κατηγορια1

ΣΥΜΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ

simporia

 

ΣΥΜΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ

 

 του   Αριστείδη Πανώτη

 

simporia

Η Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος.

     Σχέδιο του μακαριστού Ράλλη Κοψίδη. 1962.

 

Με την Ανατολή του καινούργιου χρόνου 2016 εισερχόμεθα πλέον στη προσυνοδική περίοδο που αναμένει από αιώνα και πλέον ο Ορθόδοξος κόσμος για να ρυθμιστούν τα του οίκου του. Ο σημερινός Πατριάρχης, άνδρας μεγάλης πίστεως και ευρυμάθειας και η Ιερά Σύνοδός του πραγματοποιούν στα χρόνια μας χειροπιαστή τη «Πανορθόδοξη ενότητα» με την οικοδομητική τακτικήτης συναγωγής «επί το αυτό» των παλαίφατων και των νεότερων Πατριαρχείων και τοπικών Εκκλησιών της Καθολικής Ορθοδοξίας.

           Από χρόνια ο Οικουμενικός Θρόνος προετοιμάζει αυτή την επανασυνάντηση των ορθοδόξων με Διασκέψεις, Συνέδρια, επισκέψεις, ανταλλαγές υποτροφιών και διάφορες άλλες επικοινωνίες να διαμηνύσει στην Οικουμένη πώς είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού επί της γης και όχι μία από τις πολλές Θρησκείες, τις Εκκλησίες και τις Ομολογίες. Και αυτό γιατί η ζωή της ταυτίζεται μετά του Χριστού και εν Χριστώ κυβερνώμενη από το Άγιο Πνεύμα για να εξέρχεται στο κόσμο και πορευόμενη να δίδει την μαρτυρία του Αναστάντος Κυρίου και του φωτός της Αναστάσεως Του.

           Τα γεγονότα που ζούμε αυτό το καιρό άλλοι Πατριάρχες τα έσπειραν και άλλοι τα πότισαν για να φυτρώσουν και τώρα άλλος Πατριάρχης κλήθηκε με τη πλατιά γνώση του και την αποσταγμένη πείρα ενός τέταρτου αιώνα πατριαρχίας του για να τα καρπολογήσει. Από χρόνια ο «πεπνυμένος» πατριάρχης Βαρθολομαίος ο Ίμβριος επιμένει να ευαγγελίζεται προς κάθε κατεύθυνση την αλληλοεξάρτηση και την ενότητα των Ορθοδόξων «ίνα ο κόσμος πιστεύσει». Και αυτό γιατί πιστεύει πως μόνον η Εκκλησία κατέχει τη δύναμη να ενώνει τη ζωή των χριστιανών με τον Ιησού Χριστό, αφού αυτή δεν είναι ένα απλό θρησκευτικό καθίδρυμα, αλλά αυτό τούτο το «Σώμα Χριστού». Όταν βιώνεται το μυστήριο της Εκκλησίας τότε πραγματικά συμμετέχουμε στη Μέθεξη της αιωνιότητας και : «είμεθα αναγκασμένοι να επιχειρήσουμε, ότι είναι ανέφικτο, να αναρριχηθούμε εκεί που δεν δυνάμεθα να φθάσουμε , να μιλάμε για εκείνο που δεν μπορούμε να εκφράσουμε και αντί της απλής λατρείας της πίστεως, είμεθα αναγκασμένοι ακόμη να εμπιστευθούμε τα σοβαρά ζητήματα της θρησκείας στον κίνδυνο της ανθρώπινης εκφράσεως» όπως μας δίδαξε ένας σπουδαίος διδάσκαλος της Εκκλησία, ο επίσκοπος του Πουατιέ Άγιος Ιλάριος, ( DeTrinitate, 11,2.4),

