗ»ΑΡΓΕΙ ΝΑ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΕΙ;

Η προοδευτική αποκάλυψη της εικόνας της Λυτρώσεως.

                

 Του καθηγητή Αριστείδη Πανώτη

                                                     stavrosi1

       Το ιστορικό γεγονός της Σταυρώσεως του Ιησού Χριστού, απετέλεσε κορυφαία αλήθεια της Καινής Διαθήκης και μετά της Αναστάσεως αποτελεί τη τελείωση της απολυτρωτικής αποστολής Του. Όσοι θέλησαν να αμφισβητήσουν τη σωστική αποστολή του Κυρίου   αρχικά την ενέπλεξαν μὲ τη Μεσσιανική προσδοκία των Ιουδαϊζόντων (Εβιωνισμός) ή «κατά την εαυτών δόκηση» απέρριψαν την ανθρώπινη παρουσία του (Δοκιτισμός), ή ακόμη και βέβηλα τη μυθολόγησαν «με την απάτη των ιδεών του παρελθόντος» (Γνωστικισμός), ή και τέλος πολέμησαν τη «Μονογενή» σχέση του με το Θεό Πατέρα ( Αρειανισμός). Άλλοι πάλι, μετά επτά αιώνες, κατάλαβαν πόσο βαρυσήμαντη είναι για την ανθρωπότητα   η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού και θέλησαν αμφότερες εντελώς να τις εξαλείψουν ως φανταστική και κατά «δόκιση»   από τη μνήμη των οπαδών τους για να οργανώσουν μία «θρησκευτικὴ» οντότητα που ήθελαν να είναι υπηρετική των κατακτητικών στόχων τους (Ισλαμισμός. Όλες αυτές οι επιθετικές κακοδοξίες, μαζί με εκείνες των Μοναρχιστών, των Αντιτριαδικών και των Πνευματομάχων, προκάλεσαν τον αγώνα της Εκκλησίας κατά των πλανών τους και για να αποκτήσει πλέον το πλήρωμά της σαφή ομολογία πίστεώς του αρχίζει να συντάσσεται η ακριβής ομολογία της πίστεώς μας, το γνωστό ως «Πιστεύω». Έτσιόταν πέρασαν οι διωγμοί συγκλήθηκαν οι δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους της στη Νίκαια (325) της Βιθυνίας και στη Κων/πολη (381), οι οποίες επάνω στη «τριαδική βάση» καθόρισαν τα δώδεκα (12) βασικά άρθρα των δογμάτων της Μίας Εκκλησίας μας.

         Στο 7ο άρθρο του «Πιστεύω» μας σημειώνεται το πρόσωπο του αυτοκρατορικού πραίτωρα Πιλάτου, που είναι συνδεδεμένος με τη δίκη και τη καταδίκη του «Σταυρωθέντος, παθόντος και ταφέντος» Ιησού. Ἡ εκτέλεση δια της σταυρώσεως ήταν ο πιό οδυνηρός θάνατος την εποχή αυτή. Βέβαια δεν εφευρέθηκε από τους Ρωμαίους γιατί είναι ήδη γνωστὀς από τον 3ο αιώνα π. Χ. κυρίως ως το σκληρό μέτρο των αντίποινων όταν οι πολιορκούμενοι προξενούσαν μεγάλες απώλειες στους πολιορκητές και επιβαλλόταν μετά την κατάκτησή τους. Όμως αυτός ο τρόπος θανατώσεως είχε απλωθεί σε όλη την Ανατολή μέχρι τις Ινδίες. Οι Εβραίοι δεν τον συνήθιζαν, ενώ οι Ρωμαίοι τον εφήρμοζαν ως έσχατη των ποινών στους δούλους και τους υπηκόους τους. Ο σταυρούμενος ἦταν υποχρεωμένος να σηκώνει το σταυρό του και να φέρει στο λαιμό του την επιγραφή της καταδίκης του. Όμως οι κακουχίες που υπέστη ο Ιησούς κατά τη «δίκη» του δεν του επέτρεψαν να προχωρήσει και έτσι οι φρουροί του στρατιώτες ανάγκασαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο να σηκώσει το Σταυρό του Ιησού εκτός της Ιερουσαλήμ. . Όταν έφθασαν στο Γολγοθά άρχισε η διαδικασία της εκτελέσεως με την απογύμνωσή του και το μοίρασμα του άρραφου χιτώνα του τον οποίο για να μη το τεμαχίσουν έρριξαν οι σταυρωτές του κλήρο και ἐτσι επαληθεύθηκε η προφητική πρόρρηση του 21ου εωθινού ψαλμού του Δαυίδ (στίχο 19): «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμό μου έβαλον κλήρον». Εξ αυτού και ο κατακερματισμός του ενός χιτώνα της Εκκλησίας του αποτελεί βαρύτατη προσβολή η αθέτηση και περιφρόνηση του αιτήματος της αρχιερατικής προσευχής του να διασφαλιστεί η ενότητα της Εκκλησίας όσοι τον ακολουθούν: «ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν» (Ιωάν. ιζ΄. 23).

