Ένας στυλοβάτης του ορθόδοξου φρονήματος : Βασίλης Μουστάκης

 

 

moustakis

 

 

Μία κατάθεση μνήμης

του Αριστείδη Πανώτη

         

Μετά 33 χρόνια από την εκδημία του Βασίλη Μουστάκη νομίζω ότι δεν θα προσκρούσω στη μετριοφροσύνη του αν τώρα απευθύνω μερικές σκέψεις μου για την έξοχη προσωπικότητά του. Και αυτό γιατί κάποτε με εμπόδισε να δημοσιεύσω ένα συνοπτικό βιογραφικό του που είχα τότε συντάξει στη «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια».Σεβάστηκα τότε την επιθυμία του και γι’ αυτό   όταν πρόωρα κατέθεσε το κοινό χρέος μίλησα επικήδεια. Από τότε όμως δεν έπαυσα να αναλογίζομαι το βιβλικό: «Φίλου πιστού ουκ εστι αντάλλαγμα» ( Σοφ. Σειράχ. στ΄ 15).

             Από χρόνια μου έκανε εντύπωση ότι ο Βασίλης Μουστάκης   δεν ξέχασε ποτέ τη θεολογική του ιδιότητα και την οφειλή του να συνδράμει το έργο της Εκκλησίας. Τον σαγήνευε πάντα η συμπορεία των δύο μαθητών προς Εμμαούς (Λουκ. κδ΄.13-33) και ήθελε να την ακολουθήσει διαλεγόμενος για τα ό,σα έμαθε περί του Ιησού. Αυτά τα διακήρυττε με καρδιακό λόγο και ρέουσα δημοτική από τον άμβωνα του ναού του Αγίου Νικολάου της Καλλιθέας και πάντα επιθυμούσε ζυγωτή συμπορεία στην συγγραφική ζωή του για να συνδιαλέγεται με τον συνοδοιπόρο του. Γνώριζα τους επιφανέστερους συνοδοιπόρους του, όπως ήταν   ο Αντώνιος Κόμβο, μετά αγιασμένος επίσκοπος της Εκκλησίας και μετά ο πρωτομάστορα του λόγου και της τέχνης Φώτης Κόντογλου και τον οποίο συνέπλευσε στη «Κιβωτό». Γνώριζε τη τέχνη της συγκλείσεως θέσεων για το αγαθό της ομοφροσύνης   για να καρποφορήσει η φιλία και γι’ αυτό συνεργαστήκαμε μήπως βοηθήσουμε με τις ασθενείς μας δυνάμεις για να «διανοιχθούν οι οφθαλμοί» πολλών, ότι «προς εσπέραν εστί και κέκλικεν η ημέρα».

             Γνώριζα το ζωντανό ενδιαφέρον του για τα θεολογικά Γράμματα και την ορθόδοξη παράδοση, καθώς και γιά τα δρώμενα της Εκκλησίας από τα δημοσιεύματά του. Πρόσεχα την αδιάκοπη και γόνιμη παρουσία του με μελετήματα και μεταφράσεις στον εκδοτικό οίκο του «Αστέρα». Διαπίστωνα πόσο κοντά βρισκόμαστε, μέχρι που ήλθε η στιγμή να συναντηθούμε στο γραφείο του περιοδικού «Εκκλησία» Φιλοθέης 19, που τότε διεύθυνε ο κοινός φίλος Θεοδόσης Σπεράντζας. Ήταν μία από τις στιγμές δοκιμασίας συνεπούς αγωνιστή που πίστευε στη δυνατότητα να ερμηνευθούν για τον εκκλησιαζόμενο λαό στη ρέουσα δημοτική γλώσσα κάποιοι ύμνοι. Τότε ένας γλωσσαμύντορας συνοδικός ιεράρχης, «άληστης θλιβερής μνήμης», προκάλεσε συνοδική απαγόρευση και απόφαση να μη ξαναγράψει στο επίσημο περιοδικό «Εκκλησία»! Έτσι αναγκάστηκε να γράφει πλέον μέ ψευδώνυμο. Όμως κράτησε   υψηλά το ορθόδοξο φρόνημά του και αυτό ενεπνευσε πολλούς αργότερα να τον μιμηθούν.