           Στο απώτερο παρελθόν το Οικουμενικό Πατριαρχείο στηριζόταν στη δύναμη και την ισχύ της τότε Θεοφιλούς Βασιλείας. Όμως, μετά από τις δοκιμασίες αιώνων, απογυμνώθηκε εντελώς από τη κοσμική στήριξη και πλέον βιώνει με παγκόσμια εμβέλεια τον «ένδοξο Βυζαντινισμό» μας ως ο θεσμός συναρμογής των Ορθοδόξων. Σήμερα παραμένει σταθερά δεμένο στη καθέδρα του με τη συμπαράσταση των ορθοδόξων λαών, ακόμη και με την προστασία διεθνών θεσμών, ως η νερομάνα πηγή της αποστολικότητας της Ανατολής. Η χρησιμότητα αντλήσεως ζωοδόχου ύδατος από αυτή τη πηγή επιβεβαιώνεται   απο τη διαχρονική αποστολή της που πάντα περιφρουρεί και εγγυάται τη κανονική ευστάθεια των κατά τόπους θυγατέρων της Εκκλησιών. Εξ αυτού και αναγνωρίζεται από όλους ως το επίκεντρο της ορθοδόξου παραδόσεως που κλήθηκε να συντρέχει και στη προαγωγή του πόθου για την ενότητα των χριστιανών και δεν επηρεάζεται από «συναγωγές οιησίσοφων και δοξομανών εναντιολόγων» κατά τους Πατέρες, οι οποίοι όπως αθεόφοβα θήρευσαν την «θεία Χάρη», τώρα αυτοαναγορεύθηκαν και «ομολογητές της ζηλωτικής δοξοκοπίας», ίσως αγνοόντας πως «ουδέν δόξης ουδαμενέστερον. κατά τον Χρυσορήμονα ιεράρχη ! (Migne P. G. τομ 62, σ.67 στ.)

                     Η διαχρονική τακτική της πατριαρχιακής βουλήσεως συνάγεται από την διαχρονική πορεία της Ευσεβούς Πηγής, ώστε πάντα να διασφαλίζεται η πανορθόδοξη ενότητα. Αυτή μας την παρέδωσε η «γηράσκεια πείρα» του μακαριστού Γέροντα Χαλκηδόνος Μελίτωνα Χατζή, από τα «εκάστοτε δεδομένα να εξάγεται το άριστον δυνατόν» για να μη τροφοδοτούνται οι επάρατοι μερισμοί και οι άκριτες μικρότητες που υποθάλπουν τις προσωπικές εμπάθειες. Οι πρωτοβουλίες του Θρόνου δεν αφίστανται από την κανονική τάξη, για να έχουν και εκκλησιολογική ανταπόκριση. Σταθερά κρατεί τη πηδαλιουχία σε σταθερή γραμμή πλεύσεως στην εκκλησιαστική ζωή για να μπορούν οι πλείστοι των ορθοδόξων να μιλούν κοινή γλώσσα για να μη μεριστούν και φθάσουν στη πολυμορφία των λοιπών εκκλησιαστικών εκφάνσεων. Βέβαια δεν άφησαν τους ορθόδοξους λαούς ανεπηρέαστους οι διαλυτικές καταστάσεις της Εκκλησίας στη Δύσεως ιδίως μετά τον 16ο αιώνα. Και στην «καθ’ ημάς Ανατολή» εισάγονται οι ρυθμίσεις των εκκλησιαστικών ζητημάτων κατά τη βούληση του κρατισμού και στην Ανατολική Ευρώπη. Ο αποστολικός θεσμός της Κων/πόλεως εξ αρχής αντελήφθη πώς η ενότητας της Μίας Ορθόδοξης Εκκλησίας οδηγείται στον στο κατακερματισμό της και ο δαιμονικός ζήλος του εθνοκρατισμού θα διαλύσει το ομοούσιο της ορθόδοξης ομοψυχίας. Η μέθοδος του «φυλατεύειν» τους λαούς ξύπνησαν τις εθνικές ευαισθησίες και γέννησαν τις εθνικές αντιζηλίες και διαλύθηκαν οι οραματισμοί του Ρήγα Φεραίου. Έτσι συνεστήθηκαν τα εθνικά κέντρα που έπεσαν σε χέρια δημαγωγών που ψήφιζαν νόμους στανικής υποταγής στη κρατική ιδεολογία. Ο φυλετισμός κατέστρεψε την αγία υπερεθνικότητα της Εκκλησίας. Αυτός εξέθρεψε, εκτός των άλλων, και την υψηγορία της υπεροχής από το μέγεθος, τον πλούτο και την αριθμητική άθροιση, που συνετέλεσε στο να αλλοιωθεί η ορθόδοξη Εκκλησιολογία μας. Έτσι οι κατά τόπους Εκκλησίες μας κατάντησαν εργαλεία πολιτικών επιδιώξεων και εθνικά παραρτήματα που περιχαρακώθηκαν στα κρατικά σύνορά τους για να ξεριζωθούν οι εκκλησιολογικές ρίζες μας και να ατονίσει η κανονική επιστασία του Οικουμενικού Θρόνου που στηρίζει το αδιαίρετο σώματος της Μίας Εκκλησίας. Οι επαναστατικές«έμπρακτες» (defacto) αναγορεύσεις «αυτοκεφαλιών» και «αυτονομιών» δεν ωφέλησαν την ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά την κατέστησαν μια «Ομοσπονδία εθνικών Εκκλησιών», εντελώς ξένη Εκκλησία προς την διαχρονική κανονική της παράδοση. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και το μέγιστο εσωτερικό της σκάνδαλο, που άφησε επί μακρό χρονικό διάστημα τη πρωτοβουλία των επανασυναντήσεων των κατά τόπους ορθοδόξων στη διάθεση των κυβερνήσεων τους με αποτέλεσμα τη μακρά σιωπή για τη σύναξή τους προς επίλυση των προβλημάτων της Εκκλησίας.        

