κατηγορια1

Ο Πάπας Ρώμης Κωνσταντίνος (708-715), ένας γόνος προσφύγων στη Χίο πριν 13 αιώνες

constantin-1

Ο Πάπας Ρώμης Κωνσταντίνος (708-715), ένας γόνος προσφύγων στη Χίο πριν 13 αιώνες

    

 

                                            constantin-1                                        xr-2

 

 

 

 

Ο Πάπας Ρώμης Κωνσταντίνος (708-715)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μιά ιστορική αναδρομή με διδάγματα.

        Ο Πάπας Ρώμης Κωνσταντίνος (708-715), ένας γόνος προσφύγων στην Ανατολή        

                                                                                                                                                                            από τον Αριστείδη Πανώτη

 

Η Ιστορία διδάσκει τα πάντα, ακόμη και αυτό το μέλλον που έχει προεκτάσεις και μέσα στη καθόλου εκκλησιαστική ζωή και παρουσία. Είναι περίεργη ἡ εναλλαγή προσώπων και καταστάσεων που συμβαίνουν στη «Προκαθήμενη της Αγάπης» Εκκλησία της Ρώμης από τά μέσα του 7ου μέχρι του 8ου αιώνα. Όποιος μελετά τις σελίδες αυτές συλλογίζεταί τα σύγχρονα διατρέχοντα και δεν μπορεί να μη συναγάγει κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

 

 

           

 

Τη περίοδο αυτή σημειώνεται μία περίεργη διαδοχή προσώπων στον πρωτεύοντα Αποστολικό Θρόνο της Ρώμης. Οι επίσκοποι της Ρώμης είναι συνήθως Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής από προσφυγικές οικογένειες που κατέφυγαν στη Σικελία και στη Νότια Ιταλία. Αυτοί με τη πνευματικότητα και τη παιδεία τους κόσμησαν ως «ανατολίτες» ή Σύριοι τη πρώτη Καθέδρα της Εκκλησίας. Οι εκ της Μέσης Ανατολής υπήρξαν θύματα της ομαδικής Εξόδου από τη Παλαιστίνη και τη Συρία όταν στην όλη αυτή χώρα στερεώθηκε το Ισλαμικὸ Χαλιφάτο των Ομεϋδών με πρώτο σκληρό χαλίφη τον Μωαβία Α΄. Ο κυβερνήτης αυτός κατασκεύασε μεγάλο στόλο και άρχισε το κατακτητικό του σχέδιο από τη Κύπρο το 648, ἀπ’ όπου εκδίωξε την εκεί τοπική Εκκλησία. Μετά λεηλάτησε τη Ρόδο και τη Κω και εισέπλευσε στη Προποντίδα όπου το 674 εγκατέστησε στη Κύζικο ναύσταθμο και λεηλατούσε τις γύρω παραθαλάσσιες πόλεις και πολιόρκησαν πρώτη φορά μέχρι το 678 από τη θάλασσα και τη ξηρά τη Βασιλεύουσα. Τέλος ο βυζαντινός στόλος το 679 έκαψε τα σκάφη του μαχητικού Μωαβία με τη μυστική ευρεσιτεχνίας του Καλλίνικου, το «ελληνικό υγρό πυρ» και αυτή η υπεροπλία ανάγκασε τον χαλίφη να επιστρέψει στη Συρία. Μήπως αυτά σας θυμίζουν κάτι σύγχρονο που συμβαίνει με τη προσπάθεια να ανασυσταθεί και πάλι στον ίδιο τόπο ένα «Χαλιφάτο» ;

             Οι συνέπειες της εξόδου από τη Κύπρου της Εκκλησίας της συνεχίστηκαν μέχρι το 698 και χρειάστηκε να θεραπευθούν από την εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδος του 681 με τον ΛΘ΄ (39) κανόνα της «Περί των προνομίων του Κύπρου Ιωάννου της Νέας Ιουστινιανουπόλεως». Με αυτή την απόφανση παραχωρήθηκε ο ναύσταθμος της Κυζίκιου του Μωαβία και η περιοχή της στην Ιεραρχίας των Κυπρίων μέχρι να απαλλαγεί το νησί από τα δεινά των αραβικών επιδρομών από τον βυζαντινό στόλο. Σε έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ η εκχωρηθείσα περιοχή κλήθηκε «Νέα Ιουστινιανή», όπως άλλοτε είχε κληθεί «Πρώτη Ιουστινιανή» η θεωρούμενη γενέτειρα Ιουστινιανού Α΄, παρά το σημερινό Λέσκοβατς της νοτίας Σερβίας. Εξ αυτού και μέχρι σήμερα ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου φέρει στη φήμη του αυτό τον «εξαρχικό» τίτλο, που τονσυνδέει με τη Μεγάλη Εκκλησία.

