Προς «Κυκλευτάς και τοις αγγέλοις τη πομπή αυτών»

Σχόλιο γιὰ τὴ ποιότητα του ελλαδικού αντιρρητισμού.

Του καθηγητή Αριστείδη Πανώτη

 Μ. Ιερομνήμονα του Οικουμενικού Θρόνου

 

kiklrutas

Ἡ κόλαση τῶν κάθε λογῆς κυκλευτῶν. Ψηφιδωτό τοῦ ΙΑαπὸ τὸ Παλέρμο.  

 

             

   Κατὰ τὸ Ἁγιορείτικο γλωσσάριο «κυκλευτὴς» εἶναι κάθε καλόγηρος, και κατ’ ἐπέκταση κληρικὸς ἢ λαϊκός, ποὺ δὲν στεριώνει πουθενὰ καὶ ἀποζητᾶ πάντα καὶ παντοῦ δόλιους ζηλωτικούς τρόπους γιατί θέλει νὰ αὐτοπροβληθεῖ και νὰ διαδόσει ἀκόμη καὶ μὲ ψευδώνυμο τίς φαντασιώσεις του ποὺ ἔμαθε στοὺς παρεκκλησιαστικοὺς κύκλους του. Ἡ λαϊκὴ σοφία προειδοποιεῖ ὅτι: «Λαγὸς τὴν φτέρη ἔσειε, κακὸ τοῦ κεφαλιοῦ τοῦ ἔκανε»!

Ἀπὸ καιρὸ διαπιστώνω τὴν νοθεία τοῦ ἐνταύθα ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καὶ αἰσθάνομαι ὡς τὸ ἐλάχιστο μέλος τῆς Ἐκκλησίας τὸ χρέος νὰ ἐπισημάνω τὴν προπέτεια ὅσων κακοποιοῦν ἱστορικὲς ἀλήθειες ἐπειδὴ νομίζουν ὅτι εἶναι οἱ μόνοι ἑρμηνευτές ἐπὶ γῆς τῆς «συμφωνίας τῶν Πατέρων». Κοντὰ σ’ αὐτοὺς ἀσχημονοῦν καὶ μερικοὶ ἄλλοι ποὺ ἀνδρώθηκαν σὲ ὀργανωσιακὰ οἰκοτροφεῖα μὲ τὴν καθοδήγηση μαινόμενων ἱεροκηρύκων ὡς Αἴαντων Τελαμόνιων. Ὅλοι αὐτοὶ εἴτε ὡς νέοι, εἴτε ὡς μεσήλικες, εἴτε τώρα καὶ ὡς γέροντες ξεπετάγονται μὲ ἀναίδεια καὶ θρασύτητα μέσα ἀπὸ τὰ διάφορα «χωνιὰ» τῶν ἰστότοπων σὰν τοξικὰ μανιτάρια ποὺ αὐγαταίνουν στὴν ἑκάστοτε κοπριὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κακοδαιμονίας γιὰ νὰ προωθοῦν στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τὸ «Σύνδρομο τῆς Διαστάσεως» μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτὴ ἡ «δυσεβὴς» ἐπιθετικότητα ἀποσκοπεῖ τελικὰ νὰ δυσφημεῖ στὶς ἡμέρες μας τὴν ἀπὸ αἰώνων πάγια γραμμὴ τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας γιὰ τὴν συναγωγὴ τῶν ἐν Τριάδι βαπτισμένων προκειμένου νὰ κλονίσουν τὴν ἐμπιστοσύνη στὸν Ἱερὸ Θεσμὸ τοῦ Γένους μας, καθὼς καὶ σὲ πρόσωπα φέροντα ἀξιώματα.