           Φαίνεται πώς είχε φθάσει ο καιρός για να συναντηθούμε και να συνεργαστούμε. Μία ημέρα πέρασα από την οδό Κοραή, όπου ο εκδοτικός οίκος Πεχλιβανίδη. Στο υπερώο του είχε το γραφείο επιμέλειας αυτών των εκδόσεων ο φιλόλογος και παλαιός συντάκτης της «Καθημερινής», Αθανάσιος Μαρτίνος, μακρινός συγγενής μου από τη μητέρα του. Σε μία συζήτησή μας αναφέρθηκε ότι 1949 συναντήθηκε με τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και του πρότεινε να επαναληφθεί το τόλμημα του 1936 για την έκδοση της «Θρησκευτικής και Χριστιανικής Εγκυκλοπαίδείας» από τον επίσης φιλόλογο και δημοσιογράφο Ιωάννη Δημάρατο, πουσταμάτησε σε τρεις τόμους λόγω οικονομικών δυσκολιών και του πολέμου. Ο μεγαλοπράγμων ιεράρχης αποδέχθηκε πλήρως τη πρόταση Μαρτίνου και υποσχέθηκε και τη σύμπραξη της Εκκλησίας, αλλά ο αιφνίδιος θάνατός στις 20 Μαΐου του 1949 διέκοψε κάθε σκέψη για να επιχειρηθεί η μεγαλότολμη έκδοση.

               Μεταπολεμικά είχε διαπιστωθεί η ανάγκη να προσφερθεί στο λαό μας ένας ασφαλής κώδικας θρησκευτικών και ηθικών γνώσεων και αξιών, που να ήταν συντεταγμένος από πρόσωπα που έχουν πραγματική αίσθηση και της ενταύθα πραγματικότητας και να διαθέτουν την ικανότητα καθιτο ζήλο να συμπληρώσουν το μεγάλο μορφωτικό θρησκευτικό και ηθικό κενό του πληρώματος της Εκκλησίας. Όσοι αναλάμβαναν αυτό το εγχείρημα,   εκτός από τις έγκυρες γνώσεις και εμπειρίες, έπρεπε να ήταν αποφασισμένοι να παλεύουν μέσα στο βαλτώδες έδαφος του ελλαδικού επαρχιωτισμού που η μικρόνοια και τα συμφέροντα   συμφύρονται και οι αντιθέσεις τρέφονται από τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες και ήταν ανάγκη να ανατείλει στον ορίζοντα   το λυκαυγές της πραγματικής «Ορθόδοξης Ευσέβειας» μας.

         Ήταν τα τέλη του 1961 όταν ο Αθανάσιος Μαρτίνος τόλμησε να ξεκινήσει τον μεγάλο άθλο της εκδόσεως της «Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαίδειας». Αρχικά κάλεσε το Βασίλη Μουστάκη για να επωμιστεί το βάρος της θεωρήσεως των κειμένων που θα περιλαμβάνονταν σ’ αυτή την έκδοση. Τότε ανάθεσε και σε μένα τη σύνταξη του λημματολόγιο και την εξεύρεση των κατάλληλων συντακτών των άρθρων και την ευθύνη διαμορφώσεως του κασέ του έργου, την εικονογράφηση και την παρακολούθηση της εκτυπώσεως. Με προθυμία αλλά και με περίσκεψη αναλάβαμε και οι δύο αυτή την ευθύνη, όπως άλλοτε οι «Δάμων και Φιντίας».

