«Δεύτε ιδώμεν πιστοί, που εγεννήθη ο Χριστός»

Προσκύνημα στη Βασιλική της Γεννήσεως

 

 

Το σημείο «που εγεννήθη ο Χριστός» στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, είναι πάνσεπτος άγιος τόπος για μυριάδες ανθρώπων είκοσι τώρα αιώνες. Δεν μας προσδιορίσθηκε απόλυτα από την ευαγγελική διήγηση.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, που αναφέρεται στην υπερφυσική Γέννηση του Θεανθρώπου Κυρίου μας, μιλά για τον γενέθλιο τόπο τη Βηθλεέμ, και για το βρεφικό λίκνο, μια «φάτνη».

Μια τέτοια «φάτνη», ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν να βρισκόταν «εν καταλύματι» αλλά προϋποθέτει στάβλο, ένα από τους πολλούς της περιοχής, που σχηματιζόταν σε μια σπηλαιώδη κοιλότητα, σαν και εκείνους που αφθονούσαν στην περιοχή, σκαμμένοι στις αργιλλώδεις πλευρές του ανατολικού λόφου της ταπεινής πολίχνης.

Ο τόπος αυτός σαν καθαγιασμένος τόπος ήταν ευρύτατα γνωστός. Έτσι, όταν ο Αύγουστος Αδριανός κατέστειλε την Ιουδαϊκή εξέγερση του 135 και θέλησε να επιβάλει την ειδωλολατρία σ’όλη την Παλαιστίνη, έπληξε χωρίς διάκριση τους ιερούς τόπους Ιουδαίων και Χριστιανών, ιδρύοντας επάνω σ΄αυτούς ιερά της εθνικής θρησκείας.

Το σπήλαιο της Γεννήσεως του Ιησού απομονώθηκε από την γύρω περιοχή, με ένα δασύλλιο αφιερωμένο στον Άδωνη-Ταμμούζ. Μέσα σ΄αυτό γινόταν η ακόλαστη λατρεία «του εραστή της Αφροδίτης», όπως μαρτυρεί ο Άγιος Ιερώνυμος στην επιστολή του (58) προς τον Επίσκοπο Νόλης Παυλίνο.

Τη βεβήλωση αυτή βεβαιώνει και ο Ωριγένης στις αρχές του γ’ αιώνα, που έζησε στην Παλαιστίνη είκοσι περίπου χρόνια, όταν αναφέρει το «σπήλαιο» και την «φάτνη» και επικαλείται την γνωστότατη παράδοση ότι κείται «εν τοις τόποις και παρά τοις πίστεως αλλοτρίοις» (Κατά Κέλσου 1,51). Σύνοψη της αρχαιοτάτης μαρτυρίας για το σπήλαιο, παρέχει και το λεγόμενο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, γραφέν περί το 180 μ.Χ. (κεφ. 18-21).  

 

Το οκτάγωνο όμως δεν έμεινε μόνο του, γιατί δεν μπορούσε να στεγάσει τους προσκυνητές. Συνδέθηκε με μια σχεδόν τετράγωνη πεντάκλιτη βασιλική αίθουσα, χωρίς υπερώα – σαν τις μεγάλες ανακτορικές αίθουσες. Αυτή επικοινωνούσε με μια περίπου ίδιων διαστάσεων αυλή, το αίθριο, το οποίο από τις τέσσερις πλευρές του είχε στοές. Όλη η διάταξη των κτισμάτων ήταν αυτοκρατορική, προς τιμήν του Βασιλέως Χριστού, «Ηλίου της Δικαιοσύνης», γεννηθέντος στον τόπο αυτό και δεχομένου σε διηνεκή ακρόαση όλους τους προσερχομένους προσκυνητές Του. Η βασική σκέψη και η βασιλική χορηγία συναντήθηκαν και έδωσαν στο Κωνσταντίνειο κτίσμα της Βηθλεέμ, που η αρχική αυτή μορφή του εξακριβώθηκε από τους Άγγλους αρχαιολόγους το 1932-1933, κατά τις ανασκαφές του εσωτερικού του ναού και την εύρεση των αρχικών μωσαϊκών δαπέδων του οκταγώνου και της βασιλικής.