 

               1.Ἕνας Κανονολόγος τοῦ περασμένου αἰώνα, ποὺ τιμήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας ὡς «πρῶτος τῇ τάξει» ἱεράρχης, ὁ Καισαρείας Καλλίνικος Δεληκάνης σπούδασε στὰ νιάτα του τὸ Κανονικὸ Δίκαιο τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας σὲ περίφημες Σχολὲς τῆς Ρώμης καὶ ἒγινε λατίνος ἱερέας. Ὃμως τελικὰ ὡρίμασε καὶ προσῆλθε στὴν Ὀρθοδοξία χωρὶς νὰ ἀναχειροτονηθεῖ σὲ ἐποχὴ μάλιστα αὐστηρῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν. Τότε, καθὼς καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἡ Ἐκκλησία μᾶς σεβομένη τὸ ἀνεξάλειπτο τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης δὲν διέπραξε αὐτὸ ποὺ συνέβη πρόσφατα μὲ τὴν «ἀναχειροτονία» προσελθόντος στὴν Ὀρθοδοξία Κόπτη ἱερέα, κάτι ποὺ ἔχει θλιβερότατο ἀντίκτυπο στὶς σχέσεις τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ εἰδικά τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας μὲ τὴν μαρτυρικὴ Κοπτικὴ Ἐκκλησία. Ἔτσι ἡ ἐνταύθα Διοικοῦσα Ἐκκλησία θὰ πρέπει πλέον νὰ σκέπτεται σοβαρὰ τὴν συνάντηση μὲ τὸν νέο ἐξαίρετο Κοπτορθόδοξο πατριάρχη Μάκ. Θεόδωρο Β΄, ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀπερισκεψίας. Ὁ Πατριάρχης αὐτὸς εἶναι ὁ πλησιέστερος στὴν Ἐκκλησία μας ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλο Προκαθήμενο στη Μέση Ἀνατολής, Αὐτὸ τὸ φρονοῦσε ὁ Ἃγιος Νεκτάριος, καθὼς καὶ ὁ σπουδαῖος κανονολόγος πρ. Νευροκοπίου Γεωργίου Παπαγεωργιάδη, ποὺ εἶχε σειρὰ συναντήσεων καὶ συνομιλιῶν μαζί μὲ τοὺς Κοπτορθοδόξους μέχρι το 1958. Δυστυχῶς αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ προσβάλουν τὰ θετικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τοὺς πρόσφατους Διαλόγου, αὐτὰ ποὺ παρουσίασε στὴ Σύνοδο ὁ μακαριστὸς Νικοπόλεως Μελέτιος, καὶ ἔφυγε πικραμένος ἀπὸ τὴν βραδύνοια ὅσων δέχονται κελεύσεις ἐκ τῶν   παρελθοντολογων !

 

       Ὁ ἀοίδιμος λοιπὸν Καισαρείας Καλλίνικος, ποὺ ἦταν βαθύτατος μύστης τῶν Ἱερῶν Κανόνων ὑποστήριζε ὅτι: «ὅποια θέση θέλω νὰ ὑποστηρίξω συμφωνούν καὶ οἱ ἱεροὶ Κανόνες»! Καὶ αὐτὸ γιατί ὑπάρχουν τόσοι ἀντιφατικοὶ κανόνες κανο0νισμένοι, εἰδικὰ στὴ συλλογὴ τοῦ λεγόμενου «Πηδάλιο», ὅπου γιὰ κάθε ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα βρίσκονται εὔκολα καὶ τὰ κατάλληλα ἀντίθετα κανονικὰ παραγγέλματα! Τὴν ἀντιφατικότητα αὐτὴ διεπίστωσαν πολλοὶ εἰδικοὶ θεολόγοι τοῦ 19ου καὶ 20ου αἰώνα καὶ γι’αὐτὸ προτάθηκε πρὸς μελέτη τὸ θέμα τῆς «Κωδικοποιήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων» στὸ Α΄ Συνέδριο τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίαςποὺ πραγματοποιήθηκε στὴν Ἀθήνα 20/11 μέχρι 4/12 τοῦ 1936. Ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ θέμα αὐτὸ ἐντάχθηκε γιὰ νὰ μελετηθεῖ ὡς πρῶτο διοικητικὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου τὸ 1961. Ἑπομένως, μόνον κακόπιστα μυαλὰ μποροῦν νὰ ἐμπλέκουν τὸ θέμα τῆς διδακτορικῆς διατριβῆς τοῦ Πατριάρχη μας μὲ δήθεν πρόθεση καταργήσεως τῶν ὑπαρχόντων κανόνων γιὰ τὴ «συμπροσευχή».