             Μελετήσαμε την κρατούσα εκκλησιαστική και θεολογική κατάσταση στη χώρα μας και αποφασίσαμε αδέσμευτοι από τον εκδότη μας να συντάξουμε ένα έργο με αρχές, θέσεις ικανές να βοηθήσουν τις νεότερες γενεές κυρίως κληρικών, θεολόγων και εν γένει των θρησκευόμενων, αλλά και για την έγκυρη πληροφόρηση όσων ενδιαφέρονταν για τα καθ’ ημάς εκκλησιαστικά θέματα. Στόχος μας ήταν να περιστείλουμε τη παραπληροφόρηση και να καθαρίσουμε τη σκουριά του παρελθόντος. Είχαμε διαπιστώσει το αδιέξοδο του αντιρρητικού αυτοερωτισμού και θέλαμε να στρέψουμε τις σκέψεις των νεοτέρων στη φωτισμένη θεώρηση του πνεύματος της Ορθοδοξίας και αυτό σαν προζύμη να μπορεί να ζυμώσει το φύραμα του σώματος της Εκκλησία. Θέλαμε να μπολιάσουμε τη νεότερη θεολογική σκέψη με μόσχευμα της καλλιέλαιας εκκλησιαστικής συνειδήσεως και όχι από οφθαλμούς της στενόκαρδης δογματολογίας. Σκοπεύσαμε να εμπνεύσουμε σεβασμό στην αντικειμενική έρευνα και τον επιστημονικό μόχθο των αφιερωμένων προσώπων και απαλλαγή από την υπερβολή και τις δοξοκοπίες των επικίνδυνων εκμεταλλευτών της λαϊκής ευσέβειας. Μας σαγήνευε η επιρροή που άσκησαν στο χώρο τους και μέσα από τις πλάνες τους οι Εγκυκλοπαδιστές του 18ου αιώνα και προσδοκούσαμε μήπως πετύχουμε σε σμικρογραφία κάτι ανάλογο Γνωρίζαμε βέβαια ότι παρόμοια έργα στην Ευρώπη χρειάζονται επίλεκτο επιτελείο εκλεκτών συντακτών με μεγάλη οργανωτική πείρα, τεράστιο βιβλιογραφικό πλούτο, ενότητα πνεύματος, μορφή και ύφους και ιδίως μέτρου αξιολογήσεως της εκτάσεως κάθε άρθρου. Όμως όλα αυτά ήταν ασύλληπτα για την ελλαδική πραγματικότητα που στερείται πνεύματος συνοχής και θριαμβεύει ο εγωϊσμός και η υφαρπαγή αλλότριων κόπων.  

             Το τι θελήσαμε να κάνουμε έχει αποτυπωθεί κυρίως στο Α΄ τόμο της «Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαίδειας», που σαφώς διαφέρει όχι στο πνεύμα, αλλά στη δυνατότητα να βρούμε ομόψυχους και κατάλληλους συνεργάτες για να συνεχίζουμε την πολυσπόνδυλη ανάλυση του κάθε λήμματος. Και τούτο επειδή θέλαμε να πετύχουμε τη κατάθεση της πολύτιμης παρακαταθήκης των γνώσεων που υπάρχουν για το κάθε λήμμα. Αντιμετωπίσαμε πολλά και σοβαρά προβλήματα στη σύνταξη υπεύθυνων άρθρων. Νέορτοι επιστήμονες φιλοτιμούνταν να προσφέρουν υψηλής ποιότητος άρθρα προσβλέποντας στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους, κάτι που δεν άργησε να γίνει. Οι κατεστημένοι σε υπεύθυνες θέσεις της Εκκλησίας και της επιστήμης συνήθως προχειρολογούσαν. Τότε ο Βασίλης απευθυνόταν σε εμένα λέγοντας: «παράδωσέ τον στο αιώνιο αίσχος»! Μάλιστα κοντά στη περάτωση του έργου μου έλεγε: «Αριστείδη εμείς ξέρουμε με πόσες δυσκολίες τελειώνει αυτό το έργο, ξέρουμε και τα κενά και τις ελλείψεις του, μάθαμε για τις αδυναμίες και τις επιδιώξεις των συνεργατών μας, αποκτήσαμε από όλα αυτά πολύτιμη πείρα μήπως πρέπει να εκδοθεί και ένας 13 τόμος για να περιγράψουμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες για να ολοκληρωθεί με αυτό το έργο;». Του απαντούσα: «Βασίλη μου; με τους ανθρώπους που συνεργαστήκαμε και με το υλικό που είχαμε προσφέραμε τη μαρτυρία της εποχής μας στον 20ο αιώνα. Μακάρι να βρεθούν μιμητές μας στον ελλαδικό χώρο για να επαναλάβουν αυτό το άθλημα που στην Ευρώπη γίνεται από τάγματα μοναχών;»  