           Αυτό τον 39ο κανόνα κυριολεκτικά τον ανέκρινε η Κανονικὴ Επιτροπὴ του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 17 Ιανουαρίου 1928 για να επιλύσει το ζήτημα διοικήσεως των μητροπόλεων των Νέων Χωρών και να προστατεύσει εσαείτα Προνόμια του Οικουμενικού Πατριάρχου και τα Δίκαια του Θρόνου του, όπως τότε των Κυπρίων μετά το μεγάλο διωγμό της Εκκλησίας και του ποιμνίου της (1915-1923) από την Ανατολή στη δυτική πλευρά της δικαιοδοσίας του, όπου είναι ελληνική επικράτεια. Ως «μέτρο κρίσεωςτης κανονικής ασφάλεια» της διωκόμενης Εκκλησίας της Ανατολής από τις συνέπειες της μεγαλύτερης μετά την Άλωση Εξόδου των Ελληνορθοδόξων από τη Μικρασία και την ανατολική Θράκη, τέθηκε το προηγούμενο των διωγμών της Εκκλησίας της Κύπρου απὸ τους Άραβες. Ο κανόνας αυτός ειδικά αναλύθηκε γιατί παρέχει πολύτιμα κανονικά συμπεράσματα για την οργάνωση μίας «εμπερίστατης εκκλησιαστικής καταστάσεως» προς περιφρούρηση των προνομίων του πάνσεπτου Θρόνου μέσα στην ελληνική επικράτεια. Στην επικράτεια αυτή οι προσφυγικοί πληθυσμοί συνοικούν στην αυτήν δικαιοδοσία του Θρόνου, που συνυπάρχει και η δωρηθείσα το 1850 «αυτοκεφαλία»και ταυτίζονται τα συμβάντα της Μικρασιατικής Καταστροφής με εκείνα που συνέβησαν προ 14 περίπου αιώνων στη Κύζικο, που ήταν πάντα επαρχία της Μητρός Εκκλησίας, Εξ αυτών για να διασφαλιστεί απόλυτα η κυριαρχία του Θρόνου στις επαρχίες των Νέων Χωρών προστέθηκε ως ρητόςόρος κατά τη σύνταξη της «Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928» ότιηανάθεση της συνδιοικήσεως των πατριαρχικών μητροπόλεων στη μεικτή Σύνοδο των Αθηνών είναι σαφώς «επιτροπική» κατάσταση. Γι’ αυτό όσοι οιστρηλατούνται με φρούδες ελπίδες της παραγραφής ή της υφαρπαγήςεκ της «χρησικτησίας» των Δικαίων της Μητρός Εκκλησίας και πρόσφατα διαταράσσουν τις σχέσεις Φαναρίου και Αθηνών. Ας καταλάβουν καλά ότι στα εκκλησιαστικά ποτέ δεν ευοδώθηκαν τυχοδιωκτισμοί από το Κανονικό Δίκαιο και μάλιστα όταν δείχνουν την ταυτότητα κουφότητας αδιάβαστων υποκινητών.