 

         2. Τελευταία οἱ διάφοροι «ἑρμηνευτές» τὼν Ϊερῶν Κανόνων ἐκτινάζουν καυστικούς κανονικοὺς μύδρους κατὰ της συμπροσευχῆς μὲ τοὺς ἐτεροδόξους, Ἓνας ἐξ αὐτὼν ἐκ Πατρῶν κορδώνεται ὡς «κανονολόγος» φαίνεται ὃτι ἀγνωεῖ πώς ὅταν μεταβάλλονται οἱ συνθῆκες ποὺ τὸν ὑπαγόρευσαν ὁ Παράκλητος δὲν ἐγκατέλειψε τὴν Εκκλησία του καὶ ὁ ὁρισμὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μας λέγει πὼς : «ἐξ ἀνάγκης καὶ μετάθεση νόμου γίνεται» (Ἑβρ. ζ΄12). Εἶναι γνωστὸ ὅτι κοντὰ στὴν «Ἀκρίβεια» ποὺ συντηρεῖ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει καὶ ἡ λογικὴ παρέκκλιση τῆς «Οἰκονομίας», ποὺ δὲν θίγει τὸ δόγμα, οὔτε καὶ ἀκυρώνει τὸ βασικὸ πνεῦμα τοῦ κανόνα. Ἑπομένως,ἐξ αἰτίας τῆς ἀλλαγῆς τῶν ἀρχικῶν συνθηκῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες τέθηκε ἕνας κανόνας, αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ καὶ διαφορετικὰ γιὰ νὰ ἀνασταλεῖ κάθε τί ποὺ ἐμποδίζει τὴν πορεία σωτηρίας τῶν ψυχῶν. Γι’ αὐτὸ ὁ Μέγας Βασιλεῖος συμβούλευσε ὅταν προέκυψε ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν «Ὁμουσιανῶν» καὶ «Ὁμοιουσιανῶν» τὴν «χρονικώτερη συνδιαγωγὴ καὶ τὴν ἀφιλονεικότερη συγγυμνασία» γιὰ ὄσους ἀποδέχονταν τὴν Τριαδικὴ βάση τῆς Θεότητος κατὰ τὰ συμφωνηθέντα στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ὡς γνωστὸν στὰ χρόνια του Μ.Βασιλείου ἡ λέξη «αἵρεση» ἀποδιδόταν κυρίως σὲ ἐτερόθρησκους καὶ σὲ ἀλλοτριωμένους ἀπὸ ἀντιτριαδικὲς ἀντιλήψεις. Ἒτσι, οἱ διαφωνοῦντες στὴ τότε θεολογικὴ «ὁρολογία» περὶ τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος και κατ’ ἐπέκταση στὸν καθορισμὸ τῆς πίστεως περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καλοῦνται νὰ συμφωνήσουν στὴ «συγγυμνασία» μὲ τὴν ὀρθόδοξη εὐσέβεια. Τὴν θέση αὐτὴ ἀκολουθοῦν καὶ ὅσοι σήμερα «συμπροσεύχονται», ἀλλὰ καὶ οἱ διάφοροι Οἰκουμενικοὶ Ὀργανισμοί, ὅπως τὸ Π.Σ.Ε., Ε.Σ.Ε κ.τ.λ. Ἐξ αὐτοῦ καὶ οἱ σημερινοὶ ἀντιτριαδικοί, ὃπως οἱ Χιλιαστές, Κουάκεροι, Μενονίτες, Στρατὸς Σωτηρίας, Χρ. Ἐπιστήμη κτλ., ἐφ’ ὄσον δὲν συμμετέχουν διὰ τῆς ἴδιας αὐτῶν Ὁμολογίας στὴν Θεία ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκλείονται ἀπὸ τὶς συμπροσευχές!

