κατηγορια1

ΚΑΜΠΑΝΕΣ : ΟΙ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

36b

             

   ΚΑΜΠΑΝΕΣ : ΟΙ ΣΑΛΠΙΓΓΕΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

  Ἡ πρόσκληση γιὰ ἐκκλησιασμό.

 

    Μιὰ συνοπτικὴ ἐξιστόρηση

     ἀπὸ τὸν Ἀριστείδη Πανώτη.  

 

36b

 

 

             

               Οἱ χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες τῶν μεγαλοπρεπῶν ναῶν τῶν πόλεων καὶ τὰ γλυκὰ μονοκάμπανα τῶν ἐκκλησιῶν τῆς ὑπαίθρου, θὰ προσκαλέσουν καὶ πάλι τοὺς πιστοὺς τὴν Δεκεμβριάτικη νύκτα γιὰ νὰ μυσταγωγιθούν στὸ μεγάλο μυστήριο τῆς «Σαρκώσεως τοῦ Λόγου» καὶ νὰ ξαναζήσουν τὴν ἡμέρα «ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς».

Γιὰ τὴν ἀναβίωση τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος, ποὺ ἔγινε ἡ ἀφετηρία τῆς τελευταίας δυσχιλιετοῦς Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος, οἱ καμπάνες διαλαλοῦν καὶ πάλι τὸ κοσμοσωτήριο μήνυμα στὴν οἰκουμένη, αὐτὸ ποὺ δοξολόγησαν οἱ ἄγγελοι, ὡς οἱ σάλπιγγες τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἐπὶ γῆς εἰρήνη καὶ εὐδοκία.

 

       Οἱ καμπάνες παίζουν μεγάλο ρόλο μέσα στὴ θεία λατρεία. Ἡ Ἐκκλησία ἄρχισε νὰ τὶς χρησιμοποιεῖ πρὸς ἀφύπνιση τῶν χριστιανῶν γιὰ τὶς συνάξεις της, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἀγγελία τῶν διαφόρων στιγμῶν τῶν ἱεροτελεστιῶν της καὶ γιὰ νὰ χαιρετίζονται διάφορα ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἐθνικὰ γεγονότα. Μὲ τὴ κρούση τους συνοδεύονται οἱ λιτανεῖες καὶ ἀποχαιρετῶνται οἱ ἀπερχόμενοι, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὲς εἰδοποιοῦνται οἱ πολῖτες σὲ κινδύνους ἀπὸ πυρκαϊὲς, συμφορὲς, πολέμους καὶ ναυάγια. Ἡ χρήση τῆς καμπάνας (τῶν κωδώνων)εἶναι ἀρχαιότατη καὶ συνδέεται καὶ μὲ τὴ λατρεία προχριστιανικῶν ἀνατολικῶν κυρίως θρησκευμάτων. Γιὰ νὰ τιμήσουν τὰ σεβάσματά τους ἠ γιὰ νὰ ἀναγάγουν συνοδευτικὰ τὴν ἀρμονία τῶν προσευχῶν τους σφυρηλατοῦσαν μικρὰ ἢ μεγάλα μεταλλικὰ ἐλάσματα ποὺ τὰ κύρτωναν γιὰ νὰ τὰ συνδέσουν μεταξύ τους μὲ καρφιὰ. Αὐτὲς χρησιμοποιοῦνται γιἀ λειτουργικὴ χρήση ἀπὸ Κινέζους καὶ ‘Ιάπωνες, κυρίως Βουδιστὲς στὴν Ἂπω Ἀνατολὴ καὶ σάν μικροὶ κλωδωνίσκοι ἀπὸ θρησκεύματα τῆς Μέσης ‘Ανατολῆς (Αἰγύπτου, ‘Ισραὴλ κ.ἄ.), ἀλλὰ

 