                 Πολλές ορθόδοξες οικογένειες ελληνιστικής καταγωγής της Συρίας, μετά την απόλυτη κυριαρχία της ομεϋαδικής φατρίας στη Δαμασκό, δεν θέλησαν να εξισλαμιστούν και γι’ αυτό έφυγαν στη χριστιανική Δύση, Είχαν την ίδια γνώμη περί του Ισλάμ με τον συμπολίτη τους πατέρα Ιωάννη τον Δαμασκηνός, Ότι πρόκειται για μία νέα μαχητική και αδίστακτη αίρεση που για να εγκατασταθεί ξεκαθάριζε το κατακτηθέν έδαφος παλαιότερων ιστορικών πολιτισμών. Γόνοι των προσφύγων αυτών του αραβικού επεκτατισμού προστατεύθηκαν το τελευταίο ήμισυ του Ζ΄ αιώνα από την Εκκλησία της Ρώμης και τελικά εντάχθηκαν στις τάξεις της γιατί τότε αυτή ανέπνεε ακόμη και με τον «ανατολικό πνεύμονα», κάτι πολύτιμο ακόμη και για τη μελλοντική ταραχώδη μακρά περίοδο της Εικονομαχίας στην Ανατολή. Τότε διακόνησαν την Καθέδρα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου αξιόλογες προσωπικότητες ιεραρχών. Από την ελληνόφωνη Σικελία προέρχονται το 678-682 οι Πάπες: Αγάθων και Λέων Β΄. Το 685 εκλέγονται ο Σύριος Ιωάννης Ε΄ και το 686 ο Θρακιώτης Κόνωνας, ενώ από το 687 Πάπες εκλέγονται ο Σύριος Σέργιος Α΄ και το 701 ο εξ Εφέσου Ιωάννης ΣΤ΄. Αλλά και το 705 αναδεικνύεται Πάπας και πάλι ο Έλληνας εκ Καλαβρίας ο Ιωάννης Ζ΄, όπως και το 708 ο Σύριος Σισίννιος, που ποίμανε τη Ρώμη 20 μόνον μέρες, όπως το 1978 ο από πατριάρχης Βενετίας Ιωάννης-Παύλος Α για 33 μόνον ημέρες.  

                 Στη δεύτερη περίοδο βασιλεία του Ιουστινιανού του Β΄, γνωστού στην Ιστορία για τον ακρωτηριασμό του από τους αντιπάλους του ως Ρινότμητου (705-711), εκλέγεται επίσκοπος Ρώμης και πάλι ένας γόνος προσφυγικής ελληνικής οικογένειας από τη Συρία με το όνομα Κωνσταντίνος που είναι και ο μοναδικός Πάπας με το δημοφιλές αυτό όνομα. Ο αυτοκράτορας θέλησε, όπως το κράτος ήταν ετοιμοπόλεμο, για τον ελλοχεύοντα από το νότο αραβικό κίνδυνο και η Εκκλησία να λειτουργεί άψογα ως μία απόλυτα συντεταγμένη ενιαία δύναμη. Γι’ αυτό και συγκάλεσε το 691 τη Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, προκειμένου να ρυθμιστούν ορισμένες εκκρεμότητες «κανονικής τάξεως» των προηγηθέντων Ε’ και ΣΤ’ Οικουμενικών Συνόδων και να κανονιστούν ομοιόμορφα διατάξεις που ποικίλλουν μέσα στους ιερούς κανόνες. Όμως σ’ αυτή τη Σύνοδο δεν παράστησαν επίσημοι   εκπρόσωποί του πάπα Σεργίου Α΄ με συνέπεια όταν του υποβλήθηκαν οι αποφάσεις της να αρνηθεί να τις υπογράψει με αποτέλεσμα ρήξη σχέσεων των Εκκλησιών της Παλαιάς και της Νέας Ρώμης. Και τούτο γιατί η Ρώμη πίστευε ότι η Σύνοδος συνεστήθη για να περιφρουρήσει την εκκλησιαστική τάξη κατά τις παραδόσεις της Ανατολής και υπέθαλψε τη περιφρόνηση των αρχαίων παραδόσεων της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.