 

             Στὸν πανίερο τόπο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ποὺ περιγράφει τόσο ζωντανὰ ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, οἱ προσευχὲς παρ’ ὅτι γίνονται κατὰ «τὴν ἰδία τάξη σὲ ἴδιους τόπους» ἔχουν χαρακτήρα «κοινῆς προσευχῆς» γιατί ὅλοι οἱ συγκεντρωμένοι εἶναι ἑνωμένοι «ἐν Χριστῷ» μὲ τὴν πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα ὡς τέκνα τοῦ «Αὐτοῦ Πατρὸς» καὶ βαπτισμένοι κατὰ τὶς ἴδιες παραδόσεις ἑκάστου στὴ Χάρη τοῦ «Ἁγίου Πνεύματος». Γι’ αὐτὸ ὁ ἱερός Χρυσόστομος διακηρύττει πώς καὶ τότε : «ὁ Αὐτὸς Χριστὸς καταγγέλλεται»! Αὐτὴ εἶναι «Πατερικὴ Διαγνώμη» γιατὶ δείχνει πόση ἐσωτερική ἑνότητα ἒχουμε μὲ τὸν Κύριο ὡς χριστιανοί.   Ὃταν προσευχόμεθα ὡς παιδιά τῆς αὐτῆς πηγῆς ζωής, τοῦ αὐτοῦ Πατέρα μὲ τὸ ἲδιο «Πάτερ ἡμῶν» συμμετέχουμε ὁλοι στὴν αὐτὴν οὐράνια κληρονομία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τὰ σοφιστικὰ γυμνάσματα τῶν «Θολολογούντων» δὲν μποροῦν νὰ δυσφημίζοῦν μὲ διαβολικὸ ζῆλο τὰ ἱστορικὰ πεπραγμένα καὶ τὴν διαχρονικὴ τακτική τῆς Ἐκκλησίας πρὸς κατίσχυση τῶν διχαστικῶν πλανῶν!

 

           3. Ὡς ἀδελφικὸς φίλος τοῦ Ἐτεοκλῆ Θεοδωρόπουλου, τοῦ μετὰ π. Ἐπιφανίου, θὰ ἤθελα νὰ διαμαρτυρηθῶ γιὰ τὴν πνευματικὴ τυμβωρυχία ποὺ ἐπιχειρεῖται σὲ βάρος του ἀπὸ σκυλευτὲς τῆς ἔντιμης καὶ ἀδέκαστης παρουσίας του. Ο π. Ἐπιφάνιος ἤξερε γράμματα καὶ Θεολογία, ἀλλὰ εἶχε ἀδυναμία στὸν ἀντιρρητικὸ λόγο καὶ πολλὲς φορές ἒφθανε στὰ ἄκρα τῆς ἀντιδικίας, πάντα ἀγαθή τῇ πίστει. Ὅταν ἔγραψε τὴν γνωστὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν πατριάρχη Ἀθηναγόρα τότε ξέρω ὁτι τὸ ἒπραξε γιὰ νὰ καλύψει τὴν αὐτοβουλη «ἀκοινωνησία» τοῦ Φλωρίνης Αὐγουστίνου και τοῦ Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβροσίου καὶ νὰ τοὺς προστατεύσει γιατὶ ἔθιγαν τὰ πνευματικὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στὶς «Νέες Χῶρες». Δὲν θέλω νὰ ἀναμνηστῶ τὴν εὐθύνη τοῦ π. Ἐπιφανίου στὴ μάχη γιὰ τὸ «Μεταθετὸ» ποὺ ἦταν τότε ὁ θεωρητικὸς στρατηγός της ἂν τοῦ ὑπέδειξα ὃτι ὃλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὸ χρησιμοποιοῦν ευρύτατα γιὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας . Ἡ κατάχρηση τοῦ «Μεταθετοῦ» ἐν Ἑλλάδι γιὰ προσωπικό συμφέρον εἶναι ἐφάμαρτη ἀπὸ ἱεράρχες ποὺ ἐπιδίωκαν νὰ ἀναβαθμιστοῦν προσβλέποντας συνήθως στὸν θρόνο τοῦ Ἀθηνῶν! Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκυρωθεῖ ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλίδα τῆς «Οἰκονομίας» ποὺ ἐκ παραδόσεως αἰτιολογημένα ἐφήρμοζε ἡ Ἐκκλησία γιὰ ἄξιους ἢ καὶ ἐκτεθειμένους στὴν περιοχὴ τους ἱεράρχες. Ἡ μονομερής παρέμβαση τοῦ π. Ἐπιφανίου, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ ἐπιδιώξει ὁ ἴδιος,ἐξώθησε τὴν ἱερόσυλη ὀργή Καντιωτικῶν καὶ ἀδέσποτων Παλαιοημερολογιτῶν γιὰ νὰ εἰσβάλλουν μὲ πρωτοφανὴ βαρβαρότητα καὶ στὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀκόμη γιὰ νὰ διακόψουν τὶς χειροτονίες τῶν νέων ἐπισκόπων! Αὐτοῦ του γεγονότος ἔχω προσωπικὴ ἐμπειρία! Τότε, τὸ ἀξιομίμητο τῆς ἐπιθετικότητας τῶν ἀρχαίων Ἀλεξανδρινῶν Παραβολλάνων εἶχε ἐξαρθεῖ μὲ «θεολογική» ἀνάλυση ἀπὸ πρόσωπα ποὺ κατὰ καιροὺς καὶ τόπους ταράζουν ἀνεπίτρεπτα την Ἐκκλησίας μέχρι τὶς ἡμέρες μας (1).