         Ἡ χρήση τους δὲν ὑφίσταται στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες. Ἡ πρόσκληση γιὰ τὶς λατρευτικὲς συνάξεις δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γνωστοποιεῖται δημόσια λόγω τῶν διωγμῶν.. Οἱ χριστιανοὶ προσδιώριζαν τὴν ἑπόμενη τακτικὴ τους σύναξη κατὰ Κυριακὴ καὶ κάθε ἒκτακτη λατρεία τὴν κοινολογοῦσαν στοὺς πιστοὺς, μὲ ἔμπιστους ἀπεσταλμένους τους. Αὐτὸς ὁ τρόπος εἰδοποιήσεως, διατηρήθηκε στὴν ἀνατολὴ καὶ μετὰ τὸν θρίαμβο τῆς ἀνεξιθρησκείας. Ὅμως ὅταν ὁ μοναχικὸς κόσμος ἄρχισε νὰ ὀργανώνεται κυρίως στὴν ἔρημο, λόγω τῶν μεγάλων ἀποστάσεων τῶν κελλίων καὶ τὼν ἀσκητηρίων τους, υἱοθετήθηκε ὁ βιβλικὸς τρόπος ἀγγελίας τῆς συνάξεως στὸ Κυριακὸ ἤ στὸ Καθολικὸ. Χρησιμοποίησαν σάλπιγγες (Ἀρίθμ.ι!.2-20) ἤ καὶ τὴν κρούση σὲ φορητὰ ἤ ἀκίνητα σήμαντρα, κατασκευασμένα ἀπὸ εὔηχο σκληρὸ ξύλο, κατὰ προτίμηση φλαμουριᾶς ἤ καρυδιᾶς. Τὰ ξύλινα αὐτὰ σήμαντρα τῆς ἐρήμου, στὶς κατὰ κόσμον ἐκκλησίες ἔγιναν καὶ μεταλλικὰ καὶ ἡ κρούση τους ἀνατέθηκε ἐκεῖ σὲ εἰδικὸ θεοδρόμο λαοσυνάκτη. Στὶς μονὲς ὅμως τὸ καθῆκον προσκλήσεως τῶν μοναχῶν ἔγινε διακόνημα καὶ ἀνατέθηκε κάποτε στὸν ἐκκλησιαστικὸ. Ἡ πρόσκληση διεξαγόταν μὲ διάφορους τρόπους, ποὺ δέν ἦταν πάντα ἠχητικοὶ, π.χ. μὲ τὸ τάλαντο, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπαγγελία στὴν πόρτα τοῦ κελλίου τοῦ ἀλληλούϊα ἤ στὰ νεώτερα χρόνια μὲ τὸ γνωστὸ: Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν..,.

 

             Στὴν αἰωνία πόλη τῆς Ρώμης, πρὶν ἀπὸ τὴν συγκρότηση τῆς τοπικῆς ‘Εκκλησίας, γινόταν χρήση τοῦ κώδωνα στὸν ναὸ τοῦ Διὸς, γιὰ νὰ σημανθεῖ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς λατρείας. Τὸ ἔθιμο αὐτὸ πιθανὸν νὰ μεταβιβάστηκε καὶ στὶς ἐκεῖ μεγᾶλες βασιλικὲς τῆς Κωνσταντινείου ἐποχῆς (Δ ! αἰώνας). Δὲν γνωρίζουμε ἄν οἱ κώδωνες αὐτῶν τῶν μεγαλοπρεπῶν ναῶν ἦταν σφυρήλατοι ἤ χυμένοι σὲ καλούπια. Ὅμως, εἶναι πιθανὸν πὼς στὴ διάδοσή τους νὰ συνετέλεσε, τὸ εὒηχό τους ποὺ ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τὴν ἂριστη ποιότητα τοῦ χαλκοῦ τῆς περιοχῆς, ὃπως ἦταν στὴν Ἰταλία ὁ προερχόμενος ἀπὸ η περιοχὴ τῆς Νώλης τῆς Καμπανίας. Τὸ εὔηχος τῆς καμπάνας τῆς περιοχῆς αὐτῆς συνετέλεσε ὢστε νὰ   μετωνομασθεῖ κάθε χυμένη μὲ καλῆς ποιότητος χαλκό σὲ χυτήριο καμπάνα, ποὺ ἒκτοτε παρέμεινε ὡς σῆμα κατατεθέν τῆς καλῆς της ποιότητας. Εἶναι γνωστὸ, πὼς ἡ ὕπαρξη στὴ δύση τῶν κωδώνων, ἐπέδρασε καὶ στὴν δημιουργία ἀρχικὰ κτίσματος ἀναρτήσεώς τους, τοῦ κωδωνοστασίου ἤ τοῦ καμπανοστάτη. Αὐτὸ τὸ κτίσμα στὴν πορεία τῶν αἰώνων, σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς ρυθμοὺς τῆς χριστιανικῆς ναοδομίας, ἀπετέλεσε μεγαλοπρεπὴ καὶ κορυφαία ἔκφανση τέχνης. Στὴν ἀνατολὴ, ἡ ἐπιφύλαξη γιὰ τὴν χρήση τῶν κωδώνων, καθυστέρησε νὰ δώσει αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸ στὰ κτίσματα τῶν κωδωνοστασίων.