               Η αρχιερατεία πάπα Κωνσταντίνου συνέπεσε με ταραχώδη εποχή στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του και για τη διακυβέρνησή της χρειάζοταν σύνεση και περίσκεψη. Οι Λογγοβάρδοι που ήταν «Αντιτριαδικοί» κατείχαν μεγάλο μέρος της Βόρειας Ιταλίας, ενώ η εξουσία του αυτοκράτορα αναγνωριζόταν συνήθως στο νότιο τμήμα της Ιταλίας, όπου ο πληθυσμός ήταν κυρίως ελληνικής καταγωγής και ορθὀδοξος, όπως και το προπύργιο της Ορθοδοξίας που ήταν η Εκκλησία της Ρώμης. Όμως το διοικητικό κέντρο της Κων/πόλεως βρισκόταν πολύ μακριά και τότε ήταν εξεραιτικά δύσκολες οι συνθήκες επικοινωνιών. Η βυζαντινή Εξαρχία της Ραβέννας έτεινε σε αποστασία από τη βασιλεύουσα «γιατί διοικητικά είχε μεν αυτονομηθεί» από Παλαιά Ρώμη επί Ιουστινιανού Α΄, σύμφωνα με το δόγμα της Χαλκηδόνος περί «περιχώρηση των δύο φύσεων εν Χριστώ», που εφαρμόστηκε και στην Εκκλησία ως περιχώρηση των δύο διαφορετικών δικαιοδοσιών της Α΄& Β΄ Ρώμης, της μίας δικαιοδοσίας μέσα στη άλλη για να εξαίρεται η ενότητα της Μιάς εν Χριστώ Εκκλησίας. Όμως για να μη θιγεί η ουσιώδης για την Εκκλησία ευχαριστιακή ενότητα με τη βασική πηγή της καθ’ έκαστης αποστολικής αρχιεροσύνης, καθορίστηκε τη χειροτονία του Ραβέννας να την διενεργεί υποχρεωτικά ο επίσκοπος της Ρώμης. Όμως ο νεοεκλεγείς αρχιεπίσκοπος Ραβέννας Φήλικας, εξωθείται από φυγόκεντρη τάση. Αυτή που σήμερα τη καλούσαμε και «εθνικισμό» που ήταν ενισχυμένος και από τον «τοπικισμό» των αρχόντων της βυζαντινής Ραβέννας και αρνήθηκε υπακοή στο θεσμικό Κέντρο της Ρώμης, θέλοντας να διεκδικήσει την πλήρη μετατροπή της «αυτοδιοικήσεως», όπως είναι η «αυτοκεφαλία», στην «αυτοκεφαλαρχία» του. Η διεκδίκηση αυτή έλαβε μορφή εμφύλιας διαστάσεως και προκάλεσε πολλά δεινά στη πόλη με την εντολή του αυτοκράτορα για στρατιωτική καταστολή υπό το στρατηγό Θεόδωρο. ο οποίος συνέλαβε τον αρχιεπίσκοπο και τους πρωταίτιους και τους εξόρισε στον Πόντο. Ο πάπας Κωσταντίνος διαμαρτυρήθηκε για τη σκληρότητα των μέτρων και όταν ο τραυματισμένος Φήλικας δήλωσε υπακοή στη κανονική τάξη τον αποκατέστησε στο θρόνο του. Αυτά φέρνουν στη μνήμη μου επάλληλες ακάνονες προκλήσεις ιεραρχών της ελλαδικής αυτοκεφαλίας πονηρευόμενων να υποκλέπτουν το προνόμιο του Πατριάρχου για στις χειροτονίες στο κλίμα του, καθώς και τη «μνημόνευσή του» ως δήθεν «συνέταιρου»με τη δοτή υπ’ Αυτού Σύνοδο των Αθηνών με ακάνονες νομικές ρυθμίσεις. Αυτά διαπράττονται γιατί αποκρύπτουν από το πλήρωμά τους ότι δεν υπάρχουν ρήτρες ή ιεροί κανόνες πού να επιτρέπουν τη πολυδιάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας, μάλιστα μέσα στην ίδια δικαιοδοσία, όταν υπάρχει και ζεί το ίδιο και αυτό Γένος, όπως συμβαίνει στη ελληνική επικράτεια. Εξ άλλου σε ὀλα τα Συντάγματα της χώρας μας αναγνωρίζεται ως Προκαθήμενη της τοπικής Εκκλησίας μόνον η Ιερά Σύνοδο γιατί ποτέ κανείς δεν σκέφτηκε να χαρίσει το ύπατο αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη σε άλλο γειτονικό γένος και κράτος! Όμως η δοτή αυτή Σύνοδος προεδρεύεταιαπό τον πρώτο τη τάξει μητροπολίτη της πρωτεύουσας, που μόνος του δέχθηκε το 1923 τον τίτλο του αρχιεπισκόπου για τον οποίο ξέρουμε «από την τάξη των θρόνων» στην Εκκλησία μας ότι είναι κατώτερος του μητροπολίτη! Αυτά δείχνουν «Εκκλησία πονηρευόμενων» ( Ψαλμ. ΛΕ΄( 35 ). 4-5).

               Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ προσκάλεσε τον πάπα Κωνσταντίνο στη βασιλεύουσα για τη διευθέτηση των διαφωνιών μεταξύ των δύο Αποστολικών Θρόνων της Ρώμης, ιδίως για μερικούς από τους 102 κανόνες της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν όλοι νέες διατάξεις. Άλλοι ερμηνεύουν, τροποποιούν, καταργούν, διαγράφουν, ανανεώνουν, συμπληρώνουν, ακόμη και καταργούν παλαιότερους. Άλλοι μονομερώς αναθεωρήθηκαν και προσαρμόστηκαν στα τρέχοντα δεδομένα από τους συνοδικούς. χωρίς βέβαια να προσβληθεί ο Παράκλητος της Εκκλησίας, γιατί η ενότητα της Εκκλησίας πρέπει να περιφρουρείται από διαφωνίες που την απειλούν.

           Στις αρχές του Φθινόπωρου, στις 5 Οκτωβρίου του 710, ο πάπας Κωνσταντίνος με μεγάλη συνοδεία επισκόπων και λοιπών κληρικών της αυλής του, ξεκίνησε διά θαλάσσης με ένα μεγάλο δρόμωνα για τη βασιλεύουσα. Αφού διήλθε διάφορες πόλεις της Κάτω Ιταλίας και πέρασε την Αδριατική διέπλευσε το Ταίναρο και το Μαλέα και έφθασε στο Καφηρέα απ’ όπου έλαβε γραμμή προς το Αιγαίο με πρώτο σταθμό τη νήσο Χίο. Τα ταξίδια εκείνη την εποχή ήταν πολυήμερα και κοπιώδη γιατί δεν υπήρχαν πάντα ούριοι άνεμοι.   Διακόπτονταν για ανάκτηση δυνάμεων των πλεόντων και των πληρωμάτων και για τροφοδοσία. Στη Χίο η άφιξη του Πάπα ήταν σπουδαίο γεγονός για τη τοπική Εκκλησία και πραγματοποιήθηκε η κατά τη τάξη η υποδοχή με τις προσήκουσες στο ύπατο αξίωμα τιμές του αφιχθέντος. Πιθανόν τότε και να ζούσε ο επίσκοπος Γεώργιος, ο οποίος μετείχε στην Πενθέκτη Σύνοδο. Ο Πάπας ευλόγησε «επ’ εκκλησίαις» τον κλήρο και τον λαό κατά την εκ παλαιού κρατούσα παπική τάξη. Η φιλοξενία ήταν αβραμιαία από τους Χιώτες και ο Πάπας ευλόγησε τα αγαθά τους. Μετά από ολιγοήμερη παραμονή με θερμές εκδηλώσεις αναχώρησε από τη νήσο και διήλθε δυτικά της Λέσβου κατευθυνόμενος προς τα Δαρδανέλια. Εκείθεν δια της Προποντίδας έφθασε στη Κωνσταντινούπολη.

               Η εκεί υποδοχή του πάπα Κωνσταντίνου ήταν αντάξια της σπουδαίας αφίξεώς του στη βασιλεύουσα. Εκ μέρους του αυτοκράτορα υποδέχεται τον Πάπα ο πατρίκιος Τιβέριος και του εγχειρίζει επιστολή ότι ο άναξ τον αναμένει στη σπουδαία συμπρωτευούσα Νικομήδεια που βρισκόταν εκεί λόγω των στρατιωτικών αναγκών. Η Μεγάλη Εκκλησία εκπροσωπείται από τον «εν Αγἰοις» πατριάρχη Κύρο (706-711) με τη Σύνοδό του και το κλήρο της Πόλεως.   Από εκεί ανέβηκαν όλοι λιτανευτικά στη βασιλική «της του Θεού Σοφίας» για τη ιεροτελεστία της «δοξολογίας Προκαθήμενου» κατάτην κρατούσα τότε τάξη. Ο Πάπας προκάθεται της ιεροτελεστίας και τιμάται από το κλήρο και τις αρχές, ψαλλόντων των πολυμελών χορών. Πιθανότα φιλοξενήθηκε στα παραθαλάσσια ανάκτορα του Βουκολέοντα, που βρίσκονταν πλησίον του ναού Σεργίου και Βάκχου, τη σημερινή Μικρή Αγιά-Σοφιά, ο οποίος είχε παραχωρηθεί στην Εκκλησία της Ρώμης ως μετόχι για να παραμένει εκεί ο αποκρισιάριος του Πάπα, Αν κρίνουμε την όλη υποδοχή του Πάπα στη Πόλη από τα μετά ταύτα τελεσθέντα στη Νικομήδεια δεν θα πρέπει αυτά να αφίσταται σε μεγαλοπρέπεια από την μετά ταύτα διατυπωθείσα τάξη του «αυτοκρατορικού πρωτοκόλλου» της «Βασιλείου Τάξεως» Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Ο πάπας Κωνσταντίνος μετά από παραμονή μερικών ημερών στη Πόλη για προσκυνηματικούς λόγους μετέβη δια του Αστακινού κόλπου στην Νικομήδεια προς συνάντηση του αυτοκράτορα.