 

             Τὰ τότε θλιβερὰ γεγονότα ἦλθαν στὴ μνήμη μου ὅταν κάποιος ἐπικριτής μου μνημόνευσε ὡς δῆθεν ἔγκυρες συνοδικὲς ἀποφάσεις ποὺ συνέβησαν τὸ 1753-1755. Τότε ἕνας ἀλιτήριος διάκονος ἀπὸ τὸ Κατιρλί, ὁ Αὐξέντιος, εἶχε φανατίσει μὲ μυθεύματα κάποιους πιστοὺς καὶ ζητοῦσε νὰ ἐπιβάλει ὀχλοκρατικὰ μὲ τραμπουκισμούς κατὰ τοῦ ίδίου του πατριάρχη Παϊσίου Β΄ καὶ στοὺς συνοδικοὺς τὴν ἀκυρότητα τοῦ «βαπτίσματος τῶν Ἀρμενίων». Εἰσέβαλε βίαια στὸ Φανάρι καὶ ξυλοκόπησε τὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς συνοδικούς ἀπαιτώντας τὴν ἄνοδο στὸ Θρόνο τοῦ φίλου του πρώην Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Ἐ΄ γιὰ δεύτερη φορά! Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθήκες βγῆκε ἡ γνωστὴ συνοδικὴ ἀπόφαση τοῦ 1755. (2) Ἀσφαλῶς δὲν θὰ πρέπει νὰ παραβλέπεται καὶ τὸ κλίμα δυσαρέσκειας ποὺ ἐπικρατοῦσε τὴν ἴδια περίοδο στὸ Φανάρι ἐναντίον τῆς Ρώμης γιὰ τὴν παρέμβασή της στὴν διαδοχὴ τοῦ Ἀντιοχειανοῦ Θρόνου μὲ τὸν διορισμὸ τοῦ Κύριλλου Τάντα, ὠς πρώτου Μελχίτη πατριάρχη! Γι’ αὐτὸ καὶ σιωπηρὰ ἐπεκτάθηκε η ἀκάνονη αὐτὴ ἀπόφαση καὶ στοὺς ΡΚαθολικούς γιὰ τὴν πρόληψη τοῦ διχασμοῦ στὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας. Τὸ ἐπίπεδο τῆς ἱστορικῆς μορφώσεως τῶν σύγχονων συνοδικών αρχιερέων ἀποκαλήφθηκε ὃταν πρόσφατα ἐνεκριναν καὶ Ἀκολουθία ἐορτασμοῦ τῆς μνήμης αὐτοῦ τοῦ προσώπου, για να δείξουν πώς ἁγιοποιεῖται ἓνας ἀσεβέστατος ποὺ χειροδίκησε κατὰ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη!   Αὐτὸ τὸ κατάντημα ποιὸς θὰ τὸ ἐλέγξει;

 

               Ἑπομένως, ἀφῆστε τὸν μακαριστὸ π. Ἐπιφάνιο νὰ ἀναπαύεται στὶς προσευχὲς τῶν ἐνάρετων πατέρων τοῦ Κοινοβίου τῆς Κεχαριτωμένης, γιατί αὐτὸ τελικά εἶναι το σπουδαιότερο ἔργο ποὺ πρόσφερε στὴν Ἐκκλησία πρὶν κατηγορηθεῖ, καὶ αὐτός, ὡς πρόδρομος τοῦ «Νεοβαρλαμισμοῦ» γιὰ τὸ σπουδαῖο μεταφραστικὸ καὶ λοιπὸ ἔργο του.