 

         Ἡ ἀρχικὴ χρήση τῶν κωδώνων γιὰ τὴν ἔναρξη κυρίως τῶν ἀκολουθιῶν εἶναι πλέον γνωστὸ πὼς ἐπίσης ξεκίνησε ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἐπεκτάθηκε ἀπὸ τὸν πάπα Σεβιριανὸ (604-606),στὶς ἀρχὲς τοῦ Ζ΄ αἰώνα, γιὰ τὶς τακτὲς ὧρες τῶν ἀκολουθιῶν τῆς ἡμέρας. Σκοπὸς ἦταν : «νὰ ὑπενθυμίζεται στοὺς πιστοὺς τὸ καθῆκον τῆς προσευχῆς καὶ τῆς περισυλλογῆς, πρὸς φύλαξη τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ». Ἡ κρούση αὐτὴ ἔγινε κυρίως στὴ Ρώμη συνήθεια μέχρι σήμερα. Στὰ χρόνια τοῦ Καρλομάγνου ἡ χρήση τῶν κωδώνων γενικεύεται στοὺς καθεδρικοὺς ναοὺς τῆς Εὐρώπης. Ἡ διάδοσή τους συγκινεῖ τοὺς πιστοὺς τοῦ μεσαίωνα καὶ ὁ κλῆρος τοὺς «ἐξαγιάζει» μὲ ἱεροτελεστία καὶ μερικὲς μεγᾶλες καμπάνες τὶς «ὀνοματίζει», σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ζωντανὲς ὑπάρξεις! Τόση ἦταν ἡ ἐπιρροὴ τοῦ ὀνόματος τῆς καμπάνας, ὥστε μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἄλλαζε καὶ τὴν ἀρχικὴ ὀνομασία τῆς ἀφιερώσεως ἱστορικοῦ ναοῦ, ὅπως συνέβηκε στὴν βασιλικὴ τοῦ Λατερανοῦ. Ὁ ναὸς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τελικὰ ἔγινε τοῦ «Ἰωάννη», ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς ἐκεῖ μεγάλης καμπάνας. Εἶναι ἡ σκοτεινὴ ἐποχὴ τοῦ θ΄-Ι΄ αἰώνα. Μέχρι τὸν Θ΄ αἰώνα ἡ ‘Εκκλησία στὴν ἀνατολὴ προσκαλεῖ τοὺς πιστοὺς στὶς συνάξεις της μὲ τοὺς πατροπαράδοτους τρόπους γνωστοποιῶντας ἀπὸ τὴν προηγούμενη τὴν μέλλουσα σύναξη. ‘Εξ ἄλλου, οἱ φιλακόλουθοι χριστιανοὶ, γνώριζαν τὶς τακτὲς ὧρες ἀκολουθιῶν τοῦ ἐνοριακοῦ τυπικοῦ, αὐτὲς ποὺ ἐτελοῦντο σὲ κάθε ἡμέρα σὲ τακτὲς ὧρες στὶς ἐκκλησιές τους γιὰ νὰ ἐκκλησιάζονται.