               Η ευρωπαϊκού τύπου κρατική παρέμβαση στα της Εκκλησίας αρχικά επιβλήθηκε στη Ρωσία στις αρχές του 18ου αιώνα από τον Μεγάλο Πέτρο. Αυτή η μορφή της στυγνής πολιτειοκρατία μεταφυτεύτηκε το 1833 και στο Νεοελληνικό Οθωνικό Βασίλειο και κατάστησε τη τοπική Εκκλησία μία των δημόσιων υπηρεσιών του ακόμη και μετά την παραχώρηση το 1850 της «αυτοδιοικήσεως» της άλλως κακώς λεγόμενης αυτοκεφαλίας.

                   Τα τέσσερα «πρεσβυγενή» Πατριαρχεία, οι σύγχρονοι αυτοί «αποστολικοί Στύλοι» της ορθόδοξης ευσεβείας, επισήμαναν την διαλυτική σημασία του «Εθνοφυλετισμού» και ανέλαβαν να επισημάνουν τις συνέπειές της για την ενότητα της Εκκλησίας. Και γιά να αποκαταστήσουν την κανονική τάξη συνάχθηκαν «κατά μόνας» στο Φανάρι τον Σεπτέμβριο του 1872 στη πρώτη Γενική Σύνοδογια να απομονώσουν ως κακοδοξία τον «Εθνοφυλετισμό»επιβεβαιώνοντας τη πανορθόδοξη ενότητα.   Τότε συνέβηκαν πολλά άθλια παραλειπόμενα που ιστορικά βαρύνουν τον εκπρόσωπο του τσάρου στη Κων/πολη πανίσχυρο τότε στρατηγό και πρεσβευτή Νικόλαο Ιγνάτιεφ-Τρετιάκοφ. Σήμερα το όνομα του πρεσβευτή Ιγνάτιεφ το θυμίζει μόνο το κοιμητήριο στη Βοσπορίτισσα ασιατική ακτή, που τάφηκε ο μονογενής του και τον συντροφεύει εκεί παρών και ο Γέροντας του Πατριάρχου μας. Η απόφανση αυτής της Γενικής Συνόδου, παρά τα 144 χρόνια απόλυτα στερεώθηκε στη Συνείδηση της Εκκλησίας και μακαρίζονται οι τέσσερις Πατριάρχες που συνέπραξαν και προσυπέγραψαν αυτή την κανονική απόφανση. Και τούτο διότι η απόφανση αυτή   συνετέλεσε στη χαλιναγώγηση της ανευθυνότητας για την αυθαίρετη λύση κανονικών ζητημάτων και εντόπισε και την κακοδοξία της «ακάνονης φιλοπρωτείας» νεότευκτων τοπικών Εκκλησιών που επειδή απέκτησαν ως έθνη κρατική οντότητα παρερμηνεύουν την δωρηθείσα σ’ αυτές ανεξαρτησία.  

             Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το μεγαλύτερο πλήθος των ορθοδόξων χριστιανών εγκλωβίστηκε στο Σιδηρούν Παραπέτασμα. Ο εναγκαλισμός των τοπικών Εκκλησιών τους από το Σοβιετικό καθεστώς απλώθηκε και στα Βαλκανικά κράτη. Για να επιβιώσουν οι εκεί Ορθόδοξοι άντλησαν καρτερία από το παράδειγμα της Μητρός τους Εκκλησίας, που διήλθε «διά πυρός και σιδήρου» στην Ιστορία του. Όπως πάντα και τώρα οι Οικουμενικοί Πατριάρχες στήριξαν μόνον την κανονική Ιεραρχία τους, όπως έπραξαν και στη Ρωσία, αναγνωρίζοντας μόνον τον πατριάρχη Τύχωνα και όχι τους κατηγόρους του. Αυτό βοήθησε την κανονική ηγεσία «να εξαγορεύει τον καιρό» μέχρι ν’ ανατείλουν ανετότερες συνθήκες διορθόδοξης επαφής. Έτσι τελικά άρχισαν και οι καταδυναστευόμενες τότε Εκκλησίες του Βορρά να συμμετέχουν στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις και στο Π.Σ.Ε. προσδοκώντας πως κάποτε θα συνέλθει η Γενική Σύνοδο των Ορθοδόξων. Κατά τις συναντήσεις αυτές εντοπίστηκαν και ασυμφωνίες σε διοικητικά ζητήματα, καθώς και για πολλά άλλα προβλήματα που έπρεπε να επιλυθούν με θάρρος και παρρησία. Τότε οι Ρώσοι επανέφεραν προς μελέτη το θέμα: «Του χωρισμού του Γάμου από την Ιεροσύνη» και μάλιστα τη δυνατότητα των χηρευόντων κληρικών να τύχουν της «οικονομίας» β΄ γάμου για να αποκαθιστούν την οικογενειακή τους κατάσταση. Αυτό είχε   απασχολήσει τη Διάσκεψη του 1923 στο Φανάρι υπό τα πρόσφατα γεγονότα των εν χηρεία ιερέων στη Σερβία, για να αποφευχθούν παρατράγουδα των εγγάμων κληρικών. Όμως μέλος της ελλαδικής Αντιπροσωπείας με οργανωσιακές καταβολές για να μην περάσει το ζήτημα στο θεματολόγιο ελλαδικός εμπρός μου έπιασε συμπαθούντα την οργάνωσή του αντιπρόσωπο επίσκοπο της Κυπριακής Εκκλησίας για να προβάλλει Veto! Και η «αρνησικυρία» αυτή ήταν η μόνη που ακούστηκε στη Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη! Όταν συνέβη αυτό σηκώθηκε ο Λένινγκραντ Νικόδημος, Γέροντας του σημερινού Πατριάρχη της Μόσχας, και έντονα δήλωσε: «Εμείς θα επαναφέρουμε το ζήτημα τούτο στο θεματολόγιο, γιατί δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας»!