 

               4. Ἡ ἐν Ἁγίοις προσωπικότητα τοῦ μητροπολίτη Ἐφέσου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ δοκιμάζεται τὴν τελευταία πεντηκονταετία τόσο ὀδυνηρὰ μόνον ἐν Ἑλλάδι. Ὅσοι πραγματικὰ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸ ποιὸ ἦταν τὸ φρόνημά του γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἃς διαβάσουν τὰ «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Συρόπουλου καὶ τὸ περισπούδαστο σύγγραμμα τοῦ Ἰωσὴφ Γκίλλ (4) γιὰ νὰ μάθουν τὶς ἀσκίαστες ἀπὸ τὶς μετὰ ταῦτα ἐξελίξεις σκέψεις του. Ὁ Ἅγιος δεχόταν πώς ἐπιβαλλόταν ἡ ἐπανασυνάντηση Ἑλλήνων καὶ Λατίνων γιὰ νὰ λυθοῦν οἱ μεταξύ τους διαφορὲς μὲ μιὰ νέα «Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ θὰ ἀποτελεῖτο ἀπὸ δύο ἴσα μέρη». Δὲν ἒθεσε προϋποθέσεις ὃπως ἦταν Ἂρση Ἀναθέματος, οὔτε ποτὲ ἀμφισβήτησε τὴν κανονικότητα τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ πάπα Εὐγενίου τοῦ Δ΄ ἢ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν κληρικῶν του, οὔτε ἒθεσε θέμα ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων τους, οὔτε καὶ ἀρνήθηκε τὴν συνεργασία στὴ σύνταξη κειμένων ἀπευθυνόμενων πρὸς τὸν Πάπα. Ὁ Ἅγιος συμμετεῖχε σὲ συγχοροστασία μετὰ Λατίνων στὴν Δοξολογία (TeDeum) ἐνάρξεως τῆς Συνόδου καὶ σὲ «συμπροσευχὲς» ποὺ μαρτυροῦνται κατὰ τὶς συνάξεις καὶ τὶς συνομιλίες καὶ στὰ δεῖπνα μετὰ τῶν καρδιναλίων καὶ στις πολλὰ ἄλλα ποὺ ἐπισήμανε ὁ καθηγητής κ. Γρ. Λορετζάκης τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γκράτς σὲ ἒγκυρη μελέτη του περὶ τοῦ Ἁγίου. . Ὃλα αὐτὰ δείχνουν τὴν ἂπόλυτη συγκατάθεσή του γιὰ τὴν πρόοδο τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας μέχρι ποὺ ἐπιχειρήθηκε ἡ βεβιασμένη περάτωσή της, ἠ ὁποία καὶ δικαίως προκάλεσε τὶς διαμαρτυρίες του. Ἀπό τότε μετέβαλε στάση και ἂρχισε τὴν Ἀνθενωτικὴ τακτική του και ἦταν ἀρνητικός στην Ρώμη γιατὶ δικαίως ἒβλεπε τὴν εὐθύνη τῆς Ρώμης στὴν διεύρυνση τοῦ χάσματος μέσα στὸν ἲδιο ἐσωτερικὸ μοναδικὸ κορμὸ τῆς Ἐκκλησία. Ἕνα χάσμα ποὺ πρέπει ὃμως νὰ γεφυρωθεὶ μὲ ἀνιδιοτελῆ ὑπέρβαση τῶν δυσκολιῶν γιὰ «νὰ ἐπανακτήσουμε τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Κυριακοῦ σώματος», ὃπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, «ἀφοῦ ὅλες οἱ ἱστορικὲς μορφὲς τῶν παλαίφατων Ἐκκλησιῶν στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴ Δύση ἐκφράζουν στὴν ὅλη δημόσια λατρεία τοὺς τὴν ἀπόλυτη πεποίθηση πῶς εἶναι ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες»!, ὅπως παρατηροῦσε ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα ὁ σπουδαῖος Δογματολόγος τῆς ἐποχῆς μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος. Ἡ κακόπιστη ἐκμετάλλευση τῆς προηγούμενης καλόπιστηςστάσεως τοὺ Ἁγίου δὲν ἀκυρώνεται ἀπὸ τὰ ὓστερα γεγονότα. Κατάπληξη ὂμως αἰσθάνεται ὃποιος ἀπὸ τὶς πηγές μάθει ὃτι ἐν Ἁγίοις ἱεράρχης μὲ πόση ἀσυνειδησία, κατεργαριά καὶ ἐμπλέκεται ἀπὸ πολλούς συγχρόνους μας μὲ τὶς παρερμηνεῖες καὶ τῆς κακοδοξίες του, ὁτι ἠ Ρωμαιοκαθολοκή Ἐκκλησία δὲν εἶναι «Ἀδελφὴ Ἐκκλησία μας »καθώςκαὶ πολλὰ ἂλλα σοφιστικά φληναφήματα ποὺ ἀποτελοῦν φτηνές γελοιότητες ἀνάξιες ἀναιρέσεως γιὰ νὰ παραπλανοῦν τους ἀφελεῖς ὁπαδούς τους.