 

         Ἕνα πραγματικὸ ἱστορικὸ γεγονὸς γιὰ τὴν ἀπομόνωση τοῦ Ἰσλάμ ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης ἦταν ἡ νίκη τῶν Βενετῶν κατὰ τῶν ‘Αράβων ποὺ ἀπείλησαν νὰ καταλάβουν τὴ Δαλματία! Αὐτὴ ἡ νίκη ἐνθουσίασε τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μιχαὴλ Γ΄ (842-867) καὶ ἀπένειμε στὸν δόγη Οὖρσο τῆς Βενετίας, τὸν τίτλο τοῦ πρωτοσπαθαρίου. ‘Εκεῖνος ἀντιφιλοτιμούμενος στέλνει 12 καμπᾶνες γιὰ τὴν Μεγάλη ‘Εκκλησία τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, δηλαδή, σειρὰ κωδώνων ποὺ ἀποδίδουν μιὰ πλήρη χρωματικὴ κλίμακα ἤχου, μὲ ἐπανάλειψη τοῦ θεμελίου φθόγγου στὴν ὀγδόη. Ὅμως, ἡ ἁρμονικὴ κωδωνοκρουσία ἦταν ξενικὸ ἄκουσμα γιὰ τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ καὶ δυσκολεύτηκε ἡ διάδοση τῶν κωδώνων, λόγω τῆς δυσπιστίας πρὸς τὰ ἐκ δύσεως προερχόμενα λειτουργικὰ ἤθη! Σήμερα ἵσως ἡ ἁρμονία τῆς κωδωνοκρουσίας τῶν κωδώνων αὐτῶν διασώθηκε κυρίως στὶς πατριαρχικὲς καὶ βασιλικὲς μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὸ πρῶτο κωδωνοστὰσιο στὴν Ἁγία Σοφία στήθηκε, κατὰ τὸν ‘Αντωνιάδη, τὸ 865 στὸ αἴθριο τοῦ ναοῦ, ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν ἐξωνάρθηκα. Ὁ πύργος τοῦ κωδωνοστασίου αὐτοῦ, ὑψωνόταν 26 μέτρα καὶ κατὰ μαρτυρίες διατηρήθηκε, χωρὶς βέβαια τὶς καμπᾶνες, μέχρι τὸν ΙΖ΄ αἰώνα καὶ καταδαφίστηκε ἀπὸ τοὺς ὀθωμανοὺς γιὰ νὰ κτίσουν τους τρεῖς μιναρέδες γιατὶ ὁ Πορθητής εἶχε οἰκοδομήσει μόνον ἓνα!   Ὁ ἀντίστοιχος πύργος τοῦ κωδωνοστασίου τῆς μονῆς Μ.εγίστης Λαύρας ἔγινε τὸ 1060 καὶ τῆς μονῆς Βατοπαιδίου τὸ 1427.

 