           Η πόλη της Νικομήδειας είχε σκληρά δοκιμαστεί από τις επιδρομές του Μωαβία. Η στρατιωτική σπουδαιότητά της επέβαλε την ανασυγκρότησή της για ασφάλεια της πρωτεύουσας γιατί ήταν ο συγκοινωνιακός κόμβος προσβάσεως για τη Μικρά Ασία. Εξ αυτού και η επίσημη υποδοχή του Πάπα από τον Αυτοκράτορα έγινε σ’ αυτή την ξακουστή τότε πόλη επιφανών Καισάρων και πολλών μαρτύρων της πίστεως κατά τούς διωγμούς.     Η συνάντηση του πάπα με τον αυτοκράτορα περιγράφηκε από χρονικογράφους της εποχής ως θερμότατη. Εγκάρδια αλληλοασπάσθηκαν και συνοδευόμενοι από τον τοπικό ιεράρχη, πιθανόν να ήταν ακόμη ο Πέτρος, που και αυτός συμμετείχε στη Πενθέκτη Σύνοδο, έφθασαν στο Καθεδρικό ναό, μάλλον μετά ταύτα τιμώμενο στη μνήμη του Καισαρείας Μ. Βασιλείου. όπου και το ιερό λείψανο της χειρός του που φυλάσσεται από το 1922 στο ενταύθα συνοδικό παρεκκλήσιο. Εκεί προεξάρχοντος του Πάπα πραγματοποιείται μεγαλειώδες συλλείτουργο «ελληνίδι και λατινίδι τη φωνή» κατά τη ρωμαϊκή λειτουργική τάξη (Missarumsollemnia) που διαμορφώθηκε μεταξύ του 6ου και του 8ου αιώνα.Κατά τη «Communicatio», «ο αυτοκράτορα δέχθηκε τη Μετάδοση των Αχράντων Μυστηρίων από τα χέρια του Πάπα». Μετά την υποδοχή ακολούθησαν οι συναντήσεις για τους αμφιλεγόμενους κανόνες της «Πενθέκτης».  Σ΄ αυτές συμμετείχε και ως επίλεκτο μέλος της συνοδείας του Πάπα και ένας χαρισματικός διάκονος που μετά τον διαδέχθηκε στη Καθέδρα της Ρώμης ως Γρηγόριος Β΄. Τότε μελετήθηκαν οι μή αρεστοί θεσπισθέντες κανόνες υπό της Συνόδου που συντάχθηκαν χωρίς τη συμφωνία της Αγιώτατης Εκκλησίας των Ρωμαίων. Αυτοί ήταν κυρίως εξ (6): ο 1ος, που επαναλαμβάνει τα της καταδίκης του πάπα Ονωρίου και οι 2,13,36, 55, 67, και ο 82 και γι’ αυτό αρνήθηκε ο πάπα Σέργιος (687-701) για να τους υπογράψει. Μεταξύ αυτών ήταν εκείνος που κατέκρινε τη νηστεία των Σαββάτων της Τεσσαρακοστής στη Δύση (55 καν.) και εκείνοι που επέβαλαν την εγκυρότητα των 85 των Αποστολικών κανόνων, ενώ η Ρώμη δεχόταν μόνον τους πρώτους 50. Οι κανόνες αυτοί τέθηκαν για να επιβάλλουν την ομοιομορφία λειτουργικών και εκκλησιαστικών εθίμων και τύπων σε όλη την οικουμένη. Επίσης διαφωνία υπήρχε γιατί δεν καταργήθηκε ο Αναβαπτισμός των βαπτισθέντων υπό αιρετικών, αφού αυτός δίδεται «εις άφεσιν αμαρτιών» και κυρίως ενοχλητικοί ήταν οι κανόνες 13, 36, περί «ίσων πρωτείων» των δύο θρόνων της Ρώμης που αυτοί κατά τούς εκ δύσεως θεολόγους μείωναν τη πρωθιεραρχική τιμή του διαδόχου των δύο Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Αυτό δεν κρίθηκε ενέργεια συμβατή προς τις αποστολικές παραδόσεις, που συνομολογούσαν απόλυτη «συμφωνία» στα απαραίτητα δόγματα της πίστεως και «οικονομία» και ανοχή στις δευτερεύουσες διαφορές ηθών κι εθίμων μεταξύ των Εκκλησιών. Τελικά με το Διάλογο «βρέθηκαν κοινά αποδεκτές θέσεις» και οι δύο πλευρές υπέγραψαν «συμφωνία» με την οποία κρατήθηκε η εγκυρότητα μόνο του 50% εκ των 102 κανόνων αυτής της Συνόδου.