 

 Ἡ ἐπανασυνάντηση τῶν χριστιανῶν ποὺ πρότεινε τὸ 1920  τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο  υἱοθετήθηκε καὶ Πανορθόδοξά το 1961, καθὼς καὶ ὁ Διάλογος ποὺ ἂρχισε ἀπὸ τὸ 1964,  προχωρεῖ βέβαια μὲ ἀρκετὲς δυσκολίες, ἀλλὰ ἀκολουθεῖ ἓνα διαφορετικὸ δρόμο ποὺ ἐρευνὰ σὲ βάθος τίς ὑφιστάμενες διαφορές, χωρίς νὰ ὑποτιμᾶ τὶς διεθνεῖς συνθῆκες ποὺ τότε ἒπέβαλλαν   τὴν διαμόρφωση τῶν τότε ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων. Ἀπό καιρὸ μερικοὶ προσπαθοῦν νὰ ἐμβολίσουν  τὸν οἰκουμενικὸ πόθο γιὰ ἑνότητα τῆς Συνειδήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καὶ γι’ αὐτὸ «ἀνακρίνουν» καὶ τὰ συνταχθέντα μόνο πρὸς μελέτη κείμενα, ὅπως εἶναι καὶ τὸ κείμενο τοῦ Μελεμεντίου, αὐτοῦ ποὺ καθρεπτίζει τὴν ἀδελφότητα ὅλων τῶν χριστιανῶν τῆς Μέσης Ἀνατολῆς μὲ τὴν κατὰ πάντα θαυμαστὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ἡ ὁποία καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ παραδειγματίζει καὶ τὴν ἐνταύθα Ἐκκλησία !

 

       Καὶ αὐτὸ μήπως παύσει ἡ  Φαρισαϊκὴ μικροφροσύνη  τῶν «κυκλευτῶν» οἱ ὁποῖοι ἑωσφορικὰ βαττολογούν συντροφευμένοι ἀπὸ τοὺς κάθε λογῆς «ἀγγέλους μετὰ  τῆς πομπῆς αὐτῶν»!

 

1. Θ.Η.Ε. τόμ. Α΄ στηλ. 582-586.

 

2. Κομνηνοῦ Ὑψηλάντη. Τὰ Μετὰ τὴν Ἅλωσιν. Κων/πόλη 1870 σέλ. 369-370.

 

3. Ἀρχιμ. Βασ. Στεφανίδη. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία. Ἀθῆναι 1948 σ. 349-364.

 

4 Ίωσήφ Γκίλλ. Ἡ Σύνοδος τῆς Φλωρεντίας. Ἀθῆναι 1967.

 

                                                                                                             Α.Π.