       Οἱ καμπᾶνες ποὺ διαδόθηκαν στὴν καθ’ἡμᾶς ἀνατολὴν, ἦταν βασικὰ χυτὲς, γιατὶ αὐτὲς ἔχουν καθαρὴ καὶ εὐκρινὴ ὀξύτητα. Τὸ σχῆμα τους εἶναι τοῦ κόλουρου κώνου, στὸ μέσον κυλιδρικοῦ καὶ στὴ βάση εὐρύστομου, ὥστε τὰ χείλη νὰ ἐκτείνονται πέραν τοῦ σχήματος τῆς κορυφῆς. Ἡ λαβή τῆς καμπάνας βρίσκεται στὸ ἄνω μέρος τῆς κεφαλῆς της καὶ ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο σημεῖο τοῦ ἐσωτερικοῦ της ὑπάρχει θηλιὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται τὸ σιδερένιο πλῆκτρο, ποὺ προεξέχει καὶ μετακινεῖται μὲ τὸ χέρι, γιὰ νὰ κτυπήσει ἐσωτερικὰ τὰ χαλκόστομα χείλη της γιὰ νὰ προκληθεῖ ὁ ἦχος. Ἡ ἀναλογία τοῦ μετάλλου συνήθως εἶναι 75% χαλκὸς καὶ 25% κασσίτερος καὶ ὄχι βέβαια καὶ ἀργύρου, ὅπως μυθολογοῦσαν κάποιοι ἐπιτήδειοι καταχραστὲς τῶν εὐσεβῶν δωρεῶν στὸ παρελθόν. Ἡ ἠχητικὴ ἀπόδοση μιᾶς καμπάνας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τήρηση τῶν ἀναλογιῶν τοῦ μεγέθους, τοῦ σχήματος καὶ τοῦ πάχους της, σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὸ ὕψος, τὴν χροιὰ καὶ τὴν ἔνταση τῆς κρούσεώς της. Ἡ κρούση τῶν συνακτηρίων κωδώνων προσέδιδε ἐπισημότητα στὶς συνάξεις, γι’αὐτὸ, ὅπου ὑπῆρχαν, ἀκολουθοῦσαν μετὰ τὴν κρούση τῶν ξύλινων καὶ μεταλλικῶν σημάντρων, ὅπως γίνεται σήμερα στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ τάξη αὐτὴ διατηρήθηκε στὶς ‘Εκκλησίες ὅλων τῶν περιοχῶν,ποὺ παρέμεναν στὴν κυριαρχία τοῦ ‘Ισλάμ. Ὁ φανατισμὸς τῆς νέας πίστεως, θέλησε νὰ διακόψει κάθε ἠχητικὴ ὑπενθύμιση τῶν χριστιανικῶν καταβολῶν ἀπὸ στοὺς ἐξισλαμισμένους λαοὺς καὶ ἔπλασε τὸν μῦθο, πώς οἱ καμπᾶνες εἶναι :τὸ μυστικὸν ὄργανον τοῦ διαβόλου ! Αὐτὸ, γιατὶ οἱ καμπᾶνες ξυπνοῦσαν τὶς μνῆμες τῶν ἐξισλαμισμένων καὶ ἔπρεπε νὰ σιωπήσουν! Μετὰ τὸ Ι453 ἡ ἀπαγόρευση αὐτὴ ἔγινε γενικὸς κανόνας, γιὰ νὰ ἀκούγεται μόνον ἡ φωνὴ τοῦ μουεζίνη, ποὺ καταπτοοῦσε τοὺς ὑποδούλους. ‘Αναγκαστικὰ ἐπανῆλθαν οἱ παλαιοὶ τρόποι προσκλήσεως τῶν χριστιανῶν, μὲ τοὺς λαοσυνάκτες, τὰ πτωχικὰ σήμαντρα, τὶς προσωπικὲς προσκλήσεις. Μόλις δὲ στὰ μέσα τοῦ ΙΘ ! αἰώνα καὶ μετὰ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο (1853-1855) καὶ τὴν συνθήκη τῶν Παρισίων (1856), ἡ Τουρκία υἱοθέτησε κάποιες θρησκευτικὲς ἐλευθερίες καὶ ἔδειξε ἀνοχὴ στὴ χρήση τῶν κωδώνων καὶ στὴν ἀνέγερση κωδωνοστασίων στὴν ἐπικράτειά της. Κάτω ἀπὸ τὶς νέες ἐξελίξεις ἡ Ρωμιοσύνη ἀνέκτησε τὸ δικαίωμά της νὰ χρησιμοποιεῖ καὶ πάλι τὶς καμπᾶνες της, ποὺ σιγοῦσαν ἐπὶ τέσσερεις αἰῶνες. Αὐτὸ συνετέλεσε γιὰ νὰ ἀρχίσει ἡ οἰκοδόμηση κωδωνοστασίων στὶς πόλεις ποὺ ὑπῆρχε μεγάλη παρουσία τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ὁμογένειας, ὃπως στὴ Σμύρνη ποὺ ἀναγέρθηκε τότε τὸ περίφημο κωδωνοστάσιο τὸ 1858 ποὺ καταστράφηκε τὸ 1922 καὶ ἀνηγέρθηκε πάλι ἀντίγραφό του στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς στὴ Νέα Σμύρνη τῶν Ἀθηνῶν τὸ 1998 ἀπὸ τὸ Ἳδρυμα Ὡνάση. Ἡ προμήθεια τῶν ναῶν μὲ καμπᾶνες ἀνέλαβε ἀρχικὰ ἡ ἁγία Ρωσία, ποὺ στὸ διάστημα τῆς Τουρκοκρατίας ἀναδέχθηκε μὲ ζῆλο τὴν κατασκευὴ τῶν ἠχηροτέρων κωδώνων τῆς Χριστιανοσύνης. Αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὴν ἄριστη ποιότητα τῶν μετάλλων καὶ τὴν σωστὴ κράση τους, ποὺ ἔδιναν τόνους ὑψηλῆς μουσικότητας. Χαρακτηριστικὸ τους εἶναι πὼς ἡ διάμετρος τοῦ κύκλου τοῦ στομίου τῆς καμπάνας , εἶναι ἴση πρὸς τὸ ὕψος της, περιλαμβανομένης καὶ τῆς λαβῆς, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναρτᾶται σταθερὰ καὶ ἀσάλευτα καὶ τὸ ὅτι μόνον τὸ πλῆκτρο της κινεῖται. Ὁ τρόπος κινήσεως τοῦ πλήκτρου,καὶ ὄχι ὅλης τῆς καμπάνας, ὅπως γίνεται στὴ δυτικὴ ‘Εκκλησία, ἀποδίδει τὸν γλυκύτατον ἦχον τῆς κωδωνοκρουσίας τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Ὁ ρωσικὸς λαὸς ἐπὶ αἰῶνες ρύθμιζε τὴν ζωὴ του μὲ τὸν ἦχο τῆς καμπάνας. Ἡ φωνὴ της, ἦταν ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ ! Τὰ ὑψηλὰ κωδωνοστάσια τῶν ναῶν της, ἔγιναν φάροι προσανατολισμοῦ καὶ ἐπικοινωνίας τῶν πιστῶν μὲσα τὶς ἐσχατιὲς τῆς ἀχανοῦς χώρας. Ἡ παλμικὴ ἠχῶ καθιστοῦσε τὴν καμπάνα ἕνα ἔμψυχο κτίσμα, ποὺ ἔπρεπε νὰ διακοσμηθεῖ, νὰ ὀνοματισθεῖ, νὰ ἁγιασθεῖ, γιὰ νὰ ἀναρτηθεῖ στὴν περίοπτη θέση τοῦ κωδωνοστασίου. Τὸ ρωσικὸ εὐχολόγιο εἶναι τὸ μόνο μέσα στὴν ‘Ορθοδοξία ποὺ προβλέπει «ἁγιασμὸ» τῶν κωδώνων, ὅπως γίνεται στὴν ‘Εκκλησία τῆς Ρώμης ἀπὸ τὸν Θ΄ αἰώνα. Πολλὲς φορὲς τοὺς νεώτερους χρόνους τὸ μεγαλεῖο τῆς ρωσικῆς αὐτοκρατορίας ἐκφράστηκε μὲ ἀνοικοδόμηση περίτεχνων ναῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κατασκευὴ κολοσσιαίων κωδώνων, τῶν γνωστῶν Τσάρων, ποὺ ἀποτελοῦν τεχνικὰ ἐπιτεύγματα. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀναρτήθηκε τὸ 1733 στὸ Κρεμλίνο, βάρους 246 τόννων. Ἔπεσε καὶ ράγισε, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 1836 μεταβλήθηκε σὲ παρεκκλήσιο καὶ εἶναι σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ ἀξιοθέατο τῆς Μόσχας. bell1