             Μετά από πολύμηνη περιοδεία με τον παπικό δρόμωνα στις παραθανάσιες πόλεις της Προποντίδας, του Αιγαίου και της Πελοποννήπου, επέστρεψε ο πάπας Κωνσταντίνος μετά ένα περίπου έτος στη Ρώμη στις 24 Οκτωβρίου του 711. Φθάνοντας όμως εκεί μαθαίνει ότι ο κυβερνήτης της Ραβέννας Ιωάννης Ριζοκόπος, εκμεταλλευόμενος τη μακρά απουσία του πάπα στην Ανατολή, εκδικήθηκε με σφαγή κληρικούς που στον Εμφύλιο διαμάχη στήριξαν την κανονική τάξη υπέρ των δικαίων της Καθέδρας του Ρώμης. Σε λίγο καιρό έφθασε μήνυμα της πολιτειακής αναρχίας στη βασιλεύουσα που κατέληξε στη τραγική δολοφονία και διαπόμπευση του Ιουστινιανού Β΄από τούς αντιπάλους του. Αυτή η τραγική εσωτερική αναστάτωση χωρία σταθερή μορφή αυτοκράτορα κράτησε εκεί επί μία διετία μέχρι την αναγόρευση στις 4 Ιουνίου του 713. του Αναστασίου ως νέου αυτοκράτορα. Ο Πάπας κοιμήθηκε στις 9 Απριλίου 715 και τάφηκε, όπως και ο προκάτοχός του Ιωἀννης Ζ΄, στη κρύπτη του Αγίου Πέτρου.

         Η επίσκεψη στην Ανατολή του «εκ των προσφύγων» της Συρίας ελληνικής καταγωγής πάπα Κωνσταντίνου ανανέωσε την εν Χριστώ αδελφότητα της Μίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπως κάθε σχέση Προκαθήμενων των δύο αδελφών Εκκλησιών της Ρώμης.   Παρά τα διαδραματιζόμενα όπως τότε, αλλά και σήμερα πολιτικά γεγονότα από κάποιο εξοντωτικό δήθεν «Χαλιφάτο», «αποδεικνύεται η εν τη ενότητι ισχύς της Εκκλησίας». Η αγάπη με τη «Προκαθήμενη» Εκκλησία, παρά τα επάλληλα και τραγικά λάθη που συνέβησαν στο παρελθόν, όχι πάντα τόσο με εκκλησιαστικές ευθύνες, αρκετά δοκίμασαν τον ιερό δεσμό της αδελφότητός τους. Η Ιστορία θυμάται αυτά τα γεγονότα για να συνετιζόμαστε και όχι να εκβαρβαρούμεθα από τον γελοιοδέστατο και βλακώδη φανατισμό κορυβαντιόντων, οι οποίοι ξεχνούν το ομηρικό, επί τέλους: «Αιδώς Αργείοι»! (Ιλιάδα ε΄787).