       Αυτή η «διαφωνία» ανέδειξε την ανάγκη σύγχρονης επεξηγήσεως των «θείων χρησμών» των Ιερών Κανόνων, ώστε: «μη απλώς επιέναι τα γράμματα, αλλά διερευνάσθαι τα νοήματα» ή και του ουσιαστικού «γνώματος» ενός Ιερού Κανόνα, κατά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Πάντοτε η ερμηνεία των αποφάσεων αυτών των Πατέρων γινόταν χωρίς να αγνοούνται οι λόγοι της συνθέσεώς τους και οι αντιλήψεις της εποχής, καθώς το γλωσσικό τους ύφος κτλ. Αυτό μαρτυρούν «άνωθεν και εκ παλαιού» τα διάφορα κανονικά υπομνήματα που συντάχθηκαν από τους: Βαλσαμώνα, Αριστηνό, Ζωναρά, Αγάπιο και Νικόδημος και από το Ράλλη και τον Ποτλής κ.ά. Μήπως θα πρέπει να ξεκινήσει επί τέλους και η Κωδικοποίηση των ιερών αυτών θεσπισμάτων, για να μην αλληλοσυγκρούνται οι επιταγές τους και οι ειδήμονες περί αυτά να μην επαναλαμβάνουν το «πολυπλανές» ότι : «απ ‘ όπου είμαι εγώ, είναι και οι ιεροί κανόνες» όπως έλεγε παλαιός αρχιερεύς; Και σήμερα ταράζονται μερικοί «δοξοκόποι» για τις «συμπροσευχές», ίσωςγιατί αυτές αναγείρουν από τις στάκτες τη νοσταλγία για την ενότητα της Εκκλησίας! Όμως η Ορθοδοξία ποτέ δεν έπαυσε ως ζώσα Εκκλησία να έχει τη δυνατότητα να αποδώσει το νόημα των κανόνων της στη καταληπτή γλώσσα της κάθε εποχής. Πολλά γεγονότα που προκάλεσαν κανονικές ρήτρες έχουν εκ του χρόνου διαστρεβλωθεί. Έτσι τα σύγχρονα χωνία των ιστότοπων φωνασκούν ανακυκλώνοντας ξεπερασμένες ανθενωτικές αντιλήψεις ακόμη και όταν οι συντάκτες τους αυτογελοιούν την αρχιερατική ή και την ακαδημαϊκή τους ιδιότητα.   Ο Σατανάς είναι πάντα ο κατ’ εξοχήν «ενιστάμενος» σε κάθε έργο του Θεού. Και μάλιστα όσοι δεν ακούν τη σοφή συμβουλή του Γαμαλιήλ: «μήπως θεομάχοι ευρεθούν» !  

         Το Φανάρι και σήμερα αντιμετωπίζει καχυποψίες και ζηλόφθονες και πονηρές ραδιουργίες εκπληρώνοντας την αποστολής του. Ιδιαίτερα το καταθλίβουν «τα εκ οικείων βέλη» από κακοσχόλια όμαιμων πολυπλάνων αχάριστων προσώπων, που στηρίζονται από «διαπρεπείς» που δεν τούς ξέρει ούτε ο θυρωρός τους! Η αυθάδεια «υπονομεύει την αυτοκεφαλία» όταν απουσιάζει η αυτομεμψία. Τότε η εμπάθεια ξεγλιστρά στην αυτοδικαίωση! Όμως με το ποιοί ασεβέστατα βυσσοδομούν κατά των τεθέντων κανονικών όρων υπό του θεσμικού κέντρου της Εκκλησίας στον Τόμο του 1850 και στη Πράξη του 1928. Περί αυτών έχω ήδη απαντήσει σε παλαιότερο άρθρο μου.  (Βλέπε αυτόθι τους 10 λόγους που υπονομεύουν την ελλαδική αυτοκεφαλία).  

             Ας ευχηθούμε η πρώτη συνεδρίαση της Γενικής αυτής Συνόδου να αναδείξει τη χαρισματική ευθύνη των επισκόπων που θα συμμετέχουν ώστε κάθε στιγμή να αναλογίζονται το βάρος του ωμοφορίου τους για τη τελεσφόρο   συμφωνία προς επίλυση των προβλήματα και των ερωτημάτων που ταλανίζουν τον ορθόδοξο κόσμο. Τα προβλήματα αυτά δεν πνίγονται από υποκειμενικές και παρωχημένες αντιλήψεις, αλλά πάντα με εμπιστοσύνη στις υποδείξεις του Παρακλήτου Πνεύματος   που «ορθοτομεί το λόγο της αληθείας».

     «Το της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλ’ ενώσεως εστί και συμφωνίας όνομα…. Εκκλησία γέγονεν, ουχ ινα διηρημένοι ώμεν οι συνελθόντες. Αλλ’ ίνα οι διηρημένοι συνημμένοι και ταύτα η Σύνοδος δείκνυσιν».Ιωάννης Χρυσόστομος. ( Migne P. G. τομ. 61, 13, 228) «Τούτο μάλιστα εστί χάρις, το μη διαιρείσθαι, αλλ’ εφ’ ενί καίσθαι θεμελίω» (Migne P. G. τομ. 61, 72).-

                                                                                                                                Α.Π.