 

         Στὴν Ἑλλάδα, δυὸ ἀγαπητὲς ρωσικὲς καμπᾶνες συγκινοῦν τὸν λαὸ μέ τὴν βαθειὰ βαρειὰ φωνή τους: ἐκείνη τῆς μονῆς τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος τοῦ ἁγίου Ὄρους, βάρους 13 τόννων καὶ τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας τῶν ‘Αθηνῶν, ποὺ προσωρινὰ ἐσίγησε λόγω βλαβῶν τοῦ κωδωνοστασίου ἀπὸ τὸν σεισμὸ τοῦ 1999. Τὴν καρδιακὴ σχέση τοῦ πιστοῦ ρώσου μὲ τοὺς ἤχους τῆς καμπάνας ,τὴν γνώριζε ὁ ἐπιθετικὸς ἀθεϊσμὸς τῆς σοβιετικῆς τυραννίας καὶ ἐκ τῶν πρώτων ἀντιθρησκευτικῶν μέτρων στὰ πρώτα χρόνια του μετὰ τὸ 1917, ἦταν ἡ ἀπαγόρευση τῆς κωδωνοκρουσίας καὶ ἡ βάρβαρη κατακρήμνιση κωδωνοστασίων, ποὺ ἀποτελοῦσαν μνημεῖα τοῦ ρωσικοῦ πολιτισμοῦ.

 

          Στὴν ‘Αθήνα μιὰ καμπάνα διεκδικεῖ τὴν πρώτη κωδωνοκρουσία τῶν ἐλευθερίων τῆς πόλεως. Εἶναι ἡ μικρὴ καμπάνα τοῦ ἁγίου Νικολάου Ραγκαβὲ στὴν Πλάκα. Πιθανὸν νὰ κληρονομήθηκε ἀπὸ τὴν παρακείμενη λατινικὴ μονὴ τῶν Καπουκίνων, ἀφοῦ εἶναι γνωστὴ ἡ ἀντιπάθεια τῶν Τούρκων στὴν κωδωνοκρουσία καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ χρησιμοποιεῖτο ἀπὸ τόσο κεντρικὸ ναὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς ‘Ορθοδόξους ραγιᾶδες.

 

Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση οἱ ἐκκλησιὲς καὶ οἱ μονές μας ἐπρομηθεύοντο καμπᾶνες ἀρχικὰ ἀπὸ τὴν Ρωσία καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ‘Ιταλία. Στὰ νεώτερα χρόνια ἄρχισε ἡ παραγωγὴ καὶ ἀπὸ ἑλληνικὰ χυτήρια, ποὺ σήμερα ἔχει φθάσει σὲ ὑψηλὴ στάθμη ἠχητικῆς τελειότητος. ‘Εντελῶς πρόσφατα εἰσήχθηκε στὴ χώρα μας καὶ ἡ μηχανικὴ ἠλεκτροκίνηση τῶν κωδώνων καὶ ἡ κατὰ διάφορους ρυθμοὺς καὶ μέλη κρούση τους. Ὅμως, ἄλλος εἶναι ὁ ἦχος ποὺ παράγεται μέσα ἀπὸ τὸν χαλκόστομο κῶνο τῆς καμπάνας, καὶ ἄλλος μὲ τὴν ἐξωτερικὴ κρούση τῶν χειλέων της ἤ ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ταλάντευση της ἀπὸ τροχὸ καὶ τὴν ἐλεύθερη κίνηση τοῦ πλήκτρου της, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ εἰσαγώμενα ἀπὸ τὴ δύση συστήματα κωδωνοκρουσίας.

 

Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ζεῖ καὶ πάλι ἑνάμιση καὶ πλέον αἰώνα, σὲ ἀτμόσφαιρα ποὺ δονεῖται ἀπὸ τοὺς γλυκοὺς ἤχους τῆς καμπάνας. Τὰ μάτια του προσβλέπουν καὶ πάλι στὸ ὕψος τοῦ καμπαναριοῦ, γιατὶ ἀπὸ ἐκεῖ σημαίνει ὁ Θεὸς, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια.-                                          

 

                                                                         Α.Π.