Η χορηγία του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι εμφανής σ’ όλους τους χώρους της βασιλικής. Οι ογκηροί κοντοί και παχείς κίονες, τα ρωμαλαία κορινθιακά κιονόκρανα κ.α μαρτυρούν επιμελή εργασία από επίλεκτο εργαστήριο. Όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη είναι πρώτης χρήσεως και έχουν γίνει για τη βασιλική. Οι τοίχοι επάνω από τα επιστήλια και γύρω από το οκτάγωνο, όπως και το δάπεδο, γνώρισαν την αυτοκρατορική «φιλοκαλία» της Αγίας Ελένης και του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπως μαρτυρεί ο Ευσέβιος. Η αρχική ψηφιδωτή διακόσμηση των τοίχων, καταστράφηκε στις μακρές περιπέτειες του ναού. Απήχησή της διασώθηκε στα έκτυπα των φυλλαδίων «ευλογιών» με «αγιασμένο έλαιο των Αγίων Τόπων».  

Απ’ αυτή φαίνεται, πως το αυτοκρατορικό αυτό ίδρυμα, είχε διακοσμηθεί από ψηφιδογράφους της Πρωτεύουσας, που ανέπτυξαν τη μνημειακή ζωγραφική του Χριστολογικού κύκλου της Ανατολής. Τα θέματα που απεικονίζονταν ήταν εικονιστικά και απέβλεπαν στην παιδαγώγηση των προσκυνητών: η σκηνή της Γεννήσεως, η Προσκύνηση των Ποιμένων, η Προσκύνηση των Μάγων, η Φυγή στην Αίγυπτο κ.α.    Τον ναό κοσμούσαν και πολλά άλλα αυτοκρατορικά αναθήματα, κυρίως εικόνες, που απέβησαν με τα χρόνια λατρευτικά αντικείμενα και πρότυπα για τα ιερά ενθύμια των Αγίων Τόπων.

Τα εντοίχια αυτά ψηφιδωτά διακοσμούσαν, ίσως μετά το 530 και την πρόσοψη της βασιλικής και ήταν τόσο εντυπωσιακά και πειστικά, που σταμάτησαν μακριά τις ορδές του Χοσρόη το 614. Τότε δεν καταστράφηκε ο ναός, γιατί είδαν οι Πέρσες τις μορφές των «συμπατριωτών» τους Μάγων να είναι ντυμένες με «περσικά» πολυτελή ενδύματα! Από την οικοδόμηση του ο ναός της Βηθλεέμ έγινε από τα αξιολογότερα λατρευτικά κέντρα της Ιστορίας του Χριστιανισμού.  

Προσκυνηματική εστία μεγάλης αίγλης, εξελίχθηκε και σε σπουδαίο μοναστικό και θεολογικό κέντρο, με την εγκαταβίωση εκεί του Αγίου Ιερωνύμου και των εκ Ρώμης πνευματικών θυγατέρων του (τέλη του Δ’ αιώνα). Η πρώτη δοκιμασία του πάνσεπτου ναού γίνεται το 416, κατά την στάση των Πελαγιανών εναντίον του Ιερωνύμου και της Μονής του, που γειτνίαζε με τον ναό της Γεννήσεως. Η δεύτερη δοκιμασία ήταν στην στάση των Σαμαρειτών και Ιουδαίων της Παλαιστίνης του 521-526, που οι επαναστάτες, εκτός των άλλων Αγίων Τόπων, πυρπόλησαν και το οκτάγωνο της Βηθλεέμ και τη βασιλική. Η μανία τους στράφηκε ιδιαίτερα κατά του ιερού σπηλαίου.  

   Μετά την αιματηρή καταστολή της ανταρσίας τους, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός το 530 απεφάσισε την επανάκτιση των καταστραφέντων ιερών σεβασμάτων και του ναού της Βηθλεέμ. Οι λειτουργικές όμως εξελίξειες στην Ανατολή, δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετηθούν από το οκταγωνικό κτίριο, που στέγαζε αρχικά το ιερό σπήλαιο, γι’ αυτό και αποφασίσθηκε η μετασκευή του ιερού Βήματος σε τρίκογχο και η προσθήκη Νάρθηκα μεταξύ ναού και αιθρίου.    Η Ιουστινιάνεια μορφή της βασιλικής πλην του αιθρίου, έφθασε μέχρι τα χρόνια μας, παρά τις ιστορικές περιπέτειες του κτιρίου κατά την περσική λεηλασία και αραβοκρατία.    

Μετά την κατάκτηση των Αγίων Τόπων από τον Χαλίφη Ομάρ και τη συμφωνία του με τον Πατριάρχη Σοφρώνιο, η βασική της Βηθλεέμ προστατεύεται με δυο τρόπους. Παραχωρείται τόπος το 638 στους Μουσουλμάνους, προς νότον, για να προσεύχονται κι αυτοί στην εκκλησία της Γεννήσεως του Ιησού (εφ’ ώ είη ειρήνη:!), Προφήτη και για το Ισλάμ, και αντικαθίσταται η εικονιστική διακόσμηση με ανεικονική, που δεν αντιτίθεται στο Κοράνιο και στην ισλαμική πίστη.

Στα τέλη του Ζ’ αιώνα, μετά το 680, στην εποχή των Ομμεϋαδών, απεικονίζουν τις μέχρι τότε έξι Οικουμενικές και έξι Τοπικές Συνόδους, μέσα σε αρχιτεκτονήματα και στον γνωστόν παραδεισιακό διάκοσμο των ναών της Παλαιστίνης. Μέρη των ψηφιδωτών αυτών, ανακαινισμένα όμως στο νότιο κλίτος του ΙΒ’ αιώνα, σώθηκαν μέχρι σήμερα, μαζί με άλλη μεταγενέστερη εικονιστική διακόσμηση των χρόνων του Μανουήλ του Α΄του Κομνηνού (1169) και των νεοτέρων εποχών.

   Σήμερα ο προσκυνητής έχει προσπέλαση στο Ναό από την πλακώστρωτη πλατεία της πόλεως της Βηθλεέμ. Περνά τη σμικρυμένη στο ελάχιστο πύλη, για λόγους ιστορικούς, και βρίσκεται στον σκοτεινό Νάρθηκα που επικοινωνεί με το μεσαίο κλίτος μόνο με την «βασιλικήν πύλην». Μόλις περάσει το κατώφλι της, βρίσκεται στη μεγαλειώδη πανάρχαια βασιλική με τους 48 μονόλιθους κίονες, που καταστέφονται από τα ελληνικά κιονόκρανά τους. Το μήκος της βασιλικής είναι 30 μέτρα και το πλάτος χωρισμένο σε πέντε κλίτη, είναι 26,20 μέτρα. Το ύψος του κεντρικού κλίτους υπερβαίνει τα 10 μέτρα και είναι στα πλάγιά του διάτρητο από παράθυρα, που ανακαίνισε η Αγιοταφική Αδελφότητα, με τολμηρή και αποφασιστική επιστασία του μακαριστού Πατριάρχη Διοδώρου.

   Στο βάθος της βασιλικής υπάρχει το μεγαλοπρεπές μεταγενέστερο Εικονοστάσιο του ναού, που χωρίζει το ιερό Βήμα από τον ανυψωμένο Σολέα. Η αγία Τράπεζα βρίσκεται επάνω από το ιερό σπήλαιο της Γεννήσεως: όπου η «λατινική» επιγραφή «Ενταύθα υπό της Παρθένου Μαρίας εγεννήθη ο Ιησούς Χριστός». Στο ιερότατο αυτό σημείο προσφέρεται καθημερινά η αναίμακτη θυσία από τους Αγιοταφείτες Πατέρες εξ ονόματος όλης της Ορθοδοξίας.