           stavrosi2  Η Εκκλησία των Κατακομβών, παρ’ ότι θεωρούσε το Σταυρό σημείο σωτηρίας και δυνάμεως[, απέφυγε να απεικονίσει τη Σταύρωση του Ιησού Χριστού γιατί το πνευματικό νόημά της την καθιστούσε «απαράστατη», ως συνοψίζουσα το μυστήριο της Σωτηρίας μας. Η αρχέγονη πίστη της Εκκλησίας ότι εξ αιτίας μας απέθανε ο Χριστός, καθώς και ότι η Σοφία του Θεού οικονόμησε το μέγιστο γεγονός της απολυτρώσεώς μας να περιβληθεί δια της θυσίας του Υιού, επέβαλε να κατακαλυφθεί η ύστατη αυτή στιγμή του γεγονότος της Σταυρώσεως με τη θεία σιωπή που είναι συμπάρεδρος του μέγιστου μυστηρίου της Σωτηρίας μας. Το όραμα του Πάθους οδηγεί στο μυστήριο του Σταυρού. Για τους λογικά σκεπτόμενους η ατιμωτική εκτέλεση του παράδοξου προσώπου του Ιησού δεν μπορεί να συνδυαστεί με την υπερλογική Παντοδυναμία του Θεού. Όμως: «Η σοφία του Θεού ουκέτι έχει χρεία ανθρώπινης σοφίας» κατά Ιωάννη το Χρυσόστομο (Migne. P.G. τ. 61.32)   Με τη Σταύρωση του Ιησού, όχι μόνον συνετελέστηκε η οικονομία της Ενανθρωπίσεως αλλά και πραγματοποιήθηκε το μυστικό «τέλεσμα» της επίγειας αποστολής του που σφράγισε τη Σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Έτσι ο ζωοποιός θάνατος ολοκλήρωσε το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού.        

           Στη προοιμιακή εικονογραφία των Κατακομβών αποφεύγεται η αποκάλυψη της μυστηριακής σημασίας της Σταυρώσεως και του πνευματικού νοήματός της. Το μυστήριο του Θεανδρικού προσώπου του Ιησού που μας ενσωματώνει στην αδελφότητα της Εκκλησίας αποκαλύφθηκε στη κορυφαία στιγμή του με το   «τετέλεσται». Η βαθειά βίωση της ιερής αυτής στιγμής προκαλεί τη κατάνυξη των δεόμενων και σφραγίζεται με την αποκάλυψη γιατί ο Λόγος περιβλήθηκε με την ανθρώπινη φύση. Έτσι η σιωπή καλύπτει τη σκηνή της μεταβάσεως από την «αδοξία» του κόσμου τούτου στο θρίαμβο του «Βασιλέα της Δόξης του Θεού» και «ο Βασιλεύς υπέρ των ευχομένων αποθνήσκει». (Migne. P.G. τ. 49.403)

           Λίγο πριν τα μέσα του 4ου αιώνα αρχίσουν δειλά οι απεικονίσεις επεισοδίων εκ του Πάθους σε σαρκοφάγους επισήμων προσώπων όπως του Ιουνίου Βάσσου και του Πρόβου που δασώθηκαν στη Ρώμη. και δείχνουν ότι ήλθε η κατάλληλη στιγμή για να εκφραστούν συμβολικά σκηνές όπως τα συμβάντα με το Πιλάτο και με τη μεταφορά του Σταυρού από τον Σίμωνα τον Κυρηναίο. Στο κέντρο συνδυάζεται με το σύμβολο του Σταυρού που στο κορυφαίο σημείο τοποθετείται το Μονόγραμμα του Χριστού, τογνωστό ως Χρίσμα, δοξασμένο μέσα σε στέφανο που επικαλύπτει όπως στο λάβαρο του Μ. Κωνσταντίνου. το τόπο που «γραφόταν η αιτία» της «καταδίκης» του Ιησού για να τον διαπομπεύσει (Μαρκ. ιε΄26). Επάνω στο εγκάρσιο σκέλος του Σταυρού και εκατέρωθεν του κάθετου στύλου, κάθονται δύο «ταχυδρομικά» περιστέρια μεταφέροντα συνήθως μηνύματα ενώ στο έδαφος εκατέρωθεν του στύλου του Σταυρού κάθονται δύο συμβολικά πρόσωπα. Το ένα   παρατηρεί και το άλλο στοχάζεται τα φοβερά συμβάντα. Μόνον στη δεύτερη σαρκοφάγο εμφανίζεται μάλλον προ του Θρόνου του ο Χριστός όρθιος μεταξύ Αποστόλων να κρατεί στη δεξιά του το Σταυρό ως «τη ράβδο της δυνάμεως» του και σύμβολο της ποιμαντορίας του.

           Η πρώτη απεικόνιση που δειλά εξιστορεῖ σαφέστερα τη μνήμη της Εκκλησίας για τη Σταύρωση βρίσκεται στη μεγάλη ξυλόγλυπτη κεντρική θύρα στη βασιλική της Ρώμης που είναι αφιερωμένη στη μάρτυρα Σαββίνα. Αυτό τό έργο μάλλον συνδέεται με τον διαπρέψαντα Άγιο επίσκοπο Ρώμης Κελεστίνο (422-432), που οποίος και πρωτοστάτησε στη διακόσμιση βασιλικών της Ρώμης με έργα απηχούντα ελληνιστική επιρροή με εικόνες από τα προσκυνήματα της Παλαιστίνης. Η περίφημη αυτή θύρα της παλαιοχριστιανικής περιόδου διέσωσε πολλές αρχαίες απεικονήσεις και με απησχήλησε πριν 53 χρόνια, όταν ασχολήθηκα με την εξιχνίαση του εικονογραφικού τύπου της εικόνος της Αναλήψεως (Θ.Η.Ε. τ. Β΄στ. 509-514).

           Ο ξυλογλύπτης ξεκινά πρώτα το έργο του με ολιγοπρόσωπη   εικόνα τη Σταύρωση στο άνω αριστερό μέρος της θύρας, σαν επευλόγηση της αρχής της του έργου που ανέλαβε. Η εικόνα δείχνει το γεγονός που συντελέστηκε στο λόφο του Γολγοθά έξω από τα τείχη της πόλεως των Ιεροσολύμων, που υπονοείται με τα κτίσματα που έχουν ελληνιστικά αετώματα. Στο κέντρο ίσταται όρθιος ο Ιησούς Χριστός ευθυτενής και άκαμπτος με κεφαλή γενειοφόρου με μαλλιά ανδρός και με ανοικτούς οφθαλμούς ως «απαθής» και αθάνατος. Το άχραντο σώμα του είναι γυμνό σώμα και φέρει περί την οσφή μικρό περίζωμα, ενώ τα χέρια του βρίσκονται μάλλον σε θέση «δεήσεως» σαν να επιδεικνύουν τους ήλους που τον συγκρατούσαν στο Σταυρό. Σε μικρότερη κλίμακα παρατίθενται οι προσηλωμένοι ληστές. Οι θέση των χειρών τους   αποτυπώνει και τον διάλογό τους με τον Κύριο που συνετέλεσε στη μετάνοια του ευγνώμονα ληστή και στη προπέτεια του αμετανόητου ληστή. Η όλη παράσταση αποπνέει την προσπάθεια από την Ανατολή και από τη Δύση να ξεκαθαριστεί προοδευτικά το «Χριστολογικό ζήτημα» για να διατυπωθεί το δόγμα για το θείο Πρόσωπο του Ιησού. Σ’ αυτόν τον αγώνα πρωτοστατούν ο Ρώμης Κελεστίνος και ο Αλεξανδρείας Κύριλλος που τελικά και το 431 προεδρεύει στην Έφεσο της Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο.

.    Το πρόσωπο του Ιησού που φιλοτεχνήθηκε στη ξυλόγλυπτη αυτή εικόνα φέρει πλέον τα χαρακτηριστικά της εκ της Ανατολής μορφής του.   Έχει μεγάλη ομοιότητα με τη προτομή του Κυρίου της νωπογραφίας του βρίσκεται στο υπόγειο κοιμητήριο της Κατακόμβη της Κομμοδίλλης. Είναινωπογραφία στο cubiculum (θάλαμου), κάποιου καλούμενου Λέοντα, και χρονολογείται μεταξύ του Δ΄-Ε΄ αιώνα.

Η λιτή αυτή εικόνα είναι από τις πρώτες Σταυρώσεις που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα και οπωσδήποτε αποπνέει το άρωμα του λιβανωτού της ψαλμικἠς ποιήσεως: «Ώριξαν τας χείρας μου και τους πόδας μου… ηρίθμησαν πάντα τα οστά μου». (Ψαλμός κά 17-18). –

                                                            Α.Π.