   Για να εκτιμηθεί η αξία αυτού του έργου πρέπει να μην ξεχνούμε το δυσμενέστατο κλίμα συντάξεώς του. Διατρέχονταν   τα τραγικά ελλαδικά δρώμενα (1962-1968), που ξεκίνησαν από τη μεγάλη ταραχή της κοινής γνώμης για τη διαδοχή στο θρόνο του Αθηνών. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε από την εριστική διελκυστίνδα Κράτους και Ιεραρχίας για το «Μεταθετό», που αναγορεύθηκε δυστυχώς σε ύπατο «εκκλησιαστικό ζήτημα»! Και άνοιξε νέο μέτωπο το 1967-1968 με την αναμέτρηση παλαιών και νέων διεκδικητών της συνοδικής Αρχής και εξουσία, χωρίςνα ερωτηθεί ο κυρίαρχος ιερός θεσμός της Δικαιοδοσίας, που παραχώρησε τη χορηγηθείσα «αυτοκεφαλία» στη Νεοελληνική Πολιτεία!

         Το έργο αυτό δεν το στήριξε η τότε ανάστατη διοικούσα Εκκλησία. Η τότε κακοδαιμονία σε μερικές μητροπόλεις δεν ευλογούσε τη κυκλοφορά του έργου αν δεν γραφόταν το βιογραφικό του Δεσπότης στην έκταση που ήθελε! Τότε το έργο το απέκτησαν καμιά δεκαριά θεολόγοι πιθανόν λόγω των πενιχρών αποδοχών τους, όμως το στήριξαν οι ιερείς της υπαίθρου και θρησκευόμενοι των λαϊκών στρωμάτων! Οι δυσκολίες εκδόσεως του έργου φαίνονται από τις αναγκαίες αναπροσαρμογές του και όχι τόσο από τα οικονομικά προβλήματα της εκδόσεως. Σ΄ αυτά σωστικές ήταν παρεμβάσεις της συζύγου του εκδότη κ. Αμαλίας, που πάντα συνέτρεχε το έργο με τους κόπους της από τη Πρότυπη Σχολή Κωφών και Βαρύκοων, που ίδρυσε και διηύθυνε μέχρι τέλους. Ο μακαριστός Αθανάσιος Μαρτίνος ήταν μια έξοχη μορφή πεπαιδευμένου δίκαιου και σοβαρού ανθρώπου. Κυριολεκτικά πάλευψε για την ολοκλήρωση του δωδέκαθλου αγωνίσματος αυτής της εκδόσεως με τεράστιες δυσκολίες. Άφησε παράδειγμα φωτισμένης προσωπικότητας, φιλόξενου φίλου και λαμπρού οικογενειάρχη. Όμως το βάρος των ευθυνών του δοκίμασε την υγεία του   και τελειώθηκε ως σύγχρονος Ιώβ. Αιωνία η μνήμη του.

       Η θητεία του Βασίλη στη σύνταξη του σοβαρότερου θεολογικού έργου του 20ου αιώνα ήταν κατάθεση πνεύματος και ψυχής. Ποτέ δεν παραιτήθηκε από τις ορθόδοξες αρχές και τις ηθικές αξίες που πίστευε. Αντιπαθούσε τη ταπεινολογία, που συνήθως καλύπτει τη μεγαλομανία της οιήσεως. Προσδέθηκε, ως ο «κανἐνας» Οδυσσέας, ο «ουταδινός» στην εγκόσμια πλεύση, χωρίς να επιδιώξει αξιώματα και διακρίσεις. Ο πατριάρχης Αθηναγόρας, που ήξερε πώς ο κάλαμός του ήταν γραμματέως οξυγράφου για να υπερασπιστεί την αλήθεια, τον κατέστησε με το ζόρι μαζί μου οφφικιάλιο της Μητρός Εκκλησίας. Όλα τα γραπτά του ευωδίαζαν από τις αιώνιες αξίες της πατερικής σκέψεως και με απλότητα γλώσσας εισχωρούσαν στα βάθη της ψυχής των ακροατών και αναγνωστών του. Θαύμαζα την ευρυμάθεια και τη γλωσσομάθειά του και ιδίως την εκφραστική δεινότητα των άρθρων του. Η σοφία του καθρεπτίζεται στα περισπούδαστα κείμενά του.Βάδισε συνέπεια φωτισμένου ανθρώπου χωρίς να εκμεταλλευθεί τη σπάνια ελληνομάθειά του και τη δεινότητα της θεολογικής του καταρτίσεως. Ο πλούτο της καρδιά του ήταν ακένωτος και τον γνωρίζουμε από τις ποιητικές του εξάρσεις. Πίστευε ότι ο λαός μας πρέπει να γευθεί στη ρέουσα δημοτική γλώσσα τα τραγούδια των ύμνων του Θεού που οι Ορθόδοξοι έχουμε σε μοναδική κληρονομιά. Ακόμη και με λεπτό ειρωνικό πνεύμα του σχολίαζε και τη σοβαρή έσχατη δοκιμασία της υγείας του, όταν τη παραλλήλιζε με το μύθο του Ηφαίστου όταν άνοιξε το κεφαλή του Διός και εξήλθε απ’ αυτό η Αθηνά με τη Σοφία της!  

           Η δική μου ωφελιμότητα από τη συνεργασία και συναναστροφή με το Βασίλη ήταν πολλαπλή. Αισθάνομαι ιερή την επιταγή να μεταγγίσω σκέψεις για το έργο και τα χαρίσματά του σε ο,σους δεν τον γνώρισαν για να βλέπουν οτι απλοί φίλοι και αδελφοί πρόσφεραν και πέτυχαν ότι δεν μπόρεσαν να δώσουν στη Εκκλησία διάφοροι ανελθόντες σε ύπατα αξιώματα θρόνων και εδρών. Κύρια φροντίδα όσων κοπίασαν γι’ αυτό το έργο του 20ου αιώνα ήταν να απαλλαγούν οι νεότεροι από τη μικρόνοια, τη προκατάληψη, τις υπερβολές, τις υστερίες και προ πάντων από τους μερισμούς. Ίσως ήλθε ο καιρός ο θησαυρό της σοφίας και της ψυχής του Βασίλη Μουστάκη, γιατί ο γίγας αυτός της γνώσεως και του ορθοδόξου ήθους, όσο ζούσε αγνοήθηκε από τη τοπική Εκκλησία, που κατά κανόνα συμμαζεύει όσους την βραχυκυκλώνουν επειδή είναι προστατευόμενοι από τους ισχυρούς της ημέρα.

             Ο Βασίλης Μουστάκης κατέλειπε πριν 33 χρόνια σπάνιο φαινόμενο «πολύεδρου αδαμάντινου» χαρακτήρα και αναστηλωτή της Ελληνορθόδοξης παραδόσεως. Ταυτόχρονα παραμένει και ως αξιομίμητο πρότυπο όσιου «ουταδινού και ελάχιστου εν Χριστώ αδελφού».    

                           Παραδειγματική και αξιομακάριστη η μνήμη του. –

Βιβλιογραφία: Αριστείδης Πανώτης. Η Ιστορία εκδόσεως των ορθόδοξων Εγκυκλοπαιδειών τον 19ο και 20ο αιώνα και η Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία. Περιοδικό «Ορθόδοξος Παρουσία». τ. Α΄ 1964. σσ. 96-104.

 

                                                                                 